Την ώρα που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει στην ετήσια έκθεσή της συνεχιζόμενη υποχώρηση της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης στην Τουρκία, αλλά επιμένει να χαρακτηρίζει την Άγκυρα «υποψήφια χώρα και βασικό εταίρο» της ΕΕ, μια νέα καταγγελία Ευρωπαίων εκπροσώπων έρχεται να αναδείξει την αντίφαση ανάμεσα στη στρατηγική συνεργασία των Βρυξελλών με την Τουρκία και στις πρακτικές των τουρκικών αρχών.
Αντιπροσωπεία εκπροσώπων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών και του Συμβουλίου της Ευρώπης, που επισκέφθηκε την Τουρκία από τις 2 έως τις 4 Νοεμβρίου, καταγγέλλει ότι δεν της επετράπη να συναντήσει εκλεγμένους δημάρχους και άλλους εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης που παραμένουν επί μακρόν υπό προσωρινή κράτηση. Δεν κατέστη επίσης δυνατό να πραγματοποιηθεί συνάντηση με τον υφυπουργό Εσωτερικών.
Η κοινή δήλωση έγινε στις 4 Νοεμβρίου, την ημέρα παρουσίασης της έκθεσης διεύρυνσης της Κομισιόν, και δημοσιοποιήθηκε στις 5 Νοεμβρίου. Η Άγκυρα είχε στο μεταξύ απορρίψει τις ευρωπαϊκές επικρίσεις ως «αβάσιμες», καταγγέλλοντας «δύο μέτρα και δύο σταθμά».
«Μας αρνήθηκαν την πρόσβαση στους εκλεγμένους εκπροσώπους»
«Εκφράζουμε τη βαθιά λύπη μας για το γεγονός ότι δεν επετράπη στην κοινή αντιπροσωπεία μας να συναντήσει εκλεγμένους εκπροσώπους της τοπικής αυτοδιοίκησης που βρίσκονται υπό παρατεταμένη προσωρινή κράτηση», αναφέρουν οι τέσσερις Ευρωπαίοι εισηγητές.
Πρόκειται για τους Μαρκ Κουλς και Μπριόνι Ράντκιν από το Συμβούλιο της Ευρώπης, τη Γελένα Ντρενιάνιν από την Επιτροπή των Περιφερειών και τον ευρωβουλευτή Νάτσο Σάντσεθ Αμόρ.
«Ο άμεσος διάλογος με δημοκρατικά εκλεγμένους εκπροσώπους, ακόμη και με εκείνους που έχουν στερηθεί την ελευθερία τους, είναι απαραίτητος για το έργο των ευρωπαϊκών θεσμών και για μια τεκμηριωμένη αξιολόγηση της κατάστασης της τοπικής δημοκρατίας στην Τουρκία», υπογραμμίζουν.
Μεταξύ των αιρετών που κατονομάζονται είναι ο πρώην δήμαρχος Σμύρνης Τουντς Σογιέρ, ο δήμαρχος Μπουγιουκτσεκμετζέ Χασάν Ακγκιούν, η δήμαρχος Ουσκουντάρ Σινέμ Ντεντετάς και ο δήμαρχος Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου, του οποίου οι Ευρωπαίοι εκπρόσωποι παρακολούθησαν δικαστική ακρόαση στις 3 Νοεμβρίου.
Να σταματήσει η αντικατάσταση εκλεγμένων δημάρχων
Η αντιπροσωπεία ζητά από τις τουρκικές αρχές να επανεξετάσουν το ζήτημα των παρατεταμένων προφυλακίσεων αιρετών και στελεχών των δημοτικών διοικήσεων και να συζητήσουν τον τερματισμό της πρακτικής διορισμού κρατικών επιτρόπων στη θέση εκλεγμένων δημάρχων.
«Παραμένουμε βαθιά ανήσυχοι για την κατάσταση των εκλεγμένων εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι οποίοι εμποδίζονται να ασκήσουν την εντολή που τους ανέθεσε ο τουρκικός λαός μέσω δημοκρατικών εκλογών», τονίζουν.
Υπενθυμίζουν ότι είχαν ήδη απευθυνθεί στις τουρκικές αρχές με επιστολή στις 27 Απριλίου 2026, ενώ εκφράζουν ανησυχία και για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, επισημαίνοντας ότι η ειρηνική άσκηση θεμελιωδών ελευθεριών δεν πρέπει να οδηγεί σε εκφοβισμό, διακρίσεις ή ποινικοποίηση.
Παρά τις καταγγελίες, «βασικός εταίρος» η Τουρκία
Παρά τις καταγγελίες για την παρεμπόδιση δημοκρατικά εκλεγμένων εκπροσώπων, οι τέσσερις Ευρωπαίοι εισηγητές εξακολουθούν να υπογραμμίζουν τη σημασία της Τουρκίας ως εταίρου.
«Ως ένα από τα παλαιότερα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και υποψήφια χώρα προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Τουρκία αποτελεί βασικό εταίρο για την επίτευξη της κοινής μας δέσμευσης στη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα», αναφέρουν χαρακτηριστικά.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι πού τελειώνει η αναγνώριση της στρατηγικής σημασίας μιας χώρας και πού αρχίζει η ανάγκη σαφούς πολιτικής στάσης απέναντι σε πρακτικές που δεν παραπέμπουν απλώς σε αυταρχική διακυβέρνηση, αλλά σε ένα ολοένα πιο ανελεύθερο καθεστώς, με χαρακτηριστικά συστηματικής καταστολής της πολιτικής αντιπολίτευσης και της ελεύθερης έκφρασης.
Και δεν πρόκειται μόνο για τους εκλεγμένους δημάρχους. Η ίδια η Κομισιόν καταγράφει συλλήψεις και φυλακίσεις δημοσιογράφων, διώξεις αντιφρονούντων, περιορισμούς στις θεμελιώδεις ελευθερίες και σοβαρά προβλήματα στην προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων. Ακόμη και οι ανησυχίες της UNESCO για την Αγία Σοφία και τη Μονή της Χώρας παραμένουν χωρίς αντιμετώπιση, όπως και οι αναθεωρητικές διεκδικήσεις της Άγκυρας εις βάρος κρατών-μελών της ΕΕ.
Κι όμως, οι Βρυξέλλες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την Άγκυρα ως προνομιακό συνομιλητή, παρά τις πρακτικές που οι ίδιες καταγράφουν και καταγγέλλουν.
Το πρόβλημα, τελικά, δεν είναι μόνο ο αυταρχισμός και ο αναθεωρητισμός της Άγκυρας. Είναι και η πολιτική ανοχή της Ευρώπης απέναντι στην Τουρκία και την ηγεσία της. Και όσο οι Βρυξέλλες επιμένουν σε αυτή τη στάση, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη να αναδεικνύεται η αντίφαση. Γιατί η σιωπή απέναντι στον αυταρχισμό δεν είναι τίποτα λιγότερο από συνενοχή.