Ηλίας Μαγκλίνης: Δεν έχω κανένα εξωραϊσμό για το παρελθόν, ο κόσμος είναι πολύ καλύτερος τώρα

Ο βραβευμένος συγγραφέας και δημοσιογράφος μιλά στη HuffPost με αφορμή το νέο βιβλίο του «Το μόνο της ζωής τους ταξίδι».
|
Φωτογραφία τραβηγμένη από την κορυφή του βράχου του Αφιόν Καραχισάρ
Φωτογραφία τραβηγμένη από την κορυφή του βράχου του Αφιόν Καραχισάρ
Ηλίας Μαγκλίνης

«… Είναι κάτι που κάνουμε ασυναίσθητα κάθε μέρα. Σκεπτόμενοι άτυχους έρωτες, σχέσεις που πήγαν ή δεν πήγαν καλά, πράγματα που ειπώθηκαν ή δεν ειπώθηκαν με τους γονείς -που μπορεί να είναι εδώ ή μπορεί να έχουν φύγει-, κάνουμε αφηγήσεις. Και στις αφηγήσεις πάντα επιλέγουμε. Αφήνουμε απέξω πράγματα χωρίς να το καταλάβουμε. Ακόμη κι όταν κοιμόμαστε τα όνειρα μας είναι αφηγήσεις. Άναρχες μεν, αλλά αφηγήσεις. Το μυαλό δεν μπορεί να σταματήσει να κάνει αφηγήσεις. Διαφορετικά η ζωή όλη είναι ένας χυλός χωρίς νόημα».

Επιστρέφει στον παππού του, Νίκο Μαγκλίνη, τη δολοφονία του οποίου αφηγήθηκε στο «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2020), με μια ιστορία την οποία ο ίδιος χαρακτηρίζει -με όρους κινηματογραφικούς- πρίκουελ.

Με σημείο εκκίνησης μερικές σκόρπιες οικογενειακές αναμνήσεις και μία φωτογραφία, τη μοναδική από τη Μικρά Ασία στην οποία ο παππούς του απεικονίζεται ένστολος με τους συναδέλφους του από το στρατό -ένα στιγμιότυπο χωρίς καμιά ένδειξη, ημερομηνία, χρονολογία ή συγκεκριμένη τοποθεσία- ο πολυταξιδεμένος συγγραφέας και δημοσιογράφος Ηλίας Μαγκλίνης επιχειρεί μετά από χρόνια ερευνών να ανασυνθέσει την πορεία του μοναδικού ταξιδιού που έκανε ο πρόγονος του πριν από έναν αιώνα. «Εσύ ταξίδεψες μονάχα για ένα σκοπό: να σκοτώσεις ανθρώπους», γράφει για τη συμμετοχή του παππού Νίκου στη Μικρασιατική Εκστρατεία -μία πικρή διαπίστωση στην οποία επανέρχεται αρκετές φορές.

«Το μόνο της ζωής τους ταξίδι» (εκδόσεις Μεταίχμιο») -διόλου τυχαίο το δάνειο από το υπέροχο διήγημα του Βιζυηνού- είναι αυτό που μαρτυρά ο υπότιτλος: Ένα οδοιπορικό σε πόλεμο και ειρήνη στη Μικρά Ασία. Και κυρίως, μία βαθιά συγκινητική αυτοβιογραφική αφήγηση.

«Κατά κάποιον τρόπο είμαι ταξιδιωτικός συγγραφέας, μόνο που δεν με ενδιαφέρει το ταξίδι στον χώρο, αλλά στον χρόνο», λέει στη HuffPost ο Ηλίας Μαγκλίνης.

-Πριν από δέκα χρόνια, καλοκαίρι του 2012, κάνετε με τη σύζυγό σας το ταξίδι Σμύρνη, Αφιόν Καραχισάρ, Εσκί Σεχίρ, Προύσα ακολουθώντας τα χνάρια του παππού σας.

Ναι, κατά προσέγγιση πάντα, γιατί δεν ήξερα ακριβώς κι εξάλλου πήγαν με τις μονάδες τους σε τόσα πολλά μέρη, πέρασαν από τόσα χωριά -κάποια έχουν αλλάξει ονομασίες, άλλα δεν υπάρχουν πια- που είναι αδύνατο να πάει κανείς σε όλα. Πήγα στα βασικά.

-Τι ελπίζατε να ανακαλύψετε ακολουθώντας τα ίχνη του αινιγματικού αυτού προγόνου; Και ποιά από τις ανακαλύψεις ή τις συναντήσεις σας ήταν η πιο απρόσμενη;

Είναι δύσκολη η απάντηση διότι δεν περίμενα να βρω κάτι μετά από ενενήντα τότε χρόνια, εκατό σήμερα. Πόσο μάλλον για έναν παππού τον οποίο δεν γνώρισα ποτέ. Αλλά δεν είχε να κάνει με τον άγνωστο παππού, είχε να κάνει με την εμπειρία των χιλιάδων Ελλήνων που πέρασαν από εκεί, των στρατιωτών πρωτίστως από τη δική μου σκοπιά δηλαδή, και των Ελλήνων που ζούσαν εκεί. Των Μικρασιατών. Μου γεννήθηκε η περιέργεια να δω πώς είναι τώρα αυτά τα μέρη που κάποτε συντελέστηκε μια τέτοια τραγωδία. Αλλιώς δεν είχα κάποιο άλλο ενδιαφέρον, τουριστικό ή περιηγητικό. Δεν θα πήγαινα στην Τουρκία. Ίσως μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Δεν με ελκύει το μουσουλμανικό στοιχείο καθόλου.

-Το δηλώνετε στην αφήγηση από την αρχή.

Είμαι της Δύσης, της Άπω Ανατολής, δεν βρίσκω κάποιο είδος εξωτισμού στις μουσουλμανικές χώρες. Δεν θέλω να φανώ απαξιωτικός. Είναι προσωπικό. Όπου η θρησκεία είναι τόσο έντονη…

-… Ώστε να καθορίζει τον τρόπο ζωής;

… Τον δημόσιο χώρο. Ακούς τον μουεζίνη πέντε, έξι φορές την ημέρα και σε κάποια μέρη, στο Αφιόν και στο Ικόνιο -που είναι το πιο θρησκευτικό μέρος της Τουρκίας-, είναι πάρα πολύ έντονο. Το τι θα φορέσει η γυναίκα μου έξω ήταν ένα θέμα κάθε πρωί, γιατί επίσης, δεν θέλαμε να προσβάλλουμε τον κόσμο. Αφού αυτή είναι η παράδοση τους, αυτό είναι το ήθος και το έθιμο τους, δεν είχα καμία διάθεση να τους προσβάλλω.

Αλλά αυτό που έψαχνα είναι ίχνη που δεν υπάρχουν, στην πραγματικότητα. Να κοιτάξω το τοπίο, να το αφουγκραστώ και να αφήσω τη φαντασία μου ελεύθερη. Γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Αυτό που ήταν απρόσμενο, από τα απρόσμενα τουλάχιστον, ήταν ότι το Αφιόν Καραχισάρ μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με αυτό που είχα δει στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες του 1921-22: Τα χαμηλά σπιτάκια, τα καλντερίμια. Ναι, υπάρχει το σύγχρονο στοιχείο, καταστήματα κινητής τηλεφωνίας για παράδειγμα, και λοιπά, αλλά από κει και πέρα μου θύμιζε τρομερά αυτό που είχα δει.

Αφιόν Καραχισάρ
Αφιόν Καραχισάρ
Φωτογραφία: Ηλίας Μαγκλίνης

Αντίθετα, το Εσκί Σεχίρ είναι η Μπριζ της Ανατολίας. Έχει επί είκοσι τόσα χρόνια έναν φοβερό δήμαρχο, ο οποίος μάλιστα είναι αντι-ερντογανικός. Την πόλη διασχίζει ο ποταμός Πουρσάκ, που είναι παραπόταμος του Σαγγάριου, τον οποίο συναντούσα συνέχεια στις αφηγήσεις και τις καταγραφές -και τις επίσημες, όπως στη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, ειδικά των μονάδων στις οποίες ήταν και ο παππούς μου. Έχουν αξιοποιήσει τον ποταμό, υπάρχουν από γέφυρες μέχρι γόνδολες-που αγγίζει λίγο και το κιτς- κι έχουν φροντίσει και εκσυγχρονίσει την πόλη. Εκεί βρίσκεις και αλκοόλ.

Εσκί Σεχίρ
Εσκί Σεχίρ
Φωτογραφία: Ηλίας Μαγκλίνης
Εσκί Σεχίρ
Εσκί Σεχίρ
Φωτογραφία: Ηλίας Μαγκλίνης

Ένα από τα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση ήταν ότι οι Τούρκοι σέβονταν τον δημόσιο χώρο πολύ περισσότερο από εμάς και όταν λέω δημόσιο χώρο εννοώ αλσύλλια και δημόσιους κήπους που χρησιμοποιούν πολύ -κάνουν πικ νικ, ξεκουράζονται, είδα ανθρώπους να κοιμούνται τα μεσημέρια- αλλά που δεν είναι ποτέ βρώμικα.

Η επαφή ήταν λίγο δύσκολη επειδή δεν μιλούν αγγλικά, οπότε είναι ελάχιστοι οι άνθρωποι με τους οποίους μπορείς να συνεννοηθείς. Ζήσαμε μερικές πολύ αστείες καταστάσεις προσπαθώντας να συνεννοηθούμε. Υπήρχε αυτή η αμηχανία -το περιγράφω στο βιβλίο- όταν άκουγαν ότι είμαστε Έλληνες, μία αγωνία να δείξουν μία υπέρμετρη φιλικότητα, μην τυχόν και φανούν εχθρικοί. Εάν έλεγα ότι είμαι Βέλγος ή Φινλανδός μπορεί απλά να χαμογελούσαν. Η οποία φιλικότητα δεν θεωρώ ότι ήταν υποκριτική. Καθόλου δεν υπονοώ κάτι τέτοιο. Υπήρχε μία αγωνία, όμως. Ήθελαν να δείξουν ένα καλό πρόσωπο.

-Έχουμε μία διαχρονικά περίπλοκη σχέση με τη γείτονα χώρα.

Έχουμε πολλά κοινά στοιχεία πολιτισμικά και ναι μεν οι δύο χώρες βρίσκονται πολύ συχνά σε μία κατάσταση που κυμαίνεται από ψυχρό πόλεμο μέχρι κίνδυνο για θερμά επεισόδια, πολύ συχνά όμως από την άλλη, ο απλός κόσμος τα βρίσκει. Τα βρίσκουμε. Υπάρχουν Έλληνες με φίλους Τούρκους και το ανάποδο και αυτό το ένιωσα εκεί. Ήθελαν πάρα πολύ να μας βοηθήσουν. Ήταν πάρα πολύ φιλόξενοι. Πολύ ευγενείς. Με εξαίρεση ότι κοιτούσαν τις γυναίκες με τρόπο προσβλητικό. Δεν είχαμε κάποιο παρατράγουδο, αλλά το βλέμμα τους ήταν τελείως αδιάκριτο. Δεν μπορούσαν να το συγκρατήσουν. Εκεί βλέπεις τις διαφορές.

Προύσα
Προύσα
Φωτογραφία: Ηλίας Μαγκλίνης

Και επίσης, επειδή είναι μία μεγάλη χώρα έχει απίστευτες διαφορές και διακυμάνσεις. Και για την Ελλάδα μπορεί να το πει κανείς αυτό, αλλά εκεί είναι ακόμη πιο έντονο. Δεν είναι τυχαίο για παράδειγμα ότι οι Τούρκοι της Άγκυρας αντιπαθούν, είναι καχύποπτοι προς τους Τούρκους της Σμύρνης. Τους θεωρούν ξένο στοιχείο. Την Κωνσταντινούπολη ακόμη πιο πολύ. Αυτό που λέγανε μέχρι το 1922 «η άπιστη Σμύρνη» είναι σαν να έχει παραμείνει λίγο, αλλά από διαφορετική σκοπιά, όχι πια σε σχέση με το ξένο, το χριστιανικό στοιχείο. Γιατί εκεί είναι οι πιο ελευθεριάζοντες, οι πιο προοδευτικοί, οι πιο ανοιχτοί Τούρκοι, σε αντίθεση με το εσωτερικό της χώρας. Από Εσκί Σεχίρ και Προύσα τα πράγματα γίνονταν πιο «δυτικά». Ειδικά στην Προύσα -παρότι είναι μία από τις πιο ιστορικές πόλεις της Τουρκίας, έχει βάθος χρόνου, δεν είναι μία τυχαία πόλη, με θαμμένους σουλτάνους και λοιπά.

-Παράλληλα με το οδοιπορικό, αφηγείστε ιστορικά γεγονότα από την τριετή εκστρατεία, παραθέτοντας εικόνες κυριολεκτικά σφαγείου και από τις δύο πλευρές και στοιχεία όχι γνωστά: Έλληνες στρατιώτες που έφτασαν στην τρέλα, άλλους που έβαλαν τέλος στη ζωή τους, λιποταξίες. Μέσα από την περιπέτεια του παππού σας, μιλάτε ουσιαστικά για μια «χαμένη γενιά».

Δεν θα κάνω τον παραλληλισμό με την αντίστοιχη χαμένη γενιά των Άγγλων, που φέρουν ένα πολύ μεγάλο τραύμα από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκεί, στο σφαγείο των χαρακωμάτων, χάθηκε μια ολόκληρη γενιά. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος για την Ελλάδα είναι πιο πολύ η Μικρασιατική Εκστρατεία παρά η συμμετοχή μας στο Μακεδονικό Μέτωπο που ήταν το 1917-18. Η Ελλάδα μπήκε καθυστερημένα στον Α΄ Παγκόσμιο λόγω του Εθνικού Διχασμού. Η χώρα είχε χωριστεί στα δύο, όπως ξέρουμε. Ήταν πιο περιορισμένη η συμμετοχή μας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά στη Μικρασιατική Εκστρατεία υπηρέτησαν από το 1919 μέχρι το 1922, μέσα από συνεχείς μεταθέσεις και επαναμεταθέσεις, περί τις 700.000 κόσμου.

-Όλη αυτή η ιστορία κρατάει ωστόσο μία δεκαετία. Επί δέκα χρόνια άνδρες καλούνται να υπηρετήσουν στα διάφορα μέτωπα.

Πράγματι. Από το 1912, πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους έβαζαν και έβγαζαν τη στολή. Δεν ήταν συνέχεια στον πόλεμο. Γυρνούσαν και κάθε τόσο τους ξανακαλούσαν. Ο Μυριβήλης είναι ένας από αυτούς. Η γενιά που γεννήθηκε γύρω στο 1890. Κι αυτοί, όπως ο παππούς μου, που βρίσκονται στη Μικρά Ασία υπηρετούν περίπου πέντε χρόνια. Εκεί. Από τις 700.000 ανθρώπους σε μία Ελλάδα πέντε εκατομμυρίων της εποχής εκείνης, καταλαβαίνετε τον αριθμό των οικογενειών που βρίσκονται από πίσω, άρα πόσος κόσμος ήταν άμεσα συνδεδεμένος με την εκστρατεία αυτή.

Προύσα. Πινακίδα παλαιού καταστήματος γραμμένη στα λατινικά και την παλιά τουρκική γραφή. Το κατάστημα φαίνεται πως ανήκε σε κάποιον Κυπριανό Ευτυχίδη.
Προύσα. Πινακίδα παλαιού καταστήματος γραμμένη στα λατινικά και την παλιά τουρκική γραφή. Το κατάστημα φαίνεται πως ανήκε σε κάποιον Κυπριανό Ευτυχίδη.
Φωτογραφία: Ηλίας Μαγκλίνης

-Συν το 1,5 εκατ. πρόσφυγες που υποδεχτήκαμε μετά.

Γι’ αυτό και η Μικρασιατική περιπέτεια, μαζί με την καταστροφή του Μικρασιατικού Ελληνισμού αναδιαμόρφωσε την ταυτότητα και επανακαθόρισε τη μοίρα της Ελλάδας τον 20ό αιώνα. Το τραύμα είναι μεγάλο. Αυτοί οι άνθρωποι, στη συντριπτική πλειοψηφία, το μόνο ταξίδι που έκαναν στη ζωή τους τους, ήταν αυτό. Με εξαίρεση ναυτικούς, μετανάστες, κάποιους μεγαλοαστούς που ήταν πολύ λίγοι την εποχή εκείνη, το μόνο ταξίδι της ζωής τους, εξού και ο τίτλος, είναι αυτό. Να πάνε να σκοτώσουν και να σκοτωθούν. Έφυγαν από τα χωριά τους πήγαν εκεί και όσοι κατάφεραν να επιστρέψουν γύρισαν πάλι στα χωριά τους για να συνεχίσουν τη ζωή τους. Ηττημένοι.

Ξέρετε, όλες αυτές οι συζητήσεις περί ψυχικών τραυμάτων και τρέλας και μετατραυματικού συνδρόμου -ήταν άγνωστος ο όρος τότε- ευδοκιμούν περισσότερο σε πιο αστικές κοινωνίες. Όπου υπάρχει χώρος για περισσότερη εσωτερικότητα. Όταν είσαι σε κοινότητες και μάλιστα αγροτικές, που είναι και μαθημένες στο αίμα, η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής δεν ήταν και κάτι τόσο τρομερό, όμως ήταν τρομερό να γυρίσεις να πεις ταλαιπωρήθηκα και έχω μελαγχολία επειδή ήμουν στην εκστρατεία. Δεν σου επιτρεπόταν να το πεις. Να το σκεφτείς καν. Όμως πάντα το τραύμα θα βρει χώρο. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος κράτησε έξι μήνες, σε ένα περιορισμένο μέτωπο στα βορειοδυτικά της Ελλάδας. Η Μικρασιατική Εκστρατεία είχε ένα μέτωπο 700 χλμ από το καλοκαίρι του 1921 και μετά, με ανθρώπους οι οποίοι βρέθηκαν πολύ μακριά από τον τόπο τους, επί σειρά ετών. Τον Αύγουστο του 1921 παρατάσσει η Ελλάδα με δικά της έξοδα περί τις 220.000 στρατό. Αδιανόητο.

-Γιατί έχουμε συνδέσει τη Μικρασιατική Καταστροφή ως επί το πλείστον με την Καταστροφή της Σμύρνης και όχι με όλα όσα προηγήθηκαν αυτής;

Μα έτσι δεν γίνεται πολύ συχνά με τα μεγάλα γεγονότα; Μιλάς για το Ολοκαύτωμα και μιλάς για το Άουσβιτς. Που δεν ήταν μόνο το Άουσβιτς. Από τα έξι εκατομμύρια Εβραίων, τα τρία εκατομμύρια εξολοθρεύτηκαν εκτός των στρατοπέδων. Υπάρχει μία εικόνα που γίνεται σύμβολο. Οι εικόνες από την πυρκαγιά της Σμύρνης, κάποιες από αυτές και μαγνητοσκοπημένες, αλλά κυρίως οι φωτογραφίες που έχουμε, τραβηγμένες οι περισσότερες από τα πλοία στον κόλπο, είναι εικόνες που στοιχειώνουν.

Σμύρνη
Σμύρνη
Topical Press Agency via Getty Images

Οπότε όταν ρωτάς, τι σου έρχεται στο μυαλό με το ’22, η απάντηση είναι η Σμύρνη, η προκυμαία της Σμύρνης. Και σε κυνηγάει αυτή η εικόνα λαμβάνοντας επιπλέον υπόψιν το 1,5 εκατ. πρόσφυγες που αναφέραμε προηγουμένως, οι οποίοι επίσης, δεν ήρθαν μόνο από τη Σμύρνη. Είναι όμως το πρώτο κύμα που φτάνει στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του ’22. Η Σμύρνη είναι η κατάληξη μιας ιστορίας που είχε όλα αυτά που περιγράφω στο βιβλίο. Κάπως έγινε, δεν ξύπνησαν ξαφνικά οι Τούρκοι και μας πέταξαν στη θάλασσα. Είχαν προηγηθεί μία σειρά από γεγονότα που κατέληξαν σε αυτή την τραγωδία.

-Για ποιό λόγο ακολουθούμε τα βήματα αγαπημένων που έφυγαν πρόωρα από τη ζωή ή δεν γνωρίσαμε; Είναι το «δεν πρόλαβα»; Δεν πρόλαβα να σου πω, να σε ακούσω, να σε γνωρίσω, είναι κάτι άλλο; Μία άλλη ανάγκη;

Είναι μία ανάγκη νομίζω, να δημιουργήσουμε ένα είδος αφήγησης γύρω από ένα πρόσωπο ως κομμάτι ενός ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Δεν ενδιαφέρει κανέναν τι έκανε ο δικός μου ο παππούς. Μόνο εμένα. Το στοίχημα με ένα τέτοιο βιβλίο -η αλήθεια είναι, με κάθε βιβλίο- είναι το μερικό να γίνει οικουμενικό, καθολικό. Διαφορετικά δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Αυτός ο παππούς ο ανώνυμος είναι ένας από τους 700.000 ή τους 200.000 το 1921 στρατιώτες που έχουν αυτή την αδιανόητη εμπειρία εκεί πέρα. Αυτό που προσπαθώ να κάνω, τουλάχιστον όπως το καταλαβαίνω εγώ, είναι να του δώσω μία αφήγηση. Είναι κάτι που κάνουμε ασυναίσθητα κάθε μέρα. Σκεπτόμενοι άτυχους έρωτες, σχέσεις που πήγαν ή δεν πήγαν καλά, πράγματα που ειπώθηκαν ή δεν ειπώθηκαν με τους γονείς -που μπορεί να είναι εδώ ή μπορεί να έχουν φύγει-, κάνουμε αφηγήσεις. Και στις αφηγήσεις πάντα επιλέγουμε. Αφήνουμε απέξω πράγματα χωρίς να το καταλάβουμε. Ακόμη κι όταν κοιμόμαστε τα όνειρα μας είναι αφηγήσεις. Άναρχες μεν, αλλά αφηγήσεις.

Η μοναδική φωτογραφία του Νίκου Μαγκλίνη από τη Μικρά Ασία. Διακρίνεται πρώτος από δεξιά στην πρώτη σειρά. Η φωτογραφία δεν φέρει καμιά ένδειξη, ημερομηνία, χρονολογία ή συγκεκριμένη τοποθεσία.
Η μοναδική φωτογραφία του Νίκου Μαγκλίνη από τη Μικρά Ασία. Διακρίνεται πρώτος από δεξιά στην πρώτη σειρά. Η φωτογραφία δεν φέρει καμιά ένδειξη, ημερομηνία, χρονολογία ή συγκεκριμένη τοποθεσία.

Το μυαλό δεν μπορεί να σταματήσει να κάνει αφηγήσεις. Διαφορετικά η ζωή όλη είναι ένας χυλός χωρίς νόημα. Προσπαθούμε να βρούμε ένα νόημα. Να προσδώσουμε ένα νόημα σε μια τέτοια ιστορία που συνδέεται με την οικογένειας μας, αλλά συνδέεται και με την ευρύτερη μοίρα μιας χώρας ή και περισσότερων χωρών. Στην προκειμένη περίπτωση και με τη μοίρα της Τουρκίας.

-Συνεπώς, η ιστορία του παππού σας έγινε το όχημα;

Ήταν για μένα μία αφετηρία. Γιατί μου προξενούσε πάντα ένα δέος. Ίσως επειδή καταλάβαινα ότι προξενούσε στον πατέρα μου, στον γιο του, ένα δέος η συμμετοχή του στην εκστρατεία, χωρίς όμως να μου λέει πολλά. Δεν ήξερε και να μου πει πολλά.

-Και βεβαίως, έχετε αναρωτηθεί πώς θα ήταν η ζωή του πατέρα σας -ο οποίος ήταν μόλις δεκαπέντε χρονών όταν δολοφονήθηκε ο δικός του πατέρας- εάν ο παππούς σας ζούσε.

Αυτό έχω αναρωτηθεί περισσότερο στο προηγούμενο βιβλίο, στο «Είμαι όσα έχω ξεχάσει». Κατά κάποιον τρόπο «Το μόνο της ζωής τους ταξίδι» είναι με κινηματογραφικούς όρους ένα πρίκουελ του «Είμαι όσα έχω ξεχάσει», στο οποίο εστιάζω στη δολοφονία του Νίκου Μαγκλίνη, όχι τόσο στα αίτια, όσο στις συνθήκες, στο Αγρίνιο του 1944. Υπάρχει το αίσθημα της ειρωνείας ότι γλίτωσε πέντε χρόνια στο Σαγγάριο και στην Καταστροφή του ’22 για να τον σκοτώσουν εκατό μέτρα από το σπίτι του Έλληνες, αλλά κυρίως είναι το πώς επηρέασε τον πατέρα μου το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει ποτέ τη σχέση του με τον πατέρα του -στον βαθμό που ολοκληρώνεται μια τέτοια σχέση- αλλά εδώ έχουμε και μία πολύ βάναυση αποκοπή. Και νομίζω, κι αυτή είναι μία δική μου θεωρία, αν θέλετε λίγο ψυχαναλυτική κομπογιαννίτικη, ότι όπως δεν ήξερε πώς να ολοκληρώσει τη σχέση του με τον πατέρα του που χάθηκε νωρίς, έτσι δεν ήξερε και πώς να ολοκληρώσει τη σχέση του με τους γιους του που έκανε αργότερα. Δηλαδή, είχε μία αμηχανία στο να είναι ο ίδιος πατέρας. Κι εκεί ψάχνω να βρω εάν είχε να κάνει με τη δολοφονία, όχι αυτή καθαυτή, το εμφυλιακό, αυτό το κομμάτι είναι το πρόσχημα ή το σκηνικό, αλλά πώς έγραψε αυτή η απώλεια και πώς το τραύμα της ταξίδεψε στον χρόνο κι από γενιά σε γενιά. Αυτή την ερώτηση κάνω εμμέσως στον εαυτό μου. Στο βιβλίο «Το μόνο της ζωής τους ταξίδι» είναι τι μπορεί να είδε ο παππούς μου και τι μπορεί να έζησε και τι μπορεί να έγραψε μέσα του έστω και σε μια Ελλάδα αγροτική, όπου δεν υπάρχει χώρος για ψυχικές διερευνήσεις και ψυχικά τραύματα.

-«Γιατί να μη γράφω κι εγώ για τη δική μου γενιά; Για μπαράκια, για τον Νικ Κέιβ και τον Κερτ Κομπέιν..;», λέτε σε κάποιο σημείο. Αλήθεια, γιατί στρέφετε το βλέμμα πίσω;

Κατ’ αρχάς, δεν μιλώ απαξιωτικά για διηγήσεις που αφορούν το σήμερα. Υπάρχουν διηγήσεις που μπορεί να μιλάνε για το παρελθόν και να μην προκαλούν καμία αίσθηση και διηγήσεις για τον Νικ Κέιβ και τον Κερτ Κομπέιν που είναι εξαιρετικά κείμενα. Δεν έχει να κάνει με την επιλογή του θέματος. Αλλά αναρωτιέμαι γιατί η ροπή μου είναι προς κάτι τέτοιο. Σ’ αυτό ίσως έχει παίξει ρόλο και η δημοσιογραφική ιδιότητα. Λόγω δημοσιογραφίας ασχολούμαι πολύ με το τι γίνεται τώρα. Αφενός αυτό. Έχω έναν κορεσμό από το τώρα μέσα από την καθημερινότητα μου. Αφετέρου, προσωπικά, έχω μεγάλη ανάγκη να έχει περάσει χρόνος για να γράψω κάτι.

Δεν έχω πάντως κανένα εξωραϊσμό για το παρελθόν, ούτε νοσταλγία. Πιστεύω ότι ο κόσμος μας είναι πολύ καλύτερος τώρα. Κι ο κόσμος γενικά προχωράει μπροστά. Αυτή είναι η μεγάλη εικόνα, παρά τις θλιβερές παρενθέσεις και τις δυσκολίες που έχουμε σήμερα. Ο κόσμος είναι πολύ καλύτερος σε σχέση με αυτό που ήταν πριν από εκατό χρόνια. Ο ρόλος των γυναικών, ιατρικά, επιστημονικά, η διαβίωση, το γεγονός ότι δεν χρειάζεται να πάμε σε πολέμους όπως πήγαιναν τότε. Βρισκόμαστε σε ένα τέτοιο ζήτημα μετά την ιστορία της Ουκρανίας βέβαια, το οποίο για παράδειγμα, είναι ένα πισωγύρισμα.

Αλλά είναι κι ένα στοιχείο, ότι το παρελθόν είναι μια άλλη χώρα Δεν είναι δικό μου, έχει ειπωθεί από κάποιον, δεν θυμάμαι ποιόν. Το παρελθόν είναι μια άλλη χώρα. Οι άνθρωποι εκεί κάνουν τα πράγματα διαφορετικά. Κατά κάποιον τρόπο είμαι ταξιδιωτικός συγγραφέας, μόνο που δεν με ενδιαφέρει το ταξίδι στον χώρο, αλλά στον χρόνο. Στα δύο τελευταία βιβλία, αλλά και πιο παλιά, στην «Πρωινή Γαλήνη», όπως και στην «Ανάκριση» υπάρχει ένα συνεχές μπρος – πίσω. Ένα κοίταγμα του σήμερα στο χθες. Μια ανοιχτή σύνδεση. Δεν είμαστε αποκομμένοι. Υπάρχει ένα συνεχές.

-Εκτός του βιβλίου υπάρχει ακόμη ένα νέο έργο σας, θεατρικό -για πρώτη φορά-, το οποίο ανεβαίνει στη Μικρή Επίδαυρο, 5 και 6 Αυγούστου, σε σκηνοθεσία Σύλλα Τζουμέρκα. Τι αφηγείται ο «Φάκελος Βάνκαου» που έχει σημείο εκκίνησης την Άλκηστη του Ευριπίδη;

Αυτό το έργο αφορά πιο πολύ το μέλλον. Έχει ένα στοιχείο επιστημονικής φαντασίας. Η «Άλκηστη» με απασχολεί χρόνια τώρα. Είναι ένα πολύ περίεργο έργο, δεν ξέρεις αν είναι τραγωδία ή κωμωδία, σε κάποια σημεία τουλάχιστον, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι έχει happy end, ότι επιστρέφει την Άλκηστη ο Ηρακλής στον Άδμητο και όλα καλά . Όλο αυτό μου κάνει κάτι πολύ αλλόκοτο. Η μορφή της Άλκηστης σιωπηλή πάνω στη σκηνή που είναι λίγο σαν ζόμπι, η ιδέα της ανάστασης, της επιστροφής των νεκρών -όλο γυρίζει γύρω από αυτό. Υπάρχει η περίφημη φράση στο κείμενο του Ευριπίδη για την Άλκηστη -το λέει κάποια υπηρέτρια- «και ζωντανή τη λες και πεθαμένη». Αυτό από μόνο του είναι για μένα προσωπικά ένα τεράστιο ερέθισμα.

Άννα Τσακουρίδου , «Φάκελος Βάνκαου»
Άννα Τσακουρίδου , «Φάκελος Βάνκαου»
photo by Alexandra Riba

Υπήρχε μία φωτογραφία που είχα ανακαλύψει στα εικοσιπέντε μου όταν σπούδαζα στη Σκωτία, που υποτίθεται ότι είναι πραγματική και είναι η περίπτωση Βάνκαου. Μία γυναίκα στη Γερμανία η οποία πέθανε όρθια, γιατί -συμβαίνει πάρα πολύ σπάνια- όπου αντί να επέλθει η μυική χαλάρωση και παράλυση του νεκρού, στην περίπτωση της υπήρξε μία σκλήρυνση, αγκύλωση. Και παρέμεινε όρθια. Αυτή η εικόνα με στοίχειωσε. Έχουμε συνηθίσει τους νεκρούς οριζοντιωμένους. Ένας νεκρός όρθιος παραπέμπει κάπου αλλού. Ή σου υπόσχεται το θαύμα ή σου υπόσχεται την απειλή. Κι επειδή το θαύμα δεν γίνεται, συνήθως μένει η απειλή. Κανείς δεν θέλει να πεθάνει ένας άνθρωπος που αγαπάει. Αλλά από τη στιγμή που θα πεθάνει θέλουμε πραγματικά να ξαναγυρίσει; Αυτό που θα ξαναγυρίσει θα είναι το ίδιο με αυτό που έφυγε; Ο θάνατος είναι το ύστατο ταμπού. Ο απόλυτος φυσικός νόμος. Ο νεκρός δεν ξυπνάει, δεν επιστρέφει. Τέρμα. Υπάρχει ένα καταπληκτικό διήγημα του Ρώσου συγγραφέα Λεονίντ Αντρέγιεφ, γραμμένο στα τέλη του 19ου αιώνα αρχές του 20ού, με τίτλο «Λάζαρος», το οποίο με έχει στιγματίσει. Παρουσιάζει το θαύμα του Λαζάρου ως ένα τερατούργημα εκ μέρους του Χριστού, γιατί δείχνει τι γίνεται ο Λάζαρος μετά. Όταν τον αντιμετωπίζουν όλοι ως μίασμα και κανείς δεν αντέχει το βλέμμα του επειδή είδε τον άλλο κόσμο. Ο Χριστός κάνει το θαύμα, φεύγει και ο Αντρέγιεφ αφηγείται τι γίνεται ο Λάζαρος μετά. Είναι σαν ένα Απόκρυφο Ευαγγέλιο αυτό το διήγημα.

Όλα αυτά δένουν στην αφήγηση της Άλκηστης με θεωρίες πάνω στις τελευταίες εξελίξεις της τεχνητής νοημοσύνης σύμφωνα με τις οποίες -θεωρητικά πάντα- θα μπορούσε να αναστηθεί η συνείδηση μέσα σε ένα σώμα πανομοιότυπο με του νεκρού και κατά κάποιον τρόπο να ξαναγυρίσει ο νεκρός. Αυτό το έχουμε δει σε σειρές όπως το «Black Mirror», αλλά στο έργο δεν ακολουθώ αυτή τη λογική που δείχνει και το μετά. Δεν θέλω να πω περισσότερα, πάντως δεν δείχνει το μετά.