Έντονη δημόσια συζήτηση έχει προκαλέσει στη Βρετανία η πιθανότητα αποφυλάκισης του Σάνι Ισλάμ, του κατά συρροή βιαστή που είχε δηλώσει πως κακοποιούσε σεξουαλικά γυναίκες και ένα 15χρονο κορίτσι επειδή ήθελε να τους «δώσει ένα μάθημα» για το γεγονός ότι κυκλοφορούσαν τη νύχτα. Η υπόθεσή του αναμένεται να εξεταστεί τον Σεπτέμβριο από το Συμβούλιο Αποφυλάκισης, το οποίο θα αποφασίσει αν θα αφεθεί ελεύθερος.
Η διαδικασία δεν θα διεξαχθεί δημόσια, παρά το σχετικό αίτημα ενός εκ των θυμάτων. Σύμφωνα με την απόφαση, ο κρατούμενος υποστήριξε ότι η προοπτική μιας ανοιχτής ακρόασης του προκάλεσε έντονο άγχος και σοβαρά προβλήματα ύπνου.
Όπως προκύπτει από τα έγγραφα του Συμβουλίου Αποφυλάκισης, ένα από τα θύματα είχε ζητήσει η συνεδρίαση να πραγματοποιηθεί δημόσια, επισημαίνοντας ότι ο δράστης εξακολουθεί να αποτελεί απειλή για τις γυναίκες και ότι η κοινωνία πρέπει να γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο εξετάζεται η υπόθεσή του.
Ο συνήγορος του Ισλάμ ανέφερε ότι ο πελάτης του παρουσίασε σοβαρή επιβάρυνση της ψυχολογικής του κατάστασης όταν ενημερώθηκε για το ενδεχόμενο δημόσιας ακρόασης. Σύμφωνα με τον ίδιο, εμφάνισε έντονο στρες, αϋπνία και αναζήτησε ιατρική υποστήριξη.
Παρότι δεν προσκομίστηκαν ιατρικά έγγραφα που να επιβεβαιώνουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς, ο δικαστής Τζέρεμι Ρόμπερτς, ενεργώντας για λογαριασμό του προέδρου του Συμβουλίου Αποφυλάκισης, έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να αμφισβητήσει όσα μεταφέρθηκαν από την υπεράσπιση.
Στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι τα εγκλήματα του Ισλάμ είναι εξαιρετικά σοβαρά και πως ένα δημόσιο ακροατήριο θα μπορούσε να δημιουργήσει ιδιαίτερα εχθρικό κλίμα απέναντί του. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η δημόσια συζήτηση των συγκεκριμένων υποθέσεων ενδεχομένως να επιβάρυνε και τα ίδια τα θύματα, καθώς δεν ήταν γνωστές οι θέσεις όλων.
Ο Σάνι Ισλάμ ήταν 21 ετών όταν πραγματοποίησε τις επιθέσεις και μεγάλωσε σε αυστηρό μουσουλμανικό περιβάλλον. Το 2012 καταδικάστηκε σε ποινή αόριστης διάρκειας, με ελάχιστο χρόνο κράτησης τα 11 χρόνια. Λαμβάνοντας υπόψη και την προσωρινή κράτηση, συμπλήρωσε το ελάχιστο όριο το 2021.
Η σύλληψή του ακολούθησε την απαγωγή και τον βιασμό ενός 15χρονου κοριτσιού τον Σεπτέμβριο του 2010. Σύμφωνα με τη δικογραφία, την απείλησε με μαχαίρι, την εξανάγκασε να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητό του και τη μετέφερε σε απομονωμένη περιοχή, όπου τη βίασε δύο φορές.
Οι Αρχές εντόπισαν το όχημα μέσω των πινακίδων κυκλοφορίας, καθώς ήταν δηλωμένο στη σύντροφό του. Στη συνέχεια, τα αποτελέσματα των εξετάσεων DNA τον συνέδεσαν με ακόμη τρεις επιθέσεις στο ανατολικό Λονδίνο.
Κατά τη διάρκεια της δίκης έγινε γνωστό ότι τον Ιούλιο του 2010 επιτέθηκε σε 20χρονη σεξεργάτρια, την οποία έδεσε, ξυλοκόπησε όταν αντιστάθηκε και βίασε δύο φορές, πριν της αφαιρέσει το πορτοφόλι.
Λίγες ημέρες αργότερα επιτέθηκε σε 28χρονη γυναίκα στην περιοχή Φόρεστ Γκέιτ, την οποία εξανάγκασε σε σεξουαλική πράξη μέσα στο αυτοκίνητό του. Η γυναίκα κατάφερε να διαφύγει αφού έσπασε το πίσω τζάμι του οχήματος, ενώ ο δράστης προσπαθούσε να τη στραγγαλίσει.
Το τέταρτο θύμα δεν είχε καταγγείλει αρχικά την επίθεση. Η υπόθεση αποκαλύφθηκε όταν οι αστυνομικοί βρήκαν στο αυτοκίνητο του δράστη ίχνη αίματός της, καθώς και το μαχαίρι που χρησιμοποιούσε για να απειλεί τα θύματα και πλαστικά δεματικά με τα οποία τα ακινητοποιούσε. Η 31χρονη είχε δεχθεί άγριο ξυλοδαρμό πριν βιαστεί δύο φορές.
«Θα τους δώσω ένα μάθημα»
Κατά την ανακοίνωση της ποινής, η δικαστής είχε επισημάνει ότι ο κατηγορούμενος έλεγε στα θύματά του πως θα τους «δώσει ένα μάθημα», χαρακτηρίζοντας τη συγκεκριμένη φράση ως ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόταν τις γυναίκες.
Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, πίστευε ότι όσες γυναίκες κυκλοφορούσαν τη νύχτα δεν άξιζαν σεβασμό ή προστασία και αναζητούσε συστηματικά νέα θύματα.
Σε δήλωσή της κατά τη διάρκεια της δίκης, η ανήλικη που είχε πέσει θύμα απαγωγής ανέφερε ότι εξακολουθεί να βιώνει έντονες αναδρομές της επίθεσης, τονίζοντας πως δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει όσα έζησε.
Η δικαστής είχε καταλήξει ότι η ζημιά που προκάλεσε στα θύματά του είναι «ανυπολόγιστη» και ότι ο Ισλάμ αποτελεί «διαρκή και ακραίο κίνδυνο για τις γυναίκες, ιδιαίτερα για όσες κυκλοφορούν τη νύχτα».