Ευνοϊκά μέτρα για δράστες εγκλημάτων διαφθοράς

Τι προβλέπει ο νόμος
Aitor Diago via Getty Images

Η αποκάλυψη αξιόποινων πράξεων διαφθοράς υπαλλήλου διευκολύνεται σε μεγάλο βαθμό με την ευνοϊκή μεταχείριση στον εμπλεκόμενο ιδιώτη (τον λεγόμενο μάρτυρα στέμματος) να τις καταγγείλει, ακόμη κι αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του και η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας είτε στην επ’ακροατηρίω συζήτηση.

Ακόμη, με τη δυνατότητα έμπρακτης μετάνοιας δίδεται στον δράστη ένα επιπλέον κίνητρο για την αποκάλυψη της πράξης δωροδοκίας του υπαλλήλου, η οποία θα μπορούσε να είναι δυσχερής για τις διωκτικές αρχές. Ο θεσμός της έμπρακτης μετάνοιας για τα εγκλήματα διαφθοράς είχε καταργηθεί με τον ν.3849/2010 και επανήλθε με τον ν.4254/2014, με τη διαφορά ότι πλέον το δώρο που τυχόν κατασχέθηκε είτε παραδόθηκε στον ανακριτικό υπάλληλο δεν επιστρέφεται στον καταγγέλλοντα.

Εν προκειμένω, στην παρ.1 του άρθρου 263Α ορίζεται ότι ο δράστης των αδικημάτων των άρθρων 236, παρ.1,2 και 3, 237, παρ.2 και 3 και 396, παρ.1 μένει ατιμώρητος «αν με δική του θέληση και πριν εξετασθεί ως ύποπτος ή κατηγορούμενος για την πράξη του, την αναγγείλει στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ή σε οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο ή άλλη αρμόδια αρχή». Η έμπρακτη μετάνοια οδηγεί στην εξάλειψη του αξιοποίνου, δηλαδή την πλήρη ασυλία από την άσκηση ποινικής δίωξης.

Στη δεύτερη παράγραφο του ανωτέρω άρθρου προβλέπεται μειωμένη (κατά το ήμισυ) ποινή κατά το μέτρο του άρθρου 44, παρ.2, αλλά και η δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης της ποινής, χωρίς τις προϋποθέσεις των άρθρων 99 επ. για τα πρόσωπα των προαναφερθέντων αδικημάτων, καθώς και για τον συμμέτοχο στα εγκλήματα των ΠΚ 235, παρ.1-3, 237, παρ.1 και 159, παρ.1-3. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ουσιώδης συμβολή τους στην αποκάλυψη της συμμετοχής του δημοσίου υπαλλήλου στις ανωτέρω πράξεις με αναγγελία στην αρχή, έως την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό.

Ο συμμέτοχος, κατά την έννοια της παρ.2 του ΠΚ 263Α, δεν θα πρέπει να έχει τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα, όπως αντίθετα συμβαίνει σύμφωνα με την παρ.3 του ίδιου άρθρου. Κατά την τελευταία διάταξη, ο δημόσιος υπάλληλος που είναι υπαίτιος για τα ανωτέρω εγκλήματα ή συμμέτοχος σε αυτά χαίρει ευνοϊκής μεταχείρισης, εφόσον ο δημόσιος υπάλληλος που καταγγέλλει κατέχει ανώτερη θέση από τη δική του και ο ίδιος έχει μεταβιβάσει στο Δημόσιο όλα τα περιουσιακά στοιχεία που έχει αποκτήσει από την τέλεση ή συμμετοχή σε αυτή των παραπάνω εγκλημάτων.

Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ν. 4254/2014, «η σχέση ανωτέρου- κατωτέρου μεταξύ των συμμετόχων αναφέρεται σε οποιαδήποτε σχέση υποταγής, εποπτείας ή καθοδήγησης του ενός υπαλλήλου από τον άλλον, με βάση το υπηρεσιακό ή τεχνικό ή επιστημονικό αντικείμενο της εργασίας του καθενός».

Ένα βασικό ζήτημα που τίθεται σε σχέση με τα μέτρα επιείκειας είναι κατά πόσο η ευνοϊκότερη μεταχείριση και κυρίως η αποχή από την ποινική δίωξη ενός προσώπου που προβαίνει στην εκούσια αποκάλυψη πράξεων δωροδοκίας θα πρέπει να εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των αρμοδίων αρχών, καθώς υπάρχει κίνδυνος καταχρηστικής άσκησης της ανωτέρω δυνατότητας. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να «ζυγίζουν τα δεδομένα της εκάστοτε υπόθεσης και τον βαθμό συνδρομής των προϋποθέσεων τους» και να κρίνουν εάν η παροχή ασυλίας στους δράστες εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης.


Πηγές

Ι.Ανδρουλάκης, Μέτρα επιείκειας για τους υπαιτίους πράξεων διαφθοράς που συνεργάζονται με τις αρχές (856-868).

Κ. Χατζηκώστας σε Α. Ζαχαριάδη / Α.-Τ. Καζανά / Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι / Ι. Ναζίρη / Θ. Παπακυριάκου / Κ. Χατζηκώστα / Ν. Χατζηνικολάου, Οικονομικό έγκλημα και διαφθορά στον δημόσιο τομέα, Δίκαιο και Οικονομία, Π.Ν.Σάκκουλας.

Δημοφιλή