Κρίση των Ιμίων 26 χρόνια μετά: Τα παθήματα να γίνονται μαθήματα

Η μεγάλη αφετηρία των νέων τουρκικών αναθεωρητικών αξιώσεων και κλιμάκωσης των απειλών.
Anadolu Agency via Getty Images

«Το δικαστήριο των εθνών είναι η ιστορία». Εξ ου και οι εισαγγελικές κατηγορίες, οι ιστορικές δίκες και οι ιστορικές καταδίκες είναι περιττές. Αυτό που πάντα χρειάζεται να γίνεται είναι αντικειμενική περιγραφή σημαντικών ιστορικών γεγονότων όπως η κρίση των Ιμίων, ούτως ώστε τα παθήματα να γίνονται μαθήματα.

Το 1995-96 ήταν κομβική στιγμή. Για την κρίση αυτή έχουν γραφτεί πολλά και από σχεδόν όλους τους εμπλεκόμενους. Ενίοτε για να δοθεί η δική τους ερμηνεία χωρίς πάντοτε να τεκμηριώνεται αυτή η ερμηνεία. Εξαιρούνται κείμενα που περιέχουν πρωτογενείς πηγές που είναι αδύνατο να διαψευστούν.

Και πάλι, υπάρχει ο κίνδυνος αποσπασματικών πληροφοριών που δεν συνεκτιμούν δεόντως την μεγάλη εικόνα, εδώ τις διαχρονικές Ελληνοτουρκικές σχέσεις και συμμαχικές σχέσεις, την στρατηγική κουλτούρα και άρτιων κρατικών επιτελείων κρατικών λειτουργών.

Σε ένα πολιτισμένο και πολιτικά χρήσιμο διάλογο, επίσης, οι ερμηνείες όλων δεν πρέπει να υποτιμούν την νοημοσύνη των άλλων, και μάλιστα επί ζητημάτων που είναι πασίγνωστα, πασίδηλα και καταμαρτυρούμενα.

Σε κάθε περίπτωση, εκτιμάται ότι, η κρίση των Ιμίων αποτέλεσε μεγάλο σταθμό της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Δρομολόγησε διεύρυνση των Τουρκικών αναθεωρητικών αξιώσεων και αποφάσεις που δεν εκπληρώνουν τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου για την Ελληνική Επικράτεια και κατέδειξε θεσμικά και πολιτικά ελλείμματα και παθογένειες. Εύλογα κανείς διερωτάται εάν αυτά τα ελλείμματα συνεχίζονται.

Σε ένα σύντομο κείμενο όπως το παρόν, θα περιοριστούμε μερικές μόνο πτυχές που σε κάθε κράτος θεωρούνται κύριες και σημαντικές.

Στρατηγική κουλτούρα και κυρίαρχες παραδοχές την δεκαετία του 1990

Κατά πρώτον, οι κυρίαρχες θέσεις στο στοχαστικό και πολιτικό περιβάλλον της δεκαετίας του 1990 καταμαρτυρούν ότι δεν είχε συνειδητοποιηθεί τι συνέβαινε στην Μεταψυχροπολεμική εποχή. Μονολεκτικά αναφέρονται πολύ γνωστές κυρίαρχες γνώμες, συχνά επιστημονικά μεταμφιεσμένες, αλλά και πολιτικά πολύ διαδεδομένες. Η κυρίαρχη άποψη είναι ότι εισήλθαμε σε περίπου ανθόσπαρτη «παγκοσμιοποιημένη» φάση.

Αναρίθμητες θέσεις και δηλώσεις υποστήριζαν ότι «τελείωσε ο πόλεμος», ότι η έννοια εθνικό συμφέρον είναι ανύπαρκτη και «ιδιοτροπία κάποιων Ελλήνων» (και το Ελληνικό εθνικό συμφέρον «εθνικό συμφέρον της Μαριορής»), ότι η αποτρεπτική στρατηγική είναι εθνικιστική και αποσταθεροποιητική, ότι ο κόσμος όπου πλέον κυριαρχούν διεθνικοί δρώντες λειτουργεί με όρους ωφελιμιστικούς και χρησιμοθηρικούς διεθνικών δρώντων και ότι οι αναλύσεις που μιλούσαν για τουρκική αναθεωρητική απειλή ήταν λάθος ή υπερβολικές.

Αυτά υποδήλωναν έλλειμμα στρατηγικής κουλτούρας στις πιο ακραίες εκδοχές του με αποτέλεσμα να μην ευνοείται η ανάπτυξη εθνικής αποτρεπτικής στρατηγικής.

Αυτό καταμαρτυρήθηκε από πολλά άλλα, αλλά κυρίως με το ακραία παράνομο casus belli όσον αφορά την εκπλήρωση των προνοιών του διεθνούς δικαίου για την Ελληνική Επικράτεια και με την ολιγοήμερη αλλά αποφασιστικής σημασίας για το μέλλον κρίσης των Ιμίων.

Καταμαρτυρήθηκε επίσης από την ευκολία με την οποία στην συνέχεια βασικά εγκαταλείφθηκε ο παμμέγιστης σημασίας για την Ελληνική εθνική ασφάλεια Ενιαίος Αμυντικός Χώρος με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Ως προς αυτό υπογραμμίζεται ότι τόσο ο τότε πρωθυπουργό, ο τότε Υπουργός Άμυνας, ο ΑΓΕΕΘΑ και αρκετοί άλλοι είχαν πειστεί και εργαστεί σκληρά για να θεμελιωθεί η στρατηγική σύζευξη με την Κυπριακή Δημοκρατία όπου ζει το ένα δέκατο του Ελληνισμού.

Παρόμοια, δόθηκε και αγώνας για την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση για να αποκτηθούν πολιτικά και νομικά ερείσματα τα οποία μαζί με τον ΕΑΧ και μια ισχυρή αποτρεπτική στρατηγική θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πολιτικές διεξόδους και σταθεροποίηση των σχέσεων με την Τουρκία.

Τουτέστιν, από θέση ισορροπίας εφαρμογή του διεθνούς δικαίου στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις και διέξοδο στο κυπριακό με όρους ευρωπαϊκού νομικού κεκτημένου που θα δημιουργούσε προϋποθέσεις βιώσιμου κράτους χωρίς έξωθεν επεμβάσεις. Και για αυτά η κρίση αποδείχθηκε καταλυτική για την αποδυνάμωσή τους.

Μετέπειτα εξοπλισμοί, πάντως, δεν εντάχθηκαν σε μια λογική ενίσχυσης της αποτρεπτικής στρατηγικής αλλά με τους τρόπους που όλοι ξέρουμε εντάχθηκαν σε μια λογική κατευνασμού.

Κλιμάκωση του τουρκικού αναθεωρητισμού και κρατικά επιτελεία

Δεύτερον, πριν την κρίση των Ιμίων είχαμε και άλλα επεισόδια που είχαν προαναγγείλει τα επιθετικά σχέδια της Τουρκίας με σκοπό τη δημιουργία τετελεσμένων ενώ ένα μήνα πριν υπήρξε και τουρκική ρηματική διακοίνωση που απαντήθηκε αργοπορημένα στις 10 Ιανουαρίου.

Εν τούτοις, οι τότε πολιτικοί ιθύνοντες της χώρας δεν προετοιμάστηκαν κατάλληλα για να αντιμετωπίσει η Ελλάδα τα επερχόμενα:

α) Για πολιτική συναίνεση αντιμετώπισης της τουρκικής επιθετικότητας,

β) Για επιτελική οργάνωση του κράτους στην οποία θα ενσωματωνόταν η άρτια επιτελική οργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων και που θα στάθμιζε-εκτιμούσε έγκαιρα το πώς εξελισσόταν η Τουρκική απειλή και οι στάσεις των υπολοίπων κρατών. Θα χάρασσε επίσης εναλλακτικές αποφάσεις και θα έδινε εντολές στα στρατιωτικά επιτελεία για να είναι οι Ένοπλες Δυνάμεις πάντα έτοιμες να αποτρέψουν την Τουρκική απειλή και εάν η Τουρκία επιτεθεί να έχει σχέδια ελέγχου κάθε σταδίου της κλιμάκωσης της διένεξης.

γ) Για να χαραχθούν επιτελικά σχέδια επικράτησης της Ελλάδας εάν η Τουρκία τολμούσε ένα γενικευμένο πόλεμο. Όλες οι μεταγενέστερες πληροφορίες και εκτιμήσεις δείχνουν ότι δεν θα τολμούσε οπότε θα είχαν ανατραπεί τα τετελεσμένα.

δ) Για να σχεδιαστεί και προετοιμαστεί ούτως ώστε σε περίπτωση κρίσης όλοι οι αρμόδιοι πολιτικοί ιθύνοντες και οι κρατικοί λειτουργοί να βρίσκονταν στην αίθουσα επιχειρήσεων του Πενταγώνου.

Εκεί μέσα στην αίθουσα επιχειρήσεων η πολιτική ηγεσία στο σύνολό της, μαζί με την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, μεταξύ άλλων, να ακούν όλοι όλες τις τηλεφωνικές ή άλλες συνομιλίες με τρίτους και να τις συζητούν, να ενημερώνονται διαρκώς με πληροφορίες των υπηρεσιών μας στο τοπικό μέτωπο, στο στρατηγικό επίπεδο και τις θέσεις συμμαχικών χωρών ιδιαίτερα των ΗΠΑ, να ανταλλάσσουν απόψεις για την βέλτιστη στάση και υιοθετούν την βέλτιστη απόφαση σε κάθε ζήτημα και σε κάθε στάδιο της κρίσης.

Αντί αυτού, είναι άσκοπο να αμφισβητηθεί πως ενώ οι Ένοπλες Δυνάμεις ήταν πανέτοιμες και επιχειρησιακά άρτιες το κράτος σε πολιτικό επίπεδο λειτούργησε, κυριολεκτικά, ως σκορποχώρι.

Επαφές με τρίτους και εισηγήσεις

Τρίτον, η κρίση των Ιμίων δεν ξέσπασε ξαφνικά. Όταν δίκαιο της θάλασσας επικυρώθηκε από τον αναγκαίο αριθμό κρατών η Ελλάδα μπορούσε να εφαρμόσει δεόντως τις πρόνοιες και τις διατάξεις που αφορούν τα κυριαρχικά δικαιώματά μας. Όχι μόνο δεν πήρε μια τέτοια απόφαση όπως μάλιστα με σχέδια και μνημόνιο εισηγήθηκαν οι Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά επιπλέον το παράνομο εάν όχι και θρασύδειλο casus belli της Τσιλέρ καθήλωσε την Ελληνική πολιτική εξουσία.

Αναφέρεται παρενθετικά ότι όσον αφορά τις στάσεις των μεγάλων δυνάμεων, ιδιαίτερα των ΗΠΑ, η Ελλάδα πριν το 1996 θα μπορούσε να κάνει διπλωματικούς χειρισμούς και συναλλαγές συμφερόντων. Όπως γνωρίζουμε σήμερα, η τότε ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων πληροφόρησε το υπουργείο Εξωτερικών για τις θέσεις των Αμερικανών:

«Οι Αμερικανοί προβάλλουν το επιχείρημα ότι η επέκταση των χωρικών μας υδάτων θα επηρεάσει αρνητικά τις αμερικανικές ναυτικές επιχειρήσεις, διότι η Ελλάδα αρνείται να δεχθεί όλα τα σχηματιζόμενα στενά ως υπαγόμενα στο καθεστώς Free Transit Passage και θα διατηρηθεί σε ισχύ το καθεστώς της αβλαβούς διελεύσεως.

Τι θα σημαίνει αυτό για τους Αμερικανούς; Πρώτον, τα αμερικανικά υποβρύχια θα πλέουν εν επιφάνεια στα στενά που δεν χαρακτηρίζονται ως διεθνή.

Δεύτερον, στα αμερικανικά αεροσκάφη θα απαγορεύεται υπερπτήση πάνω από τα στενά αυτά και έτσι θα υποχρεώνονται να ζητούν τη συγκατάθεση της Αθήνας… έλαβα γνώση αμερικανικών οδηγιών προς τα υποβρύχιά τους, με τις οποίες προσδιόριζαν συγκεκριμένα πέντε στενά στο Αιγαίο ως “στενά ελεύθερης διέλευσης”».

«Το Γενικό Επιτελείο εισηγήθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών την εκ μέρους της Ελλάδας διακήρυξη αυτών των πέντε στενών ως “διεθνών στενών” με το διπλό επιχείρημα ότι ήταν σύμφωνο με την ελληνική επιφύλαξη στη Σύμβαση του 1982 και δεν δημιουργούσε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ. Το υπουργείο Εξωτερικών διαφώνησε για τους δικούς του λόγους» .

Έκτοτε ο Τουρκικός αναθεωρητισμός εντείνεται και διευρύνεται, ενώ κανείς εύλογα διερωτάται ποιες είναι οι ακριβείς θέσεις κρατών όπως οι ΗΠΑ για την πλήρη εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου στις Ελληνικές θάλασσες.

Οι παραβιάσεις του Ελληνικού κυριαρχικού χώρου που προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο είναι καθημερινές, το casus belli δεν κατορθώσαμε να το ακυρώσουμε και συνεχίζουν να το κηρύττουν, στην Κύπρο η μη επίτευξη ισορροπίας λόγω εγκατάλειψης του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου η Ελληνική πλευρά διολίσθησε σε μη βιώσιμη διέξοδο (Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία με πολιτική ισότητα), δεν έγιναν συμφωνίες για τις «θαλάσσιες ζώνες» με την Κυπριακή Δημοκρατία και η Τουρκία είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων όπως για παράδειγμα η συμφωνία με την Λιβύη.

Πολλές εξισορροπητικές συγκλίσεις για αγωγούς αποδεικνύεται ότι δεν εντασσόταν σε ένα ολιστικό στρατηγικό σχέδιο που θα οδηγούσε σε ενίσχυση της Ελλάδας η οποία είναι η αμυνόμενη πλευρά και της οποίας οι θέσεις είναι συμβατές με την διεθνή νομιμότητα.

Τα παθήματα που η κρίση των Ιμίων λογικά θα έπρεπε να γίνουν μαθήματα (και όλοι λογικά ευχόμαστε να έγιναν), συνοψίζονται στα εξής:

Το στρατηγικό πρόσταγμα το έχει η εκάστοτε πολιτική ηγεσία

Τέταρτο, πολλά λέχθηκαν έκτοτε για το γεγονός ότι οι Ενοπλες Δυνάμεις δεν προχώρησαν από μόνες τους σε πολεμική εμπλοκή. Αυτό είναι κάτι απαγορευτικό. Ως θέση είναι απαράδεκτη και ακραία επικίνδυνη.

Σε όλα τα κράτη, απολύτως σε όλα, ισχύει η θέση του Clausewitz ότι «ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα», «υπακούει και περιορίζεται από την λογική τον πολιτικών επιλογών» και τις πολιτικές επιλογές τις αποφασίζει πάντα η εκάστοτε πολιτική ηγεσία.

Θα ήταν πολιτικό και εθνικό έγκλημα εάν οι Ένοπλες Δυνάμεις έπαιρναν την πρωτοβουλία και παραμέριζαν την πολιτική ηγεσία –όποια και να ήταν, αυτό ισχύει πάντα και όλες οι κοινωνίες έχουν συμφέρον να μεριμνούν να είναι η κατάλληλη, ικανή και αξιόπιστη ηγεσία– προχωρώντας σε έναρξη εχθροπραξιών που ενδέχεται να κλιμακωνόταν απροετοίμαστα και χωρίς διπλωματική και πολιτική στήριξη που στις μέρες μας είναι κρίσιμη και καθοριστική.

Όπως για παράδειγμα διαπραγματεύσεις με όλους τους εμπλεκόμενους και όλους τους ενδιαφερόμενους και κυρίως τα κράτη των συμμαχιών στις οποίες συμμετέχει η Ελλάδα και πρωτίστως με τις ΗΠΑ. Πρωθυπουργός, Υπουργός Εξωτερικών και ο Υπουργός Άμυνας έκαναν διαρκείς συνομιλίες μέχρι την τελευταία στιγμή (βλ. πιο κάτω).

Επαφές με τρίτους, ασυνεννοησία και απουσία στρατηγικού σχεδιασμού

Πέμπτο, είναι πλέον γνωστό ότι κατά την διάρκεια της κρίσης οι Αμερικανοί είχαν θολές θέσεις και έκαναν παραινέσεις για διαπραγματεύσεις συζήτησης του Τουρκικού αναθεωρητισμού. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι σε πρώτη φάση όταν ο Αμερικανός υπουργός εξωτερικών ερώτησε τον Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών εάν είμαστε αποφασισμένοι για σύγκρουση. Απάντησε: «Σίγουρα εννοώ σύγκρουση. Αλλά σας το λέω και αυτό, γιατί είναι δεδομένο και δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, ότι, όπου έχουμε και θεωρούμε ότι έχουμε στρατιωτικό πλεονέκτημα θα απαντήσουμε».

Όμως, με δεδομένη μια τόσο σημαντική θέση, τι συντονισμό και τι συνεννόηση είχαμε στην Αθήνα μεταξύ των ιθυνόντων; Εκτός του ότι όπως τεκμηριωμένα αποτυπώθηκε η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων δεν ήταν πλήρως ενημερωμένη και με δεδομένο ότι το πρόσταγμα και την στρατηγική καθοδήγηση πρέπει να την έχει πάντα η πολιτική εξουσία, οι Ενοπλες Δυνάμεις ως είχαν καθήκον, προβληματιζόταν και διαρκώς προετοιμάζονταν ταυτόχρονα κάνοντας εισηγήσεις προς την πολιτική ηγεσία.

Η απουσία στρατηγικού σχεδίου και συνεννόησης σε πολιτικό επίπεδο και η απουσία σχετικών εντολών προς τις Ένοπλες Δυνάμεις και τους άλλους θεσμούς του κράτους καταμαρτυρείται πλέον πλήρως. Αναφορά σε δύο γεγονότα φωτίζει αυτό το γεγονός.

Πιο συγκεκριμένα, καθώς προχωρούσε η κρίση Αμερικανοί αξιωματούχοι αλλά και ο ίδιος ο πρόεδρος Κλίντον ενθάρρυναν υποχώρηση και διαπραγματεύσεις.

Η σπασμωδικότητα και ασυνεννοησία πριν η Ελλάδα υποχωρήσει και ενώ λεγόταν το γνωστό «να φυσήξει ο αέρας, να κτυπήσει το κύμα να τελειώνουμε με την σημαία», ο πρόεδρος Κλίντον στις 31.1.1996 τηλεφώνησε στην Τσιλέρ. Της πρότεινε να στείλει τον πιο στενό του σύμβουλο για διαπραγματεύσεις.

Πανέτοιμη η Τσιλέρ εδωσε απάντηση που είναι χαρακτηριστική ενός κράτους και ηγετών που ήταν ευέλικτοι και προετοιμασμένοι: «Εμείς είπαμε αυτό που ήταν να πούμε. Μην μου τον στείλετε, δεν θα τον δεχτώ. Μπορεί να γίνουν διαπραγματεύσεις όταν φύγουν οι στρατιώτες και κατέβει η σημαία».

Σε αντίθεση με αυτή την παράσταση ισχύος και αποφασιστικότητας η οποία με όρους πάγιων τυπολογιών της στρατηγικής ανάλυσης δημιουργεί παραστάσεις αξιοπιστίας, το πώς λειτουργούσαμε και το πώς αποφασίσαμε εμείς με όρους στρατηγικών τυπολογιών ήταν πρωτόγνωρο.

Σε αντίθεση με την προαναφερθείσα αποφασιστικότητα της Τουρκίας, ο τότε πρωθυπουργός, όπως ο ίδιος έγραψε μετά: «Η επιλογή να συνέλθουμε στο πρωθυπουργικό γραφείο και όχι στην αίθουσα (επιχειρήσεων) στο υπουργείο άμυνας δίπλα στον θάλαμο επιχειρήσεων έγινε συνειδητά. Ήθελα να αποφύγω τη δημιουργία ότι βρισκόμαστε σε πολεμική κρίση».

Δεν ήμασταν σε πολεμική κρίση; Δεν παραβιάστηκε η κυριαρχία του κράτους και η ανατροπή της παραβίασης ήταν μονόδρομος όπως εξάλλου εμείς δηλώναμε;

Λίγο πριν δεν ειπώθηκε από τον υπουργό εξωτερικών και άλλους ότι για την ακεραιότητα της κυριαρχίας μας θα πάμε σε σύγκρουση; Δεν είμασταν στρατιωτικά σε αντιπαράθεση και η κρίση συνεχιζόταν;

Η απάντηση σε αυτά και άλλα παρόμοια ερωτήματα είναι ότι έπρεπε να ισχύει το αντίθετο: Παραστάσεις πως έχουμε πλήρη συναίσθηση ότι είμαστε σε κρίση και τι διακυβεύεται, παραστάσεις άκαμπτων θέσεων στην βάση κόκκινων γραμμών που αφορούν την κυριαρχία και παραστάσεις ότι κλιμάκωση των τουρκικών ενεργειών θα έχει άμεση απάντηση.

Για να λειτουργεί έτσι η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία και μάλιστα συντονισμένα και συνεννοημένα, α) η πολιτική ηγεσία απαιτείται να διαθέτει στρατηγική κουλτούρα και πλήρη γνώση και επίγνωση για τα ισχύοντα αξιώματα στην διεθνή πολιτική, β) ως εντολέας της εθνικής ασφάλειας οι πολιτικοί ιθύνοντες που σε κάθε πόλεμο κάθε βαθμίδας έχουν το πρόσταγμα, απαιτείται έγκαιρα και να δίνουν εντολές στις Ένοπλες Δυνάμεις για αδιάλειπτη ετοιμότητα, να βεβαιώνονται ότι είναι ενήμεροι και συμφωνούν με εναλλακτικά σχέδια δράσης-αντίδρασης, να συνομιλούν και να συνεννοούνται διαρκώς με την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία και όπως είπαμε κατά την διάρκεια της κρίσης να γίνεται διαχείριση μέσα στην αίθουσα επιχειρήσεων και όχι σε γραφεία και διαδρόμους.

Γιατί δεν ανατράπηκαν τα τετελεσμένα και η Ελλάδα υποχώρησε

31 Ιανουαρίου 1996 Τούρκοι κομάντο αποχωρούν από τα Ίμια
31 Ιανουαρίου 1996 Τούρκοι κομάντο αποχωρούν από τα Ίμια
via Associated Press

Καταληκτικά, οφείλουμε να πούμε ρητά κάτι που όλοι γνωρίζουμε. Δηλαδή ότι διαχρονικά οι Ένοπλες Δυνάμεις παρά τα συνήθη ελλείμματά τους πάντα είναι πανέτοιμες επιχειρησιακά για να υπερασπιστούν την Ελληνική κυριαρχία και το απέδειξαν πολλές φορές.

Στην κρίση των Ιμίων φρόντισαν να υπάρχει τοπικό πλεονέκτημα, να κινητοποιηθεί ο στόλος και η αεροπορία και σήμερα γνωρίζουμε όπως οι ίδιοι οι Τούρκοι ομολόγησαν μεταγενέστερα πως γνώριζαν ότι η Ελλάδα διέθετε και στρατηγικό πλεονέκτημα.

Αυτό μας φέρνει στους βατραχανθρώπους και στην πτώση του ελικοπτέρου. Οι συζητήσεις για το ζήτημα αυτό είναι απελπιστικά αποπροσανατολιστικές. Κυρίως δεν ευσταθούν δικαιολογίες ιθυνόντων πως δήθεν οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν είχαν υπεροχή και εποπτεία.

Ο καθείς γνωρίζει ότι δεν υπάρχει τρόπος να εντοπίσεις μέσα στην τρικυμία μερικούς βατραχανθρώπους να ανέβουν σε ένα βράχο ακόμη και εάν όλοι οι βράχοι του Ανατολικού Αιγαίου είχαν στρατιώτες.

Το ζήτημα είναι:

α) ότι η Τουρκία ολοφάνερα λόγω δικής μας χαλαρότητας κατάλαβε τα ελλείμματά μας –πιο πάνω ομολογία ότι δίναμε παραστάσεις πως δεν υπάρχει πολεμική κρίση–και

β) δεν υπήρξε άμεση και ρητή πολιτική εντολή προς τις Ένοπλες Δυνάμεις να συλληφθούν ή εκδιωχθούν οι βατραχάνθρωποι.

Δεν θα μπούμε στον κόπο να αναφέρουμε περιπτώσεις άλλων κρατών που μελετήσαμε για το τι έκαναν για παράδειγμα η Μεγάλη Βρετανία στις νήσους Φώκλαντ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ή του Ισραήλ στο Εντέμπε βαθιά στην Αφρικανική Ήπειρο.

Θα πούμε μόνο ότι ισχύουν τα εξής αξιώματα:

Α) Δεν έχουν παραμικρή σημασία δικαιολογίες ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις ήθελαν προετοιμασία μερικών ωρών για το εγχείρημα και ότι θα ξημέρωνε. Σημασία έχει η πολιτική απόφαση να τερματιστεί και η ρητή εντολή προς τις Ένοπλες Δυνάμεις για να την εκτελέσουν. Καθότι όπως είπαμε ποτέ οι Ένοπλες Δυνάμεις δεν αρχίζουν μόνες τους εχθροπραξίες.

Το ότι θα ολοκληρωνόταν η αντίδραση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων σε 5, 10 ή 20 ώρες είναι επιχειρησιακό ζήτημα που συνεκτιμάται δεόντως στον στρατηγικό σχεδιασμό και δεν αποτελεί δικαιολογία υποχώρησης σε ζητήματα κυριαρχίας του κράτους.

Β) Επειδή οι Ένοπλες Δυνάμεις πάντα είχαν σχέδια η πολιτική ηγεσία έπρεπε να τα ξέρει και όχι να αντιμετωπίσει την στρατιωτική ηγεσία με δυσφορία. Όχι μόνο η πολιτική ηγεσία οφείλει πάντα να γνωρίζει τα σχέδια αλλά και καθώς εξελίσσεται η κρίση ανά πάσα στιγμή να απαιτεί εναλλακτικά σχέδια. Αυτονόητα, στην αίθουσα επιχειρήσεων του Πενταγώνου όπου ενώνονται όλα τα νήματα και όπου εκδιπλώνονται όλα τα σχέδια στην βάση των πληροφοριών που ρέουν και τις συνομιλίες με ηγέτες άλλων κρατών.

Έτσι μόνο αφενός δίνονται παραστάσεις αποφασιστικότητας και αφετέρου η πολιτική και η στρατιωτική ηγεσία σταθμίζει και εκτιμά την κατάσταση καθώς η κρίση εξελίσσεται τόσο στο τακτικό όσο και στο στρατηγικό επίπεδο.

Πολλά άλλα επίσης, όπως η επί τόπου στο Πεντάγωνο χάραξη εναλλακτικών σχεδίων δράσης και λήψη αποφάσεων που και αυτές εξελίσσονται διαρκώς και προσαρμόζονται στα δεδομένα όπως είναι και όπως εκτυλίσσονται τα γεγονότα και όλοι οι εμπλεκόμενοι.

Είναι θλιβερό να εκφράζεται η θέση ότι η Ελλάδα ηττήθηκε επειδή ανέβηκαν μερικοί βατραχάνθρωποι πάνω σε ένα βράχο.

Ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να διατυπώνονται επιπόλαιες θέσεις. Αφενός, κανείς δεν τον αγαπά παρά μόνο οι παρανοϊκοί και διεστραμμένοι και αφετέρου, ο πόλεμος είναι μια μεγάλη αλυσίδα με πλήθος κρίκους εκ των οποίων μόνο ο τελευταίος είναι η έναρξη των συγκρούσεων. Τα διλήμματα είναι πολλά.

Χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες λέμε μόνο ότι ένα ζήτημα πάνω στο τραπέζι των επιτελείων είναι η ετοιμότητα αποφάσεων για όλα τα ενδεχόμενα στην βάση κόκκινων γραμμών. Έτσι, συνεκτιμάται δεόντως το πως θα εξελιχθεί εάν αρχίσει ο αντίπαλος προχωρήσει σε πολεμικές ενέργειες χαμηλής έντασης όπως η εξ αντικειμένου αναπόδραστα αόρατη αποβίβαση μερικών βατραχανθρώπων.

Γ) Το μείζον λοιπόν είναι η διαρκής αποτελεσματική διαχείριση μιας κρίσης και η ύπαρξη εναλλακτικών αποφάσεων κλιμάκωσης, ιδιαίτερα εάν ο αντίπαλος προχωρήσει σε ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση.

Επειδή στην περίπτωση που αναφερόμαστε το διακύβευμα ήταν πολύ μεγάλο –και αυτό εξάλλου πλέον το ξέρουμε πλήρως, η τότε πολιτική ηγεσία δεν το γνώριζε επαρκώς;– η πολιτική εντολή απαιτείται να είναι: Ανατρέψτε τα τετελεσμένα, ετοιμαστείτε πλήρως για έλεγχο κάθε σταδίου της κλιμάκωσης εάν οι Τούρκοι ανταποδώσουν και ασφαλώς να είστε πανέτοιμοι για νικηφόρο γενικό πόλεμο εάν ο αντίπαλος δεν σταματήσει την παραβίαση της Ελληνικής κυριαρχίας.

Οτιδήποτε άλλο είναι όχι μόνο λάθος αλλά και ακραία επικίνδυνο. Δεν είναι μόνο ότι η υποχώρηση ανοίγει νέους αναθεωρητισμούς και νέες απειλές.

Όλοι ξέρουμε ότι πόλεμο έχουμε καθημερινά σε όλα τα μέτωπα όταν η Τουρκία παραβιάζει διαρκώς την κυριαρχία, αναχαιτίζεται και ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να κλιμακωθεί. Στα Ίμια όμως και εάν η Άγκυρα γνώριζε πλήρως τι επικρατούσε απέναντι λογικά θα μπορούσε να προχωρήσει σε μια αιφνιδιαστική μεγάλη επίθεση.

Δ) Εάν παραβιαστεί ο ιερός χώρος της εθνικής Επικράτειας ενός κράτους που προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο η αμυνόμενη χώρα δεν έχει επιλογή θα πρέπει να αμυνθεί. Αυτό στην περίπτωση των Ιμίων σήμαινε ανένδοτη στάση άρνησης διαπραγματεύσεων για την κυριαρχία που προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο και οι Συνθήκες, απαίτηση να σταματήσουν οι τουρκικές απειλές, εκδίωξη των ολιγάριθμων βατραχανθρώπων, ετοιμότητα ανταπόδοσης εάν η Τουρκία εκτελούσε πλήγματα κατά Ελληνικών στόχων, ετοιμότητα για έλεγχο της κλιμάκωσης και ετοιμότητα για γενικευμένο πόλεμο εάν ο επιτιθέμενος και αναθεωρητικός αντίπαλος οδηγήσει την κρίση στα άκρα.

Οτιδήποτε άλλο ήταν και συνεχίζει να είναι σε κάθε άλλη κρίση όχι μόνο ασυμβίβαστο με την υποχρέωση προάσπισης της κρατικής κυριαρχίας αλλά και ανεύθυνο. Αυτό γιατί ο κατευνασμός οδηγεί σε ήττα χωρίς πολεμική σύρραξη και πιο πιθανό γενικευμένο πόλεμο.

Αυτό δρομολόγησε η κρίση των Ιμίων και τα ίδια ή και χειρότερα αντιμετωπίζουμε όπως όλοι ξέρουμε και στις μέρες μας.

Τα παθήματα των Ιμίων οφείλουν να γίνουν μαθήματα. Αυτό σημαίνει αμετάθετες κόκκινες γραμμές που ορίζουν οι Συνθήκες και το διεθνές δίκαιο και ετοιμότητα για όλα.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις όπως και τότε πάντα και υπό δυσχερείς συνθήκες ανταποκρίνονται στην αποστολή τους. Την σκυτάλη χάραξης αξιόπιστης εθνικής στρατηγικής για την υπεράσπιση της Ελληνικής κυριαρχίας την έχει πάντα η εκάστοτε πολιτική ηγεσία.