ΤΟ BLOG
11/03/2018 08:24 EET | Updated 11/03/2018 08:24 EET

Φύλαγε τα ρούχα σου...

commons wikimedia

Ο ξάδερφος ήταν εργολάβος στην πρωτεύουσα. Τον ειδοποίησε να έρθει δυο-τρεις μήνες να βάλουν τα σίδερα και να καλουπώσουνε ένα μικρό ξενοδοχείο στην Πλάκα. Το μεροκάματο στην Αθήνα εκείνη την εποχή ήταν καλό, η πολυκατοικία στο φόρτε της, άλλαζε η πόλη. Εικοσάρης ήταν, υποχρεώσεις πίσω του δεν είχε, πήρε ο Γιώργης δυο αλλαξιές, μπήκε στο τρένο.

Άλλαξε λίγο τον αέρα του. Καμμιά βόλτα στο Ζάππειο, Σάββατο βράδυ σινεμά, δεν έχανε Βέγγο και Χατζηχρήστο. Μοναστηράκι Κυριακές, στο γιουσουρούμ χόρταινε χάζι. Στην Πλάκα που δουλεύαν τουρισμός, εδώ να δεις του κόσμου τα περίεργα. Πέρασε το τρίμηνο αστραπή, έβγαλε κάτι λεφτουδάκια μαζεμένα. Τη μέρα που θα έφευγε αγόρασε από το Μινιόν πουκάμισο, καινούργιο παντελόνι. Αυτή η τσάντα με τα καινούργια ρούχα ήταν η μόνη αποσκευή του στην ταχεία των Καλαμών. Τη μια αλλαξιά που είχε φέρει την πέταξε, την άλλη εξ ανάγκης τη φορούσε.

Μετά την Ασέα κοντεύουμε, είπε, και του ήρθε η ιδέα να πάει στην τουαλέτα, στο βαγόνι, να αλλάξει και να βάλει τα καινούργια. Τούτα τα φόραγε απ’ όταν έφυγε, είχανε παλιώσει από το πλύνε-βάλε. Στο πουκάμισο ο γιακάς είχε τριφτεί στην τσάκιση, το παντελόνι είχε κάνει γόνατα, ήθελε γερό μαντάρισμα ο καβάλος. Μπήκε στην τουαλέτα, έβγαλε το πουκάμισο. Η ταχεία είχε πιάσει κατηφόρα και κούναγε του σκοτωμού, το παλιοπαντέλονο τρόμαξε να σταθεί όρθιος να το βγάλει. «Άει σιχτίρ για φτώχεια»είπε μέσα του, έδωσε μια στα ρούχα και τα πέταξε από το ανοιχτό παραθυράκι.«Ας σκαλώσουν σε κανα κλαρί, να το περνάνε τα πουλιά για σκιάχτρο». Άνοιξε την τσάντα από το Μινιόν να βγάλει τα καινούργια ρούχα, του ήρθε κόλπος, τί να δει! Μέσα είχε ένα κουστουμάκι παιδικό, σακάκι, παντελόνι για δέκα – δώδεκα χρονών παιδί. Μπέρδεψε την τσάντα η πωλήτρια; Εκείνος στη βιάση του να φύγει για το τρένο πήρε άλλη; Τώρα πώς βγαίνουνε στην Καλαμάτα με το σώβρακο; Μεγαλοπιάστηκε, δεν ήθελε να πάει στη Φυτειά με το παλιό το παντελόνι.

Να πεθάνει από ντροπή. Πώς να βγει τώρα στο βαγόνι; Υπομονή, θα καθόταν εκεί δα στην τουαλέτα, ένα επί ένα, ώσπου να φτάσουν, να αδειάσει το βαγόνι κι ύστερα έβλεπε. Τού ’ρθε στο μυαλό η συχωρεμένη η μάνα του«φύλαγε τα ρούχα σου για να χεις τα μισά παιδάκι μου», έλεγε και ξανάλεγε, να που ήρθε τώρα κούμπωσε η κουβέντα. Κάποιος ήθελε τουαλέτα, χτύπησε, αυτό δεν το ΄χε υπολογίσει. «Άλλος», φώναξε ο Γιώργης, όποιος ήταν ας πήγαινε στο μπροστινό βαγόνι. Σε λίγο η πόρτα ξαναχτύπησε, είπε πάλι «άλλος». «Τί άλλος ξε-άλλος κύριε, μια ώρα είσαι μέσα, φώναξε μια γυναίκα με αγανάχτηση, δεν είναι του σπιτιού σου ο καμπινές, εδώ είναι τραίνο». Πλάκωσε και ο άντρας της, φωνές, κακό,έφτασε ο ελεγκτής. Άνοιξε με αντικλείδι. Αυστηρός με τη στολή, με το πηλήκιο, είδε το Γιώργη με το σώβρακο, να ’χει βάλει μπροστά το σακακάκι. Το και το κύριε ελεγκτά. Του ’δειξε και την τσάντα από το Μινιόν, το κουστουμάκι…

Ο Γιώργης πήγε εκείνο το βράδυ στη Φυτειά με παντελόνι δανεικό. «Βρε φύλαγε τα ρούχα σου καλύτερα…», λέει και ξαναλέει.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ]