Η πριγκίπισσα Νταϊάνα, που γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1961, θα έκλεινε φέτος τα 65 της χρόνια. Η προσωπικότητά της, γεμάτη ενσυναίσθηση, ευθραυστότητα αλλά και δυναμισμό, αποτυπώνεται έντονα τόσο στα δικά της λόγια όσο και στις μαρτυρίες όσων τη γνώρισαν.
Η Νταϊάνα άφησε ένα αποτύπωμα που δεν συγκρίνεται με κανέναν άλλο γαλαζοαίματο των τελευταίων δεκαετιών γιατί κατάφερε να αποδομήσει το «απόμακρο» πρότυπο του μονάρχη, αντικαθιστώντας το με μια πρωτοφανή ανθρώπινη οικειότητα.
Το πρώτο στοιχείο είναι η ενσυναίσθηση στην πράξη. Ενώ τα μέλη της βασιλικής οικογένειας περιορίζονταν σε τελετουργικούς ρόλους, η Νταϊάνα ήταν η πρώτη που άγγιξε ασθενείς με HIV/AIDS, καρκινοπαθείς και θύματα ναρκών σε εμπόλεμες ζώνες, σε μια εποχή που ο κόσμος τους φοβόταν και τους απομόνωνε. Αυτή η φυσική επαφή γκρέμισε τον τοίχο ανάμεσα στο παλάτι και τον απλό πολίτη, καθιερώνοντάς την ως μια ηγέτιδα που επέλεγε το συναίσθημα πάνω από το πρωτόκολλο.
Ένας άλλος κρίσιμος παράγοντας ήταν η αυθεντικότητα μέσα από την ευαλωτότητα. Όταν παραδέχτηκε δημόσια τους προσωπικούς της αγώνες, όπως τη βουλιμία, τη μοναξιά της στον γάμο της και τις ψυχικές δυσκολίες, μίλησε στη γλώσσα εκατομμυρίων ανθρώπων που ένιωθαν παρεξηγημένοι. Η αποκάλυψη της ανθρώπινης πλευράς της, μακριά από τη «στημένη» λάμψη των φώτων, της χάρισε μια αυθεντικότητα που κανένας άλλος βασιλικός δεν είχε τολμήσει να δείξει.
Παράλληλα, η Νταϊάνα υπήρξε το πρώτο σύγχρονο είδωλο που χρησιμοποίησε τα Μέσα Ενημέρωσης ως εργαλείο επιβίωσης και επικοινωνίας. Αντί να είναι το «θύμα» της προσοχής του Τύπου, έμαθε να διαχειρίζεται την εικόνα της με τέτοιο τρόπο ώστε να αναδεικνύει τους σκοπούς που υπηρετούσε, κάνοντας το κοινό να νιώθει συμμέτοχο στη ζωή της.
Τέλος, το αποτύπωμά της ενισχύθηκε από την αντίθεση που παρουσίαζε με τον θεσμό τον οποίο υπηρετούσε. Η σύγκρουση ανάμεσα στη δική της ανάγκη για ελευθερία και στην ακαμψία του παλατιού δημιούργησε ένα αφήγημα που έμοιαζε με τραγωδία αλλά και με επανάσταση. Ο θάνατός της στις 31 Αυγούστου του 1997 στο Παρίσι απλώς σφράγισε αυτή την εικόνα, αλλά το αποτύπωμα είχε ήδη διαμορφωθεί από την επιμονή της να παραμείνει άνθρωπος, παρόλο που η θέση της την καλούσε να γίνει σύμβολο.
10 μαθήματα ζωής από την πριγκίπισσα Νταϊάνα
«Κάνε μια τυχαία πράξη καλοσύνης, χωρίς καμία προσδοκία ανταμοιβής, γνωρίζοντας ότι κάποια μέρα κάποιος μπορεί να κάνει το ίδιο για σένα».
«Θέλω να εισέρχομαι σε ένα δωμάτιο, είτε πρόκειται για νοσοκομείο για ετοιμοθάνατους είτε για πτωχοκομείο, και να αισθάνομαι ότι με χρειάζονται. Θέλω να κάνω κάτι, όχι απλώς να υπάρχω».
«Οι μεγαλύτερες ασθένειες του κόσμου σήμερα είναι η έλλειψη αγάπης και η αίσθηση ότι κανείς δεν σε καταλαβαίνει».
«Όλοι χρειαζόμαστε να δείχνουμε ότι νοιαζόμαστε και, με τη σειρά μας, να φροντίζουμε ώστε και εμάς να μας νοιάζονται».
«Δεν ακολουθώ το βιβλίο των κανόνων. Εγώ οδηγούμαι από την καρδιά, όχι από το κεφάλι».
«Όταν είσαι ευτυχισμένος, μπορείς να συγχωρήσεις πάρα πολλά».
«Η αγκαλιά μπορεί να κάνει πολύ καλό, ειδικά στα παιδιά».
«Πάντα μου άρεσε να είμαι το πνεύμα της ελευθερίας. Κάποιοι δεν το άντεχαν, αλλά αυτό ήμουν».
«Ο κόσμος μας υποφέρει επειδή οι άνθρωποι δεν μιλούν ανοιχτά για τα προβλήματά τους».
«Δεν είμαι πολιτικός, είμαι ανθρωπιστής. Θα είμαι πάντα έτσ»ι.
Τι έχουν πει για την Νταϊάνα μετά τον θάνατό της
Πρίγκιπας Χάρι: «Κάθε φορά που βγαίνω έξω, νιώθω ότι εκείνη είναι μαζί μου. Νιώθω την παρουσία της σε ό,τι κάνω και σε κάθε μου προσπάθεια να συνεχίσω το έργο της, πιστεύοντας πως θα ήταν περήφανη για την επιλογή μου να μην παραμείνω σιωπηλός μπροστά στις αδικίες».
Πρίγκιπας Ουίλιαμ: «Όσο περνάει ο καιρός, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω πόσο σπουδαίο ήταν το έργο της και πόσο σημαντικό είναι να διατηρούμε τη μνήμη της ζωντανή, όχι ως πριγκίπισσα, αλλά ως τη γυναίκα που μας έμαθε να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια των άλλων».
Έλτον Τζον: «Ακτινοβολούσε μια ζεστασιά που έκανε τον καθένα να αισθάνεται ότι ήταν το μόνο άτομο στον κόσμο που είχε σημασία για εκείνη»
Άντριου Μόρτον (βιογράφος): «Η Νταϊάνα είχε μια ικανότητα να επικοινωνεί με τους ανθρώπους σε ένα επίπεδο που κανένα άλλο μέλος της βασιλικής οικογένειας δεν είχε καταφέρει ποτέ».
Τίνα Μπράουν (Πρώην διευθύντρια του Tatler και του Vanity Fair): «Δεν ήταν απλώς μια εικόνα. Ήταν μια γυναίκα με τρομερή ψυχική δύναμη που τόλμησε να σπάσει τα δεσμά του πρωτοκόλλου για να είναι ο εαυτός της».
Νέλσον Μαντέλα: «Η απώλειά της άφησε ένα κενό στον κόσμο, γιατί δεν ήταν απλώς μια πριγκίπισσα, ήταν μια φωνή για τους περιθωριοποιημένους»
Μητέρα Τερέζα: «Υπήρχε μια παιδική αθωότητα στον τρόπο που κοιτούσε τον κόσμο, παρά τις σκληρές εμπειρίες που είχε βιώσει».
Τζιάνι Βερσάτσε: «Το στυλ της δεν ήταν μόνο η μόδα, ήταν ο τρόπος που το φορούσε: με μια δόση ευαλωτότητας και ταυτόχρονα αυτοπεποίθησης»
Μαντόνα: «Ήταν μια πολύ, πολύ γοητευτική γυναίκα και το πιο σημαντικό, ένιωθα ότι ήταν μια πολύ ειλικρινής και ευγενική ψυχή. Υπήρχε μια ενέργεια γύρω της που σε έκανε να νιώθεις ότι την ήξερες πάντα».
Τζορτζ Μάικλ: «Ήταν το μόνο άτομο που γνώρισα ποτέ, το οποίο είχε το ίδιο επίπεδο αναγνωρισιμότητας με εμένα, αλλά έπρεπε να το διαχειριστεί σε μια κλίμακα που δεν μπορώ καν να φανταστώ. Υπήρχε μια αμοιβαία κατανόηση ανάμεσά μας για το τι σημαίνει να είσαι συνεχώς υπό το φως της δημοσιότητας».