Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου δεν αποτελεί απλώς ένα ενεργειακό έργο. Εξελίσσεται σε μια κρίσιμη δοκιμασία για την ελληνική εξωτερική πολιτική, την αξιοπιστία της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας και τη στάση των δυτικών συμμάχων απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο Σωτήρης Σέρμπος, καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, σε συνέντευξή του στη HuffPost και στον Τέρενς Κουίκ, προχωρεί σε μια ιδιαίτερα αιχμηρή αποτίμηση των ελληνικών χειρισμών στην κρίση της Κάσου το 2024, προειδοποιώντας ότι δημιουργήθηκε ένα επικίνδυνο προηγούμενο απέναντι στην Τουρκία.
Παράλληλα, αναλύει τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, στην οποία η Άγκυρα εμφανίζεται διπλωματικά αναβαθμισμένη, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη επιδιώκουν, για διαφορετικούς λόγους, την επαναπροσέγγισή της.
Ο καθηγητής υποστηρίζει ότι η Ελλάδα διαθέτει την αναγκαία στρατιωτική ισχύ για να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της, αλλά χρειάζεται μια διαφορετική στρατηγική: να απαιτήσει πρώτα από τη Δύση να ξεκαθαρίσει τη θέση της απέναντι στον τουρκικό αναθεωρητισμό.
«Η πόντιση καλωδίων είναι κατοχυρωμένο δικαίωμα – Δεν απαιτείται άδεια»
Ξεκινώντας από το ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης, ο Σωτήρης Σέρμπος επισημαίνει ότι η σχετική συζήτηση συχνά συγχέει δύο διαφορετικά ζητήματα του Δικαίου της Θάλασσας: την πόντιση υποβρύχιων καλωδίων και τα κυριαρχικά δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας.
Όπως εξηγεί, το άρθρο 79 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας κατοχυρώνει την ελευθερία πόντισης υποβρύχιων καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα, υπό τους όρους που προβλέπει η Σύμβαση.
«Η πόντιση ενός καλωδίου είναι ένα δικαίωμα και μια αρχή της ελευθερίας των θαλασσών», τονίζει, διευκρινίζοντας ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως δραστηριότητα εκμετάλλευσης της υφαλοκρηπίδας.
Αυτός είναι, κατά την εκτίμησή του, ο λόγος που τα υποβρύχια καλώδια διατρέχουν τεράστιες θαλάσσιες εκτάσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη, ακόμη και σε περιοχές όπου δεν έχουν οριοθετηθεί οι θαλάσσιες ζώνες μεταξύ γειτονικών κρατών.
Ο καθηγητής υπενθυμίζει ότι στην περίπτωση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου δεν βρισκόμαστε ακόμη στο στάδιο της πόντισης, αλλά σε εκείνο των προπαρασκευαστικών ερευνών, στις οποίες περιλαμβάνονται οι βυθομετρήσεις.
Η Τουρκία, όπως εξηγεί, επικαλείται τις δικές της διεκδικήσεις επί της υφαλοκρηπίδας, συνδέοντάς τες με το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει «μνημόνιο της Γαλάζιας Πατρίδας».
Απέναντι σε αυτή την επιχειρηματολογία βρίσκεται η ελληνική θέση, η οποία στηρίζεται στο Δίκαιο της Θάλασσας και, για τις περιοχές που καλύπτει, στη συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου.
Για τον Σέρμπο, η Αθήνα όφειλε εξαρχής να καταστήσει σαφές ότι οι συγκεκριμένες βυθομετρικές εργασίες εξυπηρετούν την εγκατάσταση του καλωδίου και δεν αποτελούν έρευνες υδρογονανθράκων.
«Στην Κάσο δημιουργήθηκε ένα αρνητικό προηγούμενο»
Η κριτική του καθηγητή γίνεται ιδιαίτερα έντονη όταν η συζήτηση περνά στα γεγονότα του 2024, στην περιοχή της Κάσου.
Ο Σέρμπος εκτιμά ότι η Ελλάδα δεν διαχειρίστηκε σωστά την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα προηγούμενο το οποίο η Άγκυρα μπορεί να επιχειρήσει να αξιοποιήσει σε επόμενες κρίσεις.
«Είμαι στενοχωρημένος που ένα τέτοιο ζήτημα κινδυνεύει να αναχθεί ακόμη και σε εθνικό θέμα», αναφέρει, υπογραμμίζοντας ότι η άσκηση ενός κατοχυρωμένου δικαιώματος δεν θα έπρεπε να μετατρέπεται σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή σε ζήτημα αναζήτησης ξένης προστασίας.
Περιγράφει μάλιστα την τουρκική τακτική με έναν όρο που χρησιμοποιεί συχνά στις διεθνείς σχέσεις: coercive diplomacy, δηλαδή καταναγκαστική διπλωματία.
Επιλέγει όμως και μια απλούστερη λέξη: «μπούλινγκ».
Όπως χαρακτηριστικά εξηγεί, όταν κάποιος χρησιμοποιεί τον εκφοβισμό και δεν αντιμετωπίζει αντίδραση, είναι πιθανό να επανέλθει με μεγαλύτερες απαιτήσεις.
Στην περίπτωση της Κάσου, η Τουρκία επέλεξε να επιδείξει στρατιωτική παρουσία, στέλνοντας πολεμικά πλοία στην περιοχή.
Κατά τον καθηγητή, η ελληνική πλευρά δεν έπρεπε να επιτρέψει αυτή την τακτική να επηρεάσει την εξέλιξη των ερευνών.
«Αν είχαμε συνοδεύσει το ερευνητικό με αεροναυτικές δυνάμεις, η Τουρκία πιθανότατα θα υποχωρούσε»
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές τοποθετήσεις του Σωτήρη Σέρμπου αφορά το τι θα μπορούσε να είχε συμβεί στην Κάσο εάν η Αθήνα είχε ακολουθήσει διαφορετική επιχειρησιακή τακτική.
Ο καθηγητής εκτιμά ότι, εφόσον η Ελλάδα είχε εξασφαλίσει την παρουσία κατάλληλων αεροναυτικών δυνάμεων για τη συνοδεία του ερευνητικού σκάφους, το πιθανότερο σενάριο θα ήταν η αποχώρηση των τουρκικών πολεμικών πλοίων.
Εξηγεί ότι το 2024 η Τουρκία βρισκόταν σε διαφορετική διπλωματική θέση από τη σημερινή.
Εκείνη την περίοδο επιδίωκε να αποκαταστήσει τις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη και, κατά την ανάλυσή του, δεν είχε συμφέρον να προκαλέσει μια σοβαρή ελληνοτουρκική κρίση.
Ο ίδιος θέτει ερωτήματα για τον ελληνικό σχεδιασμό και τις εναλλακτικές επιχειρησιακές επιλογές που είχαν εξεταστεί.
Είχε προβλεφθεί το ενδεχόμενο να εμφανιστούν τουρκικά πολεμικά πλοία; Υπήρχε συγκεκριμένο σχέδιο αντιμετώπισης μιας επίδειξης στρατιωτικής ισχύος; Και, εάν υπήρχε, γιατί δεν εφαρμόστηκε;
Η τελική του αξιολόγηση είναι κατηγορηματική:
«Εκεί ήταν μια υποχώρηση άνευ λογικής».
Η διατύπωση αποκτά πρόσθετη σημασία επειδή ο ίδιος επισημαίνει ότι έχει εργαστεί συστηματικά στο παρελθόν υπέρ της προσπάθειας εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων και της αναζήτησης μιας έντιμης συνεννόησης.
Δεν υποστηρίζει, επομένως, μια γενικευμένη πολιτική έντασης. Θεωρεί όμως ότι η αποκλιμάκωση δεν μπορεί να επιτυγχάνεται με τρόπο που δημιουργεί την εντύπωση υποχώρησης απέναντι στον καταναγκασμό.
«Η Τουρκία του 2026 είναι πιο ισχυρή διπλωματικά από την Τουρκία του 2024»
Η επόμενη κρίσιμη επισήμανση του καθηγητή αφορά τη μεταβολή των διεθνών συσχετισμών.
Η Τουρκία, υποστηρίζει, δεν βρίσκεται πλέον στη σχετική απομόνωση που αντιμετώπιζε το 2024.
Αντιθέτως, εμφανίζεται περισσότερο αναβαθμισμένη διπλωματικά, καθώς η Δύση επανεξετάζει τη χρησιμότητα και τον ρόλο της σε κρίσιμες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Η κυβέρνηση Τραμπ, ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι ευρωπαϊκές ανάγκες ασφάλειας και η στρατηγική σημασία της Τουρκίας δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον.
«Μην το αποκλείετε καθόλου να δείτε μια Τουρκία με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση όσον αφορά τις μονομερείς διεκδικήσεις της», προειδοποιεί.
Αναφέρεται μάλιστα στις εξελίξεις στη Λιβύη ως ένα ακόμη στοιχείο που πρέπει να συνεκτιμά η Αθήνα.
Το ερώτημα, κατά τον ίδιο, δεν είναι μόνο εάν η Τουρκία διαθέτει την ισχύ να προκαλέσει ένταση, αλλά εάν θεωρεί ότι μια τέτοια κίνηση εξυπηρετεί τους ευρύτερους στόχους της.
Και αυτό είναι κάτι που, όπως επισημαίνει, δεν μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα.
Η ελληνική διπλωματία, επομένως, οφείλει να εξετάζει πολλαπλά σενάρια, ακόμη και εκείνα που ενδέχεται να προκαλέσουν αμερικανική παρέμβαση.
Τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα και ο «κλειδοκράτορας του Αιγαίου»
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο Σωτήρης Σέρμπος και στις τουρκικές πρωτοβουλίες που συνδέονται με τη λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα».
Εστιάζει ειδικότερα στα θαλάσσια πάρκα που έχει παρουσιάσει η τουρκική πλευρά, υποστηρίζοντας ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απλές περιβαλλοντικές παρεμβάσεις.
Σύμφωνα με τη γεωπολιτική ανάγνωσή του, η γεωγραφική τους θέση αποτυπώνει μια ευρύτερη στρατηγική επιδίωξη.
Το ένα, όπως περιγράφει, βρίσκεται στην περιοχή που συνδέεται με τη βόρεια είσοδο του Αιγαίου, κάτω από τα Δαρδανέλια.
Το άλλο αφορά τη νοτιοανατολική έξοδο του Αιγαίου προς την Ανατολική Μεσόγειο, με ιδιαίτερη σημασία για την περιοχή του Καστελλορίζου.
Ο καθηγητής θεωρεί ότι μέσα από αυτές τις κινήσεις η Τουρκία επιχειρεί να προβάλει την εικόνα ότι ελέγχει τις στρατηγικές προσβάσεις στο Αιγαίο.
Και συνοψίζει την τουρκική αντίληψη με μια χαρακτηριστική φράση:
«Εγώ είμαι ο κλειδοκράτορας του Αιγαίου».
Για τον Σέρμπο, η ελληνική διπλωματία οφείλει να θέσει ευθέως το ζήτημα στους Αμερικανούς.
Ποια είναι η αμερικανική θέση απέναντι σε μια Τουρκία που επιδιώκει να εμφανίζεται ως η δύναμη η οποία καθορίζει τους όρους πρόσβασης και στρατηγικού ελέγχου στο Αιγαίο;
«Η Ελλάδα έχει τη σκληρή ισχύ – Δεν χρειάζεται να κρύβεται πίσω από τρίτες δυνάμεις»
Ο καθηγητής απορρίπτει την αντίληψη ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της χωρίς την άμεση στρατιωτική υποστήριξη ισχυρότερων συμμάχων.
Υπογραμμίζει ότι η σημερινή κατάσταση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων δεν μπορεί να συγκριθεί με την περίοδο κατά την οποία η δημοσιονομική κρίση περιόριζε τις δυνατότητές τους.
Η Ελλάδα, όπως εκτιμά, διαθέτει σημαντικούς συντελεστές ισχύος και μπορεί, εφόσον χρειαστεί, να υπερασπιστεί τις θέσεις της.
«Διαθέτουμε, αν και εφόσον χρειαστεί, τη σκληρή ισχύ για να κάνουμε τη δουλειά μέχρι τέλους από μόνοι μας», αναφέρει.
Και προσθέτει, χρησιμοποιώντας μια ιδιαίτερα αιχμηρή έκφραση, ότι δεν χρειάζεται η χώρα να αναζητεί διαρκώς κάλυψη πίσω από «παντελόνια ή φουστάνια τρίτων δυνάμεων».
Αυτό δεν σημαίνει ότι υποτιμά τις συμμαχίες.
Αντιθέτως, θεωρεί ότι η Γαλλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο.
Όμως ο ρόλος τους πρέπει να είναι πολιτικός και στρατηγικός, με σαφείς δεσμεύσεις και ξεκάθαρες τοποθετήσεις απέναντι στις αναθεωρητικές επιδιώξεις της Άγκυρας.
«Η Τουρκία θέλει να ξανανοίξει τη Συνθήκη της Λωζάννης»
Στο ιστορικό υπόβαθρο των τουρκικών διεκδικήσεων αναφέρεται εκτενώς ο καθηγητής, επισημαίνοντας ότι η τουρκική στρατηγική δεν περιορίζεται σε επιμέρους θαλάσσιες διαφορές.
Κατά την εκτίμησή του, στον πυρήνα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής εξακολουθεί να υπάρχει η επιθυμία αναθεώρησης της ισορροπίας που διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923.
Ο Σέρμπος εξηγεί ότι στην τουρκική στρατηγική αντίληψη η ελληνική νησιωτική γεωγραφία αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο στην ελεύθερη ανάπτυξη της τουρκικής ναυτικής ισχύος.
Η Άγκυρα, σύμφωνα με την ανάλυσή του, θεωρεί ότι οι ιστορικές αποφάσεις των δυτικών δυνάμεων περιόρισαν τη γεωπολιτική της εμβέλεια.
Γι’ αυτό και επιδιώκει να επαναφέρει στο τραπέζι ζητήματα που η Ελλάδα θεωρεί οριστικά διευθετημένα.
Ο καθηγητής χρησιμοποιεί μάλιστα έναν ενδιαφέροντα όρο, μιλώντας όχι μόνο για το γνωστό «Σύνδρομο των Σεβρών», αλλά και για ένα «Σύνδρομο της Λωζάννης».
Πρόκειται για την αντίληψη ότι, περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη διαμόρφωση της σύγχρονης Τουρκίας, η Άγκυρα μπορεί να διεκδικήσει μια νέα περιφερειακή ισορροπία.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσει και τη συστηματική ενίσχυση του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού.
Όπως επισημαίνει, η Τουρκία επενδύει εδώ και περίπου 15 χρόνια στην ανάπτυξη ναυτικών δυνατοτήτων που δεν περιορίζονται στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά επεκτείνονται προς στρατηγικά θαλάσσια περάσματα της ευρύτερης περιοχής της Ερυθράς Θάλασσας και της Αραβικής Χερσονήσου.
«Πρώτα πρέπει να διαπραγματευτούμε με τη Δύση και μετά με την Τουρκία»
Από τις πιο ουσιαστικές πολιτικές προτάσεις του Σωτήρη Σέρμπου είναι η ανάγκη αναπροσανατολισμού της ελληνικής διπλωματικής στρατηγικής.
Ο καθηγητής υποστηρίζει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να θεωρεί πως το πρόβλημα των τουρκικών διεκδικήσεων μπορεί να επιλυθεί αποκλειστικά μέσα από διμερείς συνομιλίες με την Άγκυρα.
Η Τουρκία, κατά την εκτίμησή του, διεκδικεί έναν νέο ρόλο στη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας και επιχειρεί να αξιοποιήσει τη γεωπολιτική της σημασία για να αποκτήσει μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων.
Επομένως, η Αθήνα πρέπει να θέσει το ζήτημα πρώτα στους ίδιους τους δυτικούς εταίρους.
«Η ενεργητική διαπραγμάτευση εκ μέρους της Ελλάδος πρέπει να ξεκινά από την ίδια τη Δύση, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, και όχι με την ίδια την Τουρκία».
Ο καθηγητής θεωρεί ότι η Δύση οφείλει να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς επιδιώκει από την Τουρκία και ποια όρια είναι διατεθειμένη να θέσει στις διεκδικήσεις της.
Διαφορετικά, ακόμη και οι καλοπροαίρετες προσπάθειες ελληνοτουρκικής προσέγγισης θα συναντούν τα ίδια στρατηγικά αδιέξοδα.
Τα ερωτήματα προς τον Μάρκο Ρούμπιο και ο ρόλος των ΗΠΑ
Στη συνέντευξή του ο Σωτήρης Σέρμπος στέκεται ιδιαίτερα και στον ρόλο του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο.
Θεωρεί ότι η ελληνική πλευρά δεν πρέπει να αρκείται σε γενικές διαβεβαιώσεις περί στρατηγικής συνεργασίας.
Αντιθέτως, οφείλει να θέτει συγκεκριμένα ερωτήματα για τον ρόλο της Ελλάδας στον δυτικό σχεδιασμό ασφάλειας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα αντιμετωπίζεται από τις ΗΠΑ ως ουσιαστικό αντίβαρο στην Τουρκία;
Μέχρι ποιο σημείο μπορεί να στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις και τι πρόσθετη πολιτική ή στρατηγική υποστήριξη είναι διατεθειμένη να προσφέρει η Ουάσιγκτον;
Και, κυρίως, υπάρχει περίπτωση η Ελλάδα να αντιμετωπιστεί ως ένας σύμμαχος που μπορεί να δεχθεί πιέσεις για παραχωρήσεις, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αμερικανοτουρκικής συνεννόησης;
Ο καθηγητής δεν παρουσιάζει κάποιο από αυτά τα ενδεχόμενα ως δεδομένο.
Επιμένει όμως ότι πρόκειται για σενάρια που η ελληνική εξωτερική πολιτική οφείλει να εξετάζει.
«Εγώ προσωπικά, αν είχα τον Μάρκο Ρούμπιο σε ένα τέτοιο τετ α τετ, θα έβαζα πολύ βαθιά το μαχαίρι στο κόκαλο», σημειώνει.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί όλοι περίμεναν μια κουβέντα από τον Ρούμπιο για το καλώδιο»
Ο Σωτήρης Σέρμπος σχολιάζει και την απουσία συγκεκριμένης δημόσιας αναφοράς του Μάρκο Ρούμπιο στο έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου.
Επισημαίνει ότι το Great Sea Interconnector δεν αποτέλεσε αντικείμενο ρητής αναφοράς στο κείμενο του στρατηγικού διαλόγου, όπως ο ίδιος παρατηρεί.
Ωστόσο, δεν θεωρεί ότι η ελληνική πλευρά πρέπει να περιμένει μια δημόσια αμερικανική δήλωση για να προχωρήσει στην άσκηση των δικαιωμάτων της.
Αντίθετα, υποστηρίζει ότι η Αθήνα πρέπει να εκπέμπει απολύτως ξεκάθαρο μήνυμα.
Εάν ο ίδιος βρισκόταν στη θέση του υπουργού Εξωτερικών, εξηγεί, θα δήλωνε με διπλωματική αβρότητα αλλά και αποφασιστικότητα ότι η Ελλάδα έχει δεσμευτεί να προχωρήσει το έργο.
Και χρησιμοποιεί μια χαρακτηριστική αγγλική διατύπωση:
«All the way, we will deliver, with or without you».
Δηλαδή: «Θα το προχωρήσουμε μέχρι τέλους, με ή χωρίς εσάς».
Αυτή, κατά τον καθηγητή, πρέπει να είναι η σαφής ελληνική θέση απέναντι στους συμμάχους.
Ταυτόχρονα, αναγνωρίζει ότι μπορεί να υπάρχει περιθώριο για αθόρυβη διπλωματία, μακριά από δημόσιες αντιπαραθέσεις και δηλώσεις.
Θέτει όμως ένα κρίσιμο ερώτημα: συμμετέχει η Ελλάδα ουσιαστικά στις σχετικές διαβουλεύσεις;
Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω της άμεσης επικοινωνίας που, όπως επισημαίνει, μπορούν να έχουν ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Η Αθήνα, κατά την άποψή του, δεν μπορεί να αγνοεί αυτόν τον παράγοντα ούτε να θεωρεί αυτονόητο ότι όλες οι κρίσιμες αποφάσεις θα λαμβάνονται με τη δική της συμμετοχή.
Το καλώδιο ως δοκιμασία αξιοπιστίας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής
Ο καθηγητής επανέρχεται στην κεντρική του εκτίμηση: η ηλεκτρική διασύνδεση δεν είναι απλώς ένα τεχνικό έργο.
Είναι ένα πρώτο σοβαρό τεστ για το κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να συνδυάσει τη διπλωματία, τη στρατιωτική αποτροπή και τις διεθνείς συμμαχίες της, χωρίς να επιτρέψει τη δημιουργία νέων τετελεσμένων.
«Το καλώδιο είναι ένα πρώτο crash test», επισημαίνει.
Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν θα παρακολουθείται μόνο από την Τουρκία.
Θα αξιολογηθεί από συμμάχους, εταίρους και ανταγωνιστές, οι οποίοι θα εξαγάγουν συμπεράσματα για τη συνέπεια και την αποφασιστικότητα της ελληνικής πολιτικής.
Ο Σέρμπος εκφράζει παράλληλα την ανησυχία ότι, καθώς η χώρα κινείται προς τις επόμενες εκλογές, ζητήματα εθνικής ασφάλειας κινδυνεύουν να μετατραπούν σε αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η διαχείρισή τους, ωστόσο, απαιτεί κατά την άποψή του ψυχραιμία, επαγγελματικό σχεδιασμό και εξέταση όλων των πιθανών εξελίξεων.
Το κεντρικό μήνυμα της συνέντευξής του είναι σαφές: η Ελλάδα δεν πρέπει να αναζητεί άδεια για την άσκηση των δικαιωμάτων της, αλλά ούτε και να παραγνωρίζει τη σημασία των διεθνών συσχετισμών.
Η πρόκληση είναι να αξιοποιήσει τις δικές της δυνατότητες, να απαιτήσει σαφείς τοποθετήσεις από τους δυτικούς συμμάχους και να αποφύγει την επανάληψη ενός προηγουμένου που ο ίδιος θεωρεί ιδιαίτερα επιζήμιο.
Γιατί, όπως προκύπτει από την ανάλυσή του, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο αν θα προχωρήσει το καλώδιο, αλλά ποιος θα καθορίζει στο μέλλον τους κανόνες στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.