Κλιματική αλλαγή, υπερθέρμανση του πλανήτη και οικονομική πολιτική

Οι τρεις τύποι πολιτικών προς επιλογή. Δεν υπάρχουν άλλες…;
Raimondo Restelli / 500px via Getty Images

Ένα ζήτημα το οποίο αφορά σχεδόν όλες τις διαστάσεις της ανάλυσης οικονομικής πολιτικής είναι η υπερθέρμανση του πλανήτη. Το ζήτημα είναι τεράστιο και μια πρόσφατη ομόφωνη επιστημονική εκτίμηση σχετικά με το κόστος της υπερθέρμανσης του πλανήτη όσον αφορά την απώλεια εισοδήματος κάνει λόγο για πτώση της τάξης του 1% της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, ποσοστό που μόνο στις ΗΠΑ αντιστοιχεί σε περίπου 200 δισεκατομμύρια δολάρια.

Όπως περιγράψαμε στο «Οικονομικά και κλιματική αλλαγή» σχετικά με τις λύσεις της αγοράς, το πλαίσιο στο οποίο διεξάγεται η συζήτηση είναι το οικονομικό πλαίσιο.

Οι οικονομολόγοι έχουν πραγματοποιήσει πολλές μελέτες σχετικά με το κόστος και τα οφέλη διαφόρων πολιτικών, οι οποίες οδήγησαν στην κοινή εκτίμηση ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη και η σχετική με αυτήν αλλαγή του κλίματος πρέπει να θεωρηθούν ζήτημα αποτυχίας της αγοράς, δηλαδή ότι η αγορά δεν δίνει καμία τιμή στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, παρόλο που οι εκπομπές επιβαρύνουν την κοινωνία.

Τα προβλήματα πολιτικής στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι μεγάλα, σύνθετα και πολύπλοκα:

Το πρώτο είναι το μεγάλο πρόβλημα του «λαθρεπιβάτη». Επειδή δεν υπάρχει παγκόσμια κυβέρνηση που μπορεί να αναγκάσει τις χώρες να συμμορφωθούν με οποιαδήποτε παγκόσμια προσπάθεια αντιμετώπισης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, οποιαδήποτε πολιτική πρέπει να είναι οικειοθελής, καθιστώντας εύκολο για μια χώρα να εξαιρεθεί («λαθρεπιβάτης»).

Η κίνηση του προέδρου Τράμπ να αποσύρει τις ΗΠΑ από την συμφωνία του Παρισιού θεωρήθηκε από πολλούς κίνηση «λαθρεπιβάτη» εκ μέρους των ΗΠΑ.

Ένα δεύτερο – παράδοξο- πρόβλημα είναι ότι η αλλαγή του κλίματος δεν είναι κακή για όλες τις περιοχές. Ορισμένες χώρες και περιοχές εντός των χωρών μπορεί πραγματικά να επωφεληθούν από την κλιματική αλλαγή. Για παράδειγμα, η σημαντική υπερθέρμανση του πλανήτη πιθανότατα να επεκτείνει την περίοδο καλλιέργειας στις βόρειες χώρες και να κάνει πιο ευχάριστες περιοχές που προηγουμένως ήταν σχεδόν ακατοίκητες λόγω του κρύου. Το κόστος της υπερθέρμανσης του πλανήτη συγκεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στις παράκτιες περιοχές. Αυτή η ετερογένεια κόστους και οφέλους καθιστά πολύ λιγότερη πιθανή την επίτευξη οικειοθελούς συμφωνίας.

Ένα τρίτο πρόβλημα είναι ότι τα σημαντικότερα οφέλη για τη διακοπή της κλιματικής αλλαγής αφορούν το μέλλον, ενώ πολλά από τα κόστη λαμβάνουν χώρα τώρα και οι άνθρωποι τείνουν να υποβαθμίζουν τα μελλοντικά κόστη και οφέλη.

Ένα τέταρτο πρόβλημα είναι η έλλειψη σαφούς ανάλυσης κόστους/οφέλους για διάφορες εναλλακτικές λύσεις πολιτικής και η αβεβαιότητα για την επιτυχία διαφόρων τεχνολογιών.

Οι εκτιμήσεις κόστους διαφόρων πολιτικών για την απαλλαγή σε μεγάλο βαθμό από τις εκπομπές ορυκτών καυσίμων έως το 2100 ποικίλουν από 1% έως 16% της συνολικής παραγωγής.

Όλα αυτά τα προβλήματα υποδηλώνουν ότι η συζήτηση για την πολιτική της κλιματικής αλλαγής θα είναι πιθανότατα έντονη. Κατά τα επόμενα χρόνια μπορούμε να περιμένουμε ότι θα δούμε να εφαρμόζονται τρεις τύποι πολιτικών:

1) Πολιτικές χαμηλότερου κόστους/υψηλότερου οφέλους που είναι εύκολο να εφαρμοσθούν, όπως περισσότερη χρήση λαμπτήρων ενεργειακής απόδοσης, βελτιωμένα πρότυπα μόνωσης σε νέα κτίρια και μειωμένες απαιτήσεις ισχύος σε κατάσταση αναμονής σε ηλεκτρικές συσκευές.

2) Πολιτικές υψηλού προφίλ, οι οποίες θεσπίζονται σε επίπεδο χώρας και όχι σε παγκόσμια βάση, που δεν κάνουν πραγματικά πολλά για την επίλυση του προβλήματος, αλλά είναι καλές για πρωτοσέλιδα εφημερίδων.

3) Πολιτικές που δεν έχουν πολύ νόημα από οικονομική άποψη αλλά βοηθούν ορισμένες επιχειρήσεις και γεωγραφικές περιοχές, ενώ έχουν νόημα από πολιτική άποψη. Πολλοί οικονομολόγοι πιστεύουν ότι η αύξηση της παραγωγής αιθανόλης με βάση το καλαμπόκι είναι ένα εύστοχο παράδειγμα: Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από την παραγωγή αιθανόλης από καλαμπόκι είναι σχεδόν τόσο μεγάλες όσο η μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που προκύπτει από τη χρήση αιθανόλης ως καυσίμου, αλλά τα προγράμματα βοηθούν σημαντικά τους αγρότες, οπότε έχουν πολιτική στήριξη.

Το ερώτημα που μπορεί να τεθεί είναι αν πέρα από τους παραπάνω τρείς τύπους πολιτικών μπορεί να υπάρξει άλλο μείγμα πολιτικών. Η κατάσταση είναι κρίσιμη και η πενθήμερη (16/1/2023 – 20/1/2023) συνάντηση της παγκόσμιας ελίτ στο Νταβός υπό την αιγίδα του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ, πραγματοποιείται υπό τον κάθε άλλο παρά τυχαίο τίτλο «Συνεργασία σε έναν κατακερματισμένο κόσμο».

Είναι η πρώτη φορά που περισσότερο από το ένα τρίτο των συζητήσεων στην επίσημη ατζέντα συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, παράλληλα με τα συνήθη θέματα που αφορούν την παγκόσμια οικονομία και γεωπολιτική.

Τυχαίο; Κάθε άλλο, καθώς η έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ που αναφέρεται στους μεγαλύτερους κινδύνους παγκοσμίως για το 2023 και αποτελεί κατευθυντήριο οδηγό για κατάρτιση του προγράμματος της συνάντησης, αναγνωρίζει τους κινδύνους που οφείλονται στην κλιματική αλλαγή και την υπερθέρμανση του πλανήτη ως τους πλέον σημαντικούς.

Η έκθεση που πέραν της πρόβλεψης που κάνει για τα επόμενα δύο χρόνια (βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι) εστιάζει και στους κινδύνους της επομένης δεκαετίας (μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι) αναδεικνύοντας μεγαλύτερο το ενδεχόμενο αποτυχίας αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι χωρίς σημαντικές αλλαγές πολιτικής ή επενδύσεις, η αλληλεπίδραση μεταξύ των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, της απώλειας βιοποικιλότητας, της επισιτιστικής ασφάλειας και της κατανάλωσης φυσικών πόρων θα επιταχύνει την κατάρρευση του οικοσυστήματος, θα απειλήσει τις προμήθειες τροφίμων και τα μέσα διαβίωσης σε ευάλωτες στο κλίμα οικονομίες και θα ενισχύσει τις επιπτώσεις των φυσικών καταστροφών.

Είναι ήδη πολύ αργά και χρειάζονται καινούργιες ματιές μέσα από παλιές τρύπες.

***

Μιχάλης Κονιόρδος, καθηγητής Τμήματος Διοίκησης Τουρισμού στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Δημοφιλή