Νέες αποκαλύψεις έρχονται να ρίξουν σκιές στο αμφιλεγόμενο και πολυσυζητημένο επενδυτικό σχέδιο του Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρού του Ντόναλντ Τραμπ, στην Αλβανία. Αυτό καθώς σύμφωνα με τη Wall Street Journal ένα από τα πρόσωπα που πούλησαν εκτάσεις αντί περίπου 240 εκατομμυρίων δολαρίων στην κοινοπραξία που στηρίζει το project είναι αντιμέτωπο με σοβαρές κατηγορίες για συμμετοχή σε διεθνές κύκλωμα διακίνησης ναρκωτικών και ξέπλυμα χρήματος.
Σημειώνεται πως το όλο σχέδιο έχει προκαλέσει πολλές αντιδράσεις και κάτοικοι της περιοχής υποστηρίζουν ότι τμήματα της γης που προορίζονται για ανάπτυξη τους ανήκουν και είχαν προειδοποιήσει την πλευρά Κούσνερ να μην προχωρήσει όσο οι δικαστικές διαμάχες παραμένουν ανοιχτές. Για το θέμα έχουν γίνει μεγάλες διαδηλώσεις, έχουν ξεσπάσει επεισόδια με την αστυνομία ενώ οι πολίτες οργανώνονται σε αυτό που αποκαλουν «Επανάσταση των Φλαμίγκο», καθώς το συγκεκριμένο πτηνό ζει στην περιοχή που σχετίζεται με το επενδυτικό σχέδιο, θέτοντας και περιβαλλοντικά ζητήματα.
Τώρα, στο επίκεντρο βρίσκεται ο 60χρονος Αρτούρ Σέχου, ο οποίος σήμερα ζει στο Μαϊάμι και αρνείται τόσο τις κατηγορίες περί ναρκωτικών όσο και τους ισχυρισμούς ότι απέκτησε παράνομα γη. Ο δικηγόρος του, Κουιτίμ Τσακράνι, υποστηρίζει ότι ο πελάτης του είναι απλώς μέλος μεγάλης οικογένειας γαιοκτημόνων και ότι όλες οι επιχειρηματικές συναλλαγές του ήταν νόμιμες.
Η μετακόμιση στο Μαϊάμι και η εμπλοκή του ονόματός του σε υποθέσεις ναρκωτικών
Σύμφωνα με τα κτηματολογικά αρχεία του Μαϊάμι, ο Σεχού και η σύζυγός του (πρώην τηλεοπτική περσόνα από την Αλβανία) κατέχουν μια κατοικία περίπου 370 τ.μ στην οδό Φλαμίνγκο Ντράιβ του Μαϊάμι Μπιτς.
Ο Σεχού, εν μέσω της ταραχώδους πορείς της Αλβανίας την μετακομμουνιστική περιόδο της δεκαετίας του 1990 που η χώρα ταλανιζόταν από πολιτική αστάθεια, οργανωμένο έγκλημα και ένα τεράστιο σκάνδαλο – πυραμίδα που παραλίγο να βυθίσει τη χώρα σε εμφύλιο πόλεμο, κατάφερε και αναδείχθηκε ως επιχειρηματίας, με τα περιουσιακά του στοιχεία να περιλαμβάνουν ένα ξενοδοχείο στην ταραχώδη πόλη της Αυλώνας.
Απασχόλησε τις Αλβανικές και Ιταλικές αρχές για υποθέσεις ναρκωτικών και διακίνηση μεταναστών όπως ανέφερε ο Ντρίταν Ζαγκάνι, ένας από τους πρώην αξιωματικούς της αλβανικής κρατικής αστυνομίας που «έτρεξαν» τις σχετικές έρευνες.
Επίσης, το 1999 ο Σέχου φέρεται να είχε εμπλακεί σε ανταλλαγή πυροβολισμών με μια αντίπαλη συμμορία. Μετά από αυτό εξαφανίστηκε. «Μετά από αυτό, ο Άρτουρ εξαφανίστηκε», είπε ο Ζαγκάνι. Ο δε δικηγόρος του δήλωσε ότι ο πελάτης του δέχτηκε επίθεση από φιλοκομμουνιστικές συμμορίες λόγω των αντικομμουνιστικών του απόψεων.
Τελλικά ούτε οι αρχές της Αλβανίας ούτε της Ιταλίας απήγγειλαν κατηγοριες σε βάρος του Σέχου ο οποίος επανεμφανίστηκε στο Μαϊάμι των ΗΠΑ το 2001 και του χορηγήθηκε άσυλο αφού επικαλέστηκε επιθέσεις από τις κομμουνιστικές συμμορίες, οι οποίες σκότωσαν τον θείο και τον αδελφό του, όπως λέει ο Τσακράνι. Απέκτησε απέκτησε αμερικανική υπηκοότητα, αλλά διατήρησε δεσμούς με την Αλβανία, αναπτύσσοντας ένα χαρτοφυλάκιο ακινήτων.
Βρέθηκε ξανά στο στόχαστρο των αρχών το 2012, όταν οι Ιταλοί εισαγγελείς ζήτησαν τη σύλληψή του στο πλαίσιο μιας ευρύτερης υπόθεσης που αφορούσε μια ιταλική εγκληματική οικογένεια. Ο Σέχου ήταν συνιδιοκτήτης μιας τζελατερίας στην Αλβανία μαζί με έναν Ιταλό μαφιόζο, ο οποίος του κατέθεσε πάνω από 1 εκατομμύριο ευρώ , σύμφωνα με απόφαση ιταλικού δικαστηρίου. Ο Σέχου του νοίκιασε επίσης χώρο σε ένα κτίριο για καζίνο, όπως ανέφεραν οι εισαγγελείς.
Τελικά όμως η υπόθεση δεν προχώρησε ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων.
Το όνομά του όμως συνέχισε να «εμφανίζεται« σε έρευνες για υποθέσεις ναρκωτικών. Μάλιστα οι ευρωπαϊκές αρχές, στο πλαίσιο επιχειρήσεων παρακολούθησης, τον εντόπισαν στο Μονακό μαζί με ύποπτους διακινητές, σύμφωνα με τους Αλβανούς εισαγγελείς, οι οποίοι εξασφάλισαν, μάλιστα, φωτογραφίες του από το 2019 στη Μαγιόρκα, όπου συμμετείχε σε συνάντηση μαζί με έναν ύποπτο αρχιμαφιόζο, που στη συνέχεια έπεσε στα χέρια των αστυνομικών Αρχών.
Για μια ακόμη φορά όμως δεν του απαγγέλθηκαν κατηγορίες και ο δικηγόρος ξεκαθαρίζει πως δεν είχε κανένα νομικό πρόβλημα με καμία ευρωπαϊκή χώρα εκτός της Αλβανίας και ότι συμμετείχε μόνο σε νόμιμες επιχειρηματικές συναλλαγές.
Τα σχέδια με το Κούσνερ και Σέχου
Ο Κούσνερ, γαμπρός του Ντόναλντ Τραμπ, έχει στραφεί τα τελευταία χρόνια σε μεγάλα real estate projects σε χώρες των Βαλκανίων εκτιμώντας ότι ο τουρισμός και οι τιμές των ακινήτων στην περιοχή θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται. Μια από αυτές είναι η Αλβανία όπου η συνολική επένδυση υπολογίζεται σε 5 δισ. δολάρια και έχει τη στήριξη του πρωθυπουργού Έντι Ράμα.
Το ενδιαφέρον του Κούσνερ και της συζύγου του, Ιβάνκα Τραμπ, για την Αλβανία ξεκίνησε έπειτα από ταξίδι τους με γιοτ στη Μεσόγειο. Ο Κούσνερ έφτασε στη συνέχεια σε συμφωνία με τον Έντι Ράμα για την ανάπτυξη της Σάσωνος και άρχισε να καταστρώνει σχέδια μαζί με τον Αμερικανό developer Άσερ Αμπεσέρα. Σύντομα το ενδιαφέρον τους επεκτάθηκε και στο Ζβέρνετς, περίπου οκτώ χιλιόμετρα μακριά, μια παρθένα παραθαλάσσια περιοχή όπου φωλιάζουν θαλάσσιες χελώνες και βόσκουν κοπάδια προβάτων.
Σύμφωνα με τους εισαγγελείς που ερευνούν την υπόθεση ξεπλύματος χρήματος, εταιρεία που συνδέεται με το project κατέβαλε τον Απρίλιο 110 εκατ. ευρώ – περίπου 125 εκατ. δολάρια – στον Σέχου για τη γη του στο Ζβέρνετς.
Βέβαια η έκταση βρίσκεται στο επίκεντρο πολυετών δικαστικών διεκδικήσεων.
Κάτοικοι της περιοχής λένε ότι μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος οι οικογένειές τους απέκτησαν ξανά εκτάσεις που είχαν κρατικοποιηθεί. Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, όμως, άρχισαν να διαπιστώνουν ότι τοπικές υπηρεσίες είχαν αναγνωρίσει δικαιώματα στον Σέχου. Υποστηρίζουν μάλιστα πως είχε «χρησιμοποιήσει» το αδύναμο δικαστικό σύστημα της χώρας για να συγκεντρώσει μεγάλο μέρος της γης στο Ζβέρνετς: μέσω ενός δικηγόρου, χρησιμοποίησε ιστορικά έγγραφα για να αποδείξει ότι ο πρόγονός του, ο Σέιτ Σέχου, ήταν παλαιότερα ιδιοκτήτης του ακινήτου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια υπόθεση στην οποία το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οθωμανικό έγγραφο ιδιοκτησίας είχε μεταφραστεί λανθασμένα, με το όνομα του αρχικού ιδιοκτήτη να αντικαθίσταται από εκείνο προγόνου του Σέχου. Δικηγόρος και αρχειονόμος καταδικάστηκαν αργότερα για αδικήματα που σχετίζονταν με πλαστά έγγραφα, αν και η υπόθεση του δικηγόρου επανεκδικάζεται. «Η πλαστότητα αυτού του εγγράφου έχει αποδειχθεί», αποφάνθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο της Αλβανίας.
Η πλευρά Σέχου επιμένει ότι υπάρχουν άλλα, νόμιμα έγγραφα που αποδεικνύουν την ιδιοκτησία της οικογένειάς του.
Ένταλμα σύλληψη για το Σέχου
Τα πράγματα άλλαξαν κατά πολύ για τον Σέχου τον Ιούνιο όταν Ευρωπαίοι ερευνητές από την Ισπανία, το Βέλγιο και άλλες χώρες παρέδωσαν στοιχεία στην ειδική εισαγγελία SPAK της Αλβανίας.
Οι εισαγγελείς εξασφάλισαν ένταλμα σύλληψης για τον Σέχου και άλλα 19 άτομα, τα οποία θεωρούν μέλη μεγάλου ευρωπαϊκού κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών. Ο Σέχου κατηγορείται για ξέπλυμα χρήματος και συμμετοχή σε δομημένη εγκληματική οργάνωση, ενώ οι εισαγγελικές αρχές τού αποδίδουν «ηγετικό ρόλο» στο δίκτυο.
Το κύκλωμα φέρεται να είχε παρουσία σε ολόκληρη την αλυσίδα διακίνησης κοκαΐνης: από την παραγωγή στον Ισημερινό και την απόκρυψή της σε φορτία φρούτων, σόγιας και ζάχαρης μέχρι τη μεταφορά μέσω ολλανδικών λιμανιών, την επεξεργασία και τη διανομή στην Ευρώπη.
Τα κέρδη φέρεται να επέστρεφαν στην Αλβανία μέσω κρυπτονομισμάτων και μετρητών που μεταφέρονταν ακόμη και με λεωφορεία και στη συνέχεια να ξεπλένονταν μέσω επενδύσεων σε ακίνητα. Ο δικηγόρος του Σέχου απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς και δηλώνει ότι ο πελάτης του πραγματοποιούσε αποκλειστικά νόμιμες συναλλαγές.
Οι εισαγγελείς έχουν «παγώσει» τα χρήματα που έλαβε ο Σέχου από την πώληση της γης.
Στα δικαστήρια για την γη
Στο μεταξύ, τον Σεπτέμβριο του 2024, κάτοικοι απέστειλαν επιστολή στην εταιρεία του Κούσνερ ζητώντας να μην προχωρήσει σε ενέργειες που θα μπορούσαν να παραβιάσουν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του χωριού όσο οι διαφορές παρέμεναν σε εκκρεμότητα.
Ο Αμπεσέρα είχε δηλώσει τότε ότι η εταιρεία δεν ενδιαφερόταν να αναπτύξει οποιαδήποτε έκταση που δεν της ανήκε νόμιμα.
Η κοινοπραξία υποστηρίζει σήμερα ότι το αλβανικό δικαστικό σύστημα είναι το κατάλληλο πεδίο για να επιλυθούν οι αμφισβητήσεις σχετικά με την ιδιοκτησία και τις προηγούμενες συναλλαγές. Δηλώνει επίσης ότι γνωρίζει τις καταγγελίες σε βάρος του πωλητή της γης, αλλά δεν αποτελεί η ίδια αντικείμενο έρευνας και εξακολουθεί να θεωρεί ότι οι αγορές έγιναν νόμιμα.
Στα τέλη Απριλίου, η εταιρεία τοποθέτησε περίφραξη και συρματόπλεγμα γύρω από τμήματα της περιβαλλοντικά προστατευόμενης χερσονήσου.
Όταν κάτοικοι συγκεντρώθηκαν για να διαμαρτυρηθούν, ιδιωτικοί φύλακες απέκλεισαν την περιοχή. Ένας από αυτούς καταγράφηκε σε βίντεο να χτυπά έναν κάτοικο στον λαιμό και στη συνέχεια να τον σέρνει στην παραλία, ενώ αστυνομικοί βρίσκονταν κοντά. Η εταιρεία αποδοκίμασε το περιστατικό, αποδίδοντας την ευθύνη σε εξωτερικό συνεργάτη ασφαλείας.
Το βίντεο έγινε viral και πυροδότησε κύμα αντιδράσεων. Διαδηλωτές άρχισαν να συγκεντρώνονται στα Τίρανα κρατώντας πλακάτ με εικόνες του Κούσνερ, του Τραμπ και φλαμίνγκο, ενώ οι κινητοποιήσεις διευρύνθηκαν σε μια γενικότερη διαμαρτυρία για τη διαφθορά και την άναρχη ανάπτυξη, την οποία οι συμμετέχοντες αποκαλούν «Επανάσταση των Φλαμίνγκο».
Παρά τις αντιδράσεις, το σχέδιο συνεχίζεται και βρίσκεται στη διαδικασία περιβαλλοντικής αξιολόγησης, απαραίτητης πριν από τις κυβερνητικές εγκρίσεις για την έναρξη της κατασκευής. Οι κάτοικοι του Ζβέρνετς, από την πλευρά τους, φοβούνται ότι θα χάσουν οριστικά τις εκτάσεις που θεωρούν δικές τους και θα εκδιωχθούν για άλλη μια φορά. Στην πλευρά τους, έχουν αξιωματούχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διασημότητες όπως η Ντούα Λίπα, ωστόσο το έργο των 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων έχει την ισχυρή υποστήριξη του πρωθυπουργού της Αλβανίας, ο οποίος το εκθειάζει ως μια σημαντική ξένη επένδυση που θα τονώσει την αλβανική οικονομία.