Ο Πέδρο Σάντσεθ αποφάσισε να παίξει ακόμη μία φορά το πολιτικό του μέλλον στα χαρτιά, προκηρύσσοντας πρόωρες βουλευτικές εκλογές στην Ισπανία για τις 29 Νοεμβρίου, περίπου οκτώ μήνες πριν από την ολοκλήρωση της τετραετούς θητείας του. Είχε κάνει κάτι ανάλογο και το 2023, όταν μετά τη βαριά ήττα των Σοσιαλιστών στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές προκήρυξε πρόωρες εθνικές κάλπες και τελικά κατάφερε να παραμείνει στην εξουσία.
Η σημερινή απόφαση έρχεται μετά την κοινοβουλευτική ήττα της κυβέρνησής του σε μέτρα για τη στεγαστική κρίση, ένα ζήτημα που ο ίδιος επιχειρεί πλέον να μετατρέψει σε βασικό πεδίο της προεκλογικής αντιπαράθεσης.
Το στοίχημα είναι μεγάλο και όχι χωρίς αντιφάσεις. Η κρίση στέγης έχει επιδεινωθεί σημαντικά στη διάρκεια της οκταετούς παραμονής του Σάντσεθ στην εξουσία, με τα υψηλά ενοίκια και την έλλειψη προσιτής κατοικίας να προκαλούν έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια. Παρ’ όλα αυτά, ο Ισπανός πρωθυπουργός ελπίζει ότι ακριβώς αυτό το θέμα μπορεί να συσπειρώσει ξανά την εκλογική του βάση. Οι Financial Times επισημαίνουν ότι η κυβέρνηση ποντάρει στην οργή που προκάλεσε η απόρριψη των στεγαστικών μέτρων.
Οι επικριτές του, από την άλλη, θεωρούν ότι η προσφυγή στις κάλπες του επιτρέπει να μετατοπίσει το ενδιαφέρον από τις υποθέσεις διαφθοράς που έχουν πλήξει το κυβερνητικό στρατόπεδο και από τη μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα. Πρόκειται για κριτική που τροφοδοτεί και τη συζήτηση γύρω από το κατά πόσο ο ίδιος ο Σάντσεθ χρησιμοποιεί εργαλεία πολιτικής πόλωσης, την ώρα που προειδοποιεί για την άνοδο λαϊκιστικών και ακροδεξιών δυνάμεων.
Το αποτέλεσμα έχει όμως σαφή ευρωπαϊκή διάσταση καθώς σε περίπτωση που οι Σοσιαλιστές χάσουν την εξουσία, θα ενισχυθούν τα σενάρια συνεργασίας της κεντροδεξιάς με το Vox, ανοίγοντας τον δρόμο για συμμετοχή της ισπανικής ακροδεξιάς στην κυβέρνηση μιας από τις μεγαλύτερες χώρες της ΕΕ. Παράλληλα όπως θυμίζουν οι FT, το 2027 ακολουθούν κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις σε Γαλλία, Ιταλία και Πολωνία, γεγονός που κάνει τη Μαδρίτη μέρος μιας ευρύτερης μάχης για τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ευρώπη.
Η ανησυχία στις Βρυξέλλες συνδέεται και με την εύθραυστη ισορροπία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Σύμφωνα με τους Pietro Guastamacchia και Eddy Wax του Rapporteur η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπό την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία προέρχεται από την κεντροδεξιά πολιτική οικογένεια του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ), βασίζεται πολιτικά κυρίως στη συνεργασία του ΕΛΚ, των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών και της φιλελεύθερης Renew. Το ΕΛΚ είναι η μεγαλύτερη πολιτική ομάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και διαθέτει τις περισσότερες έδρες, γεγονός που του δίνει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση πλειοψηφιών. Το τελευταίο διάστημα, ωστόσο, έχει σε σειρά ψηφοφοριών αναζητήσει πλειοψηφίες δεξιότερα, με συντηρητικές, ευρωσκεπτικιστικές και ακροδεξιές δυνάμεις, προκαλώντας έντονη δυσφορία στους Σοσιαλιστές.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Rapporteur, στο S&D εξετάζεται ακόμη και πλήρης ρήξη με το ΕΛΚ, εάν ο Μάνφρεντ Βέμπερ, ο επικεφαλής του, δεν δεσμευθεί σε σταθερότερη συνεργασία με το πολιτικό κέντρο. Μια τέτοια εξέλιξη δεν θα έριχνε αυτομάτως την Επιτροπή, θα στερούσε όμως από την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έναν βασικό πυλώνα για τη συγκρότηση σταθερών πλειοψηφιών.
Το πρώτο τεστ έρχεται τον Ιανουάριο του 2027, όταν, στη μέση της πενταετούς θητείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θα εκλεγούν ξανά η/οπρόεδρος και τα υπόλοιπα μέλη του Προεδρείου για τα επόμενα 2,5 χρόνια. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Ρομπέρτα Μέτσολα, ενώ λίγους μήνες αργότερα λήγει και η πρώτη θητεία του Σοσιαλιστή Αντόνιο Κόστα στην προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Η ισπανική κάλπη, επομένως, δεν κρίνει μόνο το μέλλον του Σάντσεθ. Μπορεί να αλλάξει και τις ισορροπίες στις Βρυξέλλες, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο θα σχηματίζονται οι πλειοψηφίες και θα λαμβάνονται αποφάσεις για πολιτικές που αφορούν άμεσα εκατομμύρια Ευρωπαίους.