ΤΟ BLOG
31/03/2021 10:15 EEST | Updated 31/03/2021 10:15 EEST

Η κατάρρευση της μεταπολίτευσης και η δημοκρατική πτυχή των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης

Η Δημοκρατία θέλει τον πολίτη συν-διαμορφωτή της πολιτικής πραγματικότητας.

Barcroft Media via Barcroft Media via Getty Images
.

Οι πρόσφατες υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης, bullying και mobbing που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, εκτός από το δικαστικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν, αποτελούν εκδηλώσεις της κοινωνικής παθογένειας που καλλιεργήθηκε και άνθησε στην Ελληνική κοινωνία στο πλαίσιο –ας μου επιτραπεί ο όρος- του μεταπολιτευτικού ψεύδους.

Μέσω των υποθέσεων αυτών, αποκαλύπτεται εναργώς ότι η κανονικότητα την οποία ζούσαμε τόσα χρόνια ήταν επίπλαστη, μια κανονικότητα του φαίνεσθαι, με την ουσία ταπεινωμένη και αλυσοδεμένη στα σκοτεινότερα υπόγεια με τη σύμφωνη γνώμη κομματικής και ραδιοτηλεοπτικής εξουσίας. 

Σκιαγραφώντας ένα σύστημα που καταρρέει

Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της Μεταπολίτευσης και μέχρι το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2010, το μοντέλο που κυριάρχησε ήταν η επιδίωξη του εύκολου πλουτισμού στηριγμένου στο ρέον και δανεικό χρήμα της ΕΕ.

Οι Έλληνες δεν ανησυχούσαν πλέον για την επιβίωσή τους και, ελλείψει ωριμότητας και αισθητικής, επιδόθηκαν σε μία ακραία επιδειξιομανία με την νέα αστική τάξη που αναδύθηκε να μην είναι (σχεδόν) τίποτα άλλο από κενό σαρκίο όμορφα ντυμένο. Αυτό το ζωτικό ψέμα της μεταπολίτευσης κατέρρευσε πρώτα οικονομικά και με τα τελευταία περιστατικά καταρρέει και ηθικά.

Πλέον, ο μέσος Έλληνας είναι αντιμέτωπος με την de facto ματαίωση της κοινωνικής κινητικότητας, η οποία ματαίωση συνδέεται με σχέση αιτίου – αιτιατού με το καθεστώς της Μεταπολίτευσης.

Τα χρήματα έχουν τελειώσει και όσοι διαθέτουν εξουσία – συνήθως μίας κάποιας ηλικίας – έχουν αγκιστρωθεί σε αυτή για να επιβιώσουν.

Οι έχοντες και κατέχοντες γνωρίζουν καλά ότι η περιορισμένη επαγγελματική τους κατάρτιση, το χαμηλό επιστημονικό τους υπόβαθρο, η σοβαροφάνεια και η έλλειψη γενικής παιδείας δεν θα τους επιτρέψουν να επιβιώσουν σε ένα πλαίσιο όπου δεν θα έχουν κάποιο «γνωστό» να τους προφυλάξει και θα κρίνονται με βάση την παραγωγικότητά τους, τα αποτελέσματα που επιτυγχάνουν.

Γι’ αυτό το λόγο, αποτρέπουν με συντονισμένες ενέργειες οποιαδήποτε πρωτοβουλία στοχεύει στο να αναδείξει τα δημιουργικά και δυναμικά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας, υποβαθμίζοντας συστηματικά και την Ανώτατη Παιδεία, η οποία μέχρι πρότινος γινόταν αντιληπτή ως βασικός μοχλός για την βελτίωση της κοινωνικής θέσης, όχι μόνο του ατόμου, αλλά και της οικογένειας του.

Ο ανά διαστήματα ευαγγελισμός της αριστείας, της διαφάνειας και της αξιοκρατίας είναι επιφανειακός: αυτές οι αρχές ενδεχομένως να εφαρμόζονται κατά την μοιρασιά των θέσεων μεταξύ των υμέτερων, σίγουρα όμως δεν εφαρμόζονται με τρόπο που να βελτιώνει την συνολική ευημερία. 

Η ανάδυση ενός παράλληλου κόσμου: Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης ως βαλβίδα κοινωνικής αποσυμπίεσης

Στο σκηνικό που μόλις περιγράψαμε, μία μεταβλητή που έδρασε και δρα ως επιταχυντής αλλαγών είναι τα Μέσα Κοινωνικά Δικτύωσης (ΜΚΔ) και εν γένει το διαδίκτυο.

Αν ξεπεράσουμε την πρώτη ανάγνωση των ΜΚΔ ως πλατφόρμων στις οποίες αναπαράγεται η ματαιοδοξία και η κενότητα, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι λειτουργούν πλέον ως ένα παράλληλο σύστημα αυτό-οργάνωσης της κοινωνίας και ενίσχυσης της συλλογικότητας μέσω της διάχυσης της πληροφορίας.

Αναλυτικότερα, η λειτουργία δημόσιων ή ιδιωτικών ομάδων στις οποίες εντάσσονται άτομα που ανήκουν στον ίδιο επαγγελματικό/ακαδημαϊκό χώρο ή άτομα με κοινά βιώματα (θύματα σεξουαλικής/εργασιακής παρενόχλησης) επιτρέπει την επικοινώνηση ζητημάτων σε ένα περιβάλλον ασφάλειας, κατανόησης και υποστήριξης.

Το άτομο παύει να νιώθει απομονωμένο, αβοήθητο και εγκαταλελειμμένο. Ενδυναμώνεται και διαχειρίζεται το τραύμα του, βρίσκει την στήριξη που οι (κοινωνικές) κρατικές υπηρεσίες δεν μπορούν να του δώσουν.

Η δε ενεργοποίηση και συσπείρωση ατόμων με το ίδιο αίτημα αυξάνει την πίεση στον κρατικό μηχανισμό που σε πλείστες περιπτώσεις δρα αυτοματοποιημένα και αντί να διευκολύνει τον πολίτη, του δημιουργεί προσκόμματα, μέσω αχρείαστων γραφειοκρατικών και διοικητικών διαδικασιών τις οποίες χρησιμοποιούν διεφθαρμένοι αξιωματούχοι για να εξασφαλίσουν το επιπλέον εισόδημά τους.

Εμπειρικά, ας το σκεφτούμε ως εξής: αν σε μία ομάδα, μαζευτούμε πολλοί που έχουμε αντιμετωπίσει έναν διεφθαρμένο υπάλληλο πολεοδομίας, έναν διευθυντή εφορίας, έναν καθηγητή, έναν κακοποιητικό εργοδότη και αρχίσουμε να συζητάμε την εμπειρία μας, κατ’ αρχήν σπάει η μυστικότητα που προστατεύει τους θύτες ενώ παράλληλα, η γνώση ότι η περίπτωσή μας δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό, μπορεί να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση, χωρίς να ενδώσουμε στην πρακτική των ανωτέρω προσώπων – παύουμε πλέον να την θεωρούμε κανονικότητα και σταδιακά κινούμαστε προς την ανατροπή της. 

Η συνεισφορά των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης στη δημοκρατική αναγέννηση της πολιτικής

Αυτή η πτυχή των ΜΚΔ δεν έχει διαφύγει από τα κομματικά σχήματα. Κατ’ αρχάς, να μην ξεχνάμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ανήλθε στην εξουσία το 2015, έχοντας μία (επικοινωνιακή) στρατηγική που έκανε συστηματική χρήση των ΜΚΔ – εδώ πρόκειται για χρήση των δυνατοτήτων των ΜΚΔ προς όφελός ενός κόμματος.

Ωστόσο, τα ΜΚΔ μπορεί να διευκολύνουν μία συσπείρωση που αντιμάχεται την εξουσία. Το αν αυτή η συσπείρωση θα κατορθώσει να πραγματώσει το εκάστοτε αίτημά της είναι ένα άλλο ζήτημα – το θέμα είναι ότι η συσπείρωση αυτή λαμβάνει χώρα μέσω ενός δικτύου που δεν μπορεί να ελεγχθεί από τους κρατούντες.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την συγκέντρωση έξω από το Εφετείο την ημέρα της απόφασης στη δίκη της εγκληματικής οργάνωσης «Χρυσή Αυγή»: μία πρωτοβουλία, που οργανώθηκε στα ΜΚΔ χωρίς κομματική αναφορά, απήυθυνε μαζικό κάλεσμα προς τους πολίτες υπέρ ενός συλλογικού δημοκρατικού αιτήματος.

Το αίτημα αυτό δεν περιοριζόταν στην καταδίκη της Χρυσής Αυγής – ήταν κάτι πολύ παραπάνω: ήταν αίτημα και πρακτική καταδίκη του φασισμού και της ρητορικής μίσους.

Γι’ αυτό και κατέληξε στην παλλαϊκή συγκέντρωση έξω από το Εφετείο που προκάλεσε αμηχανία σε όλο το φάσμα του κομματικού συστήματος.

Στην κυβέρνηση γιατί δεν την περίμενε, στην (κεντρο-/αριστερή) αντιπολίτευση γιατί δεν μπόρεσε να την καπηλευθεί ώστε να αποκομίσει κομματικά οφέλη.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ το εξής: ο ελληνικός λαός, ο ποικιλοτρόπως καθημαγμένος, στην ιστορία του έχει επιδείξει δημοκρατικά αντανακλαστικά. Ας θυμηθούμε την μεγάλη ειρηνική αντικατοχική συγκέντρωση επ’ αφορμή της κηδείας του μεγάλου μας ποιητή Κωστή Παλαμά, τις διαδηλώσεις του «1-1-4» με αίτημα την τήρηση του Συντάγματος.  

Πολιτειακές προεκτάσεις

Αυτά που καταγράφησαν ως εμπειρικές παρατηρήσεις παραπάνω, έρχονται ως αντεπιχείρημα στον ισχυρισμό που επικρατεί και θέλει την Μεταπολίτευση να έχει ενισχύσει την Δημοκρατία και τους θεσμούς.

Βασικό επιχείρημα που προβάλλει αυτή η θέση είναι το ότι η χώρα καταφέρνει να κάνει ανόθευτες εκλογές και να σέβεται την ανεξαρτησία των τριών εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική).

Ωστόσο, οι θεσμοί της χώρας (διοικητικοί και δικαστικοί) έχουν πληγεί, πιθανόν ανεπανόρθωτα, από τα πρόσωπα που τους έχουν στελεχώσει και από τη διαδεδομένη αντίληψη περί διαπλοκής μεταξύ των.

Αυτό οδηγεί με τη σειρά του σε μία γενικευμένη ανυποληψία των δημοκρατικών διαδικασιών, των θεσμών και του κράτους, σύμπτωμα της οποίας ήταν και η εκλογική άνοδος της «Χρυσής Αυγής».

Κι εδώ έγκειται άλλη μία αποτυχία της Μεταπολίτευσης:οριοθέτησε την Δημοκρατία και τις διαδικασίες της ποσοτικά και όχι ποιοτικά.

Η συμμετοχή του πολίτη στα κοινά περιορίστηκε στην στιγμιαία εμφάνισή του στο εκλογικό του κέντρο. Μα δεν είναι αυτό η Δημοκρατία.

Η Δημοκρατία θέλει τον πολίτη συν-διαμορφωτή της πολιτικής πραγματικότητας. Η Δημοκρατία είναι διαρκής μέθεξη στα κοινά.

Όταν τα κέντρα λήψης αποφάσεων είναι κλειστά για τον μέσο Έλληνα, όταν οι (τοπικές) κομματικές οργανώσεις είναι απλά εργαλεία συγκέντρωσης ψηφοφόρων που δεν επενεργούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην διαμόρφωση των προτεραιοτήτων και των προγραμμάτων των κομμάτων, για ποια Δημοκρατία μιλάμε; 

Μετά την άρση των lockdown, η χώρα θα βρίσκεται σε δεινή κατάσταση. Το οικονομικό βάρος της πανδημίας ήρθε να προστεθεί σε αυτό της οικονομικής κρίσης, η οποία δεν έχει ξεπεραστεί, παρόλα όσα μεγαλόστομα υποστηρίζουν οι κομματικοί ταγοί.

Το μείγμα είναι εκρηκτικό και δεν υπάρχουν ψυχολογικά αποθέματα.

Τα κόμματα και οι εν γένει εξουσιαστές θα πρέπει να λάβουν σοβαρά υπ’ όψιν τους ότι υπάρχει μία σιωπηλή πλειοψηφία που κινείται έξω και πέρα από τα παραδοσιακά σχήματα και δίκτυα εξουσίας και είναι έτοιμη να διαμορφώσει μία νέα κοινωνική δομή εκεί που η προηγούμενη έχει αποτύχει.

Η κοινωνία βράζει και αυτός που δεν έχει ελπίδα, δεν έχει τίποτα να χάσει.