Το αντίο στην μάσκα είναι για κάποιους ο δυσκολότερος αποχωρισμός της ζωής τους

Πολλοί άνθρωποι έχουν επαναπαυθεί στην χρήση μάσκας καλύπτοντας ζητήματα ψυχικής υγείας.

Η Πρίγιαμ Μαχαγιάν, μια 20χρονη που ζει στην Ινδία, αγωνίστηκε με την διαταραχή κοινωνικού άγχους το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Στο πλαίσιο δημόσιας παρουσίας, αυτό εμφανίζεται ως δυσκολία στο να έχει κανείς οπτική επαφή με αγνώστους. Το πρόσωπό της συχνά σφίγγεται σε συζητήσεις ή θα δαγκώσει τα χείλη της, κάτι που την κάνει πιο αμήχανη μπροστά σε άλλους.

«Όταν το μισό πρόσωπό μου είναι καλυμμένο, με βοηθάει σχεδόν να μην γίνομαι πλήρως αντιληπτή», λέει στη HuffPost. «Μπορώ να χαλαρώσω και να είμαι ανώνυμη».

Τώρα που τα κράτη στην Ινδία έχουν αρχίσει να αίρουν τις εντολές για την χρήση μάσκας, η Μαχαγιάν λέει ότι προσπαθεί να ξεπεράσει το άγχος της και να ξεχάσει την μάσκα.

«Έχω παρατηρήσει ότι πραγματικά αρχίζει να μου λείπει η μάσκα όταν βρίσκομαι σε αδιέξοδο, ή σε μια κατάσταση όπου το κοινωνικό μου άγχος φτάνει στο απόγειο», λέει. «Για παράδειγμα, το λεωφορείο ήταν πραγματικά χαοτικό και γεμάτο σήμερα το πρωί και ευχόμουν να φορούσα τη μάσκα μου για να μην με δει κανείς να αγχώνομαι».

Όπως έχουν σημειώσει πολλές γυναίκες κατά τη διάρκεια της πανδημίας, οι μάσκες έδωσαν επίσης στη Μαχαγιάν την ευκαιρία ενός διαλείμματος μεταξύ άλλων κι από τα αιτήματα να «χαμογελάει περισσότερο» από τους άνδρες.

«Αισθάνομαι πιο ασφαλής με τη μάσκα», λέει. «Νιώθω ότι θα έχω πάντα τη μάσκα μου σε ετοιμότητα για καταστάσεις που προκαλούν άγχος».

Στην χώρα μας, όπως ανέφερε σε πρόσφατη ενημέρωση η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας, Μίνα Γκάγκα, «τα ευχάριστα νέα είναι ότι το Πάσχα λόγω του καιρού μπορούμε να είμαστε έξω, χωρίς τη μάσκα».

Ο Σεθ, ένας 27χρονος εργαζόμενος στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης στη Μασαχουσέτη που πάσχει από άγχος και αυτισμό, βρήκε επίσης παρηγοριά στη μάσκα. Κανείς δεν μπορούσε να κοιτάξει το πρόσωπό του και να παρερμηνεύσει αυτό που ένιωθε...

«Το πρόσωπό μου συχνά δεν ”κινείται” με τρόπο που να υποδηλώνει τη διάθεσή μου», λέει ο Σεθ, ο οποίος όπως μερικοί άλλοι σε αυτό το ρεπορτάζ ζήτησε να χρησιμοποιήσει το μικρό του όνομα μόνο για να προστατεύσει την ιδιωτικότητά του.

«Δεν είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα το να φοράω μάσκα επειδή υπάρχει ήδη μια αίσθηση με τους ανθρώπους στη δουλειά ότι δεν θα μπορούν να ”διαβάσουν” το πρόσωπό μου επίσης κι αυτό ”εκτρέπει” την προσοχή τους αλλού», λέει στην HuffPost. «Κράτησε επίσης την ακμή μου κρυφή και με εμπόδισε από το να ασχολούμαι μαζί της».

Καθώς οι εντολές για μάσκες έχουν αρθεί στις ΗΠΑ τους τελευταίους μήνες, ο Σεθ ένιωσε ευγνώμων που εργάστηκε σε έναν τομέα όπου οι μάσκες εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται πολύ.

«Η μάσκα μοιάζει με κουβέρτα ασφαλείας με πολλούς τρόπους», είπε.

Ο Σεθ και η Μαχαγιάν δεν είναι οι μόνοι που νιώθουν (εσωτερική) σύγκρουση και (είναι) λίγο ανήσυχοι για το να ξαναμπούν σε έναν κόσμο χωρίς μάσκες. Υπάρχουν προφανείς ανησυχίες για την υγεία σχετικά με το να κυκλοφορούμε χωρίς μάσκες ― τα κρούσματα κορονοϊού αυξάνονται και πάλι λόγω της εξάπλωσης της εξαιρετικά μεταδοτικής παραλλαγής BA.2.

Αλλά υπάρχει επιπλέον απροθυμία για εγκατάλειψη της μάσκας μεταξύ των ατόμων που έχουν διαταραχή κοινωνικού άγχους ή που αισθάνονται ανασφαλείς για την εμφάνισή τους. Για περισσότερα από δύο χρόνια, οι μάσκες τους χάριζαν αναβολή από το να χρειαστεί να ασχοληθεί κάποιος μαζί τους.

Η διαταραχή κοινωνικού άγχους, μια πάθηση που επηρεάζει περίπου 15 εκατομμύρια Αμερικανούς, είναι ένας έντονος, επίμονος φόβος ότι τους παρακολουθούν, τους κρίνουν ή να τους ελέγχουν εξονυχιστικά.

Η έκθεση στο πλήθος χωρίς μάσκα

«Χωρίς μάσκα, κάποιος εκτίθεται περισσότερο στο να βλέπουν άλλα σωματικά σημάδια κοινωνικού άγχους, όπως κοκκινίλα ή εφίδρωση», λέει η Ρεμπέκα Λέσλι, ψυχολόγος στην Ατλάντα.

«Μια μάσκα μπορεί να σε κάνει λίγο πιο δύσκολο να το αναγνωρίσεις, ιδιαίτερα από μακριά», αναφέρει στην HuffPost. «Προσφέρει μια αίσθηση προστασίας σε κάποιον που είναι κοινωνικά αγχώδης ή απλά δεν θέλει να συναντήσει ανθρώπους».

Οι μάσκες είναι μια ευλογία για όσους έχουν σωματική δυσμορφία, μια διαταραχή που επηρεάζει σχεδόν 8 εκατομμύρια Αμερικανούς και που κάνει τους ανθρώπους να «κολλάνε» με ένα ή περισσότερα αντιληπτά ελαττώματα στην εμφάνισή τους.

Η Λέσλι που ειδικεύεται σε θέματα εικόνας σώματος ανέφερε ότι πολλοί πελάτες της μίλησαν για το πόσο απελευθερωτική ήταν η κάλυψη του προσώπου τους με μάσκα.

«Μια μάσκα έχει έναν τρόπο να κάνει τους, ανασφαλείς για την εμφάνισή τους, ανθρώπους να νιώθουν λίγο πιο αόρατοι», αναφέρει η ίδια. «Και χωρίς μάσκα, μπορεί να νιώθουμε ότι υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη να μακιγιαριστούμε ή να καλύψουμε τις αντιληπτές ατέλειες που ήταν αόρατες προηγουμένως λόγω της χρήσης μάσκας».

Η Μπριάνα Πλέιτο, μια 22χρονη από τη Φλόριντα, η οποία συχνά νιώθει ανασφάλεια για την εμφάνισή της - ειδικά για τη μύτη της - είπε ότι είναι σίγουρη ότι πήρε μια δουλειά επειδή έδωσε συνέντευξη φορώντας μάσκα.

«Ήταν στα μέσα της πανδημίας και προσευχόμουν να μην μου ζητήσει ο διευθυντής προσλήψεων να βγάλω τη μάσκα μου την ώρα της συνέντευξης», είπε στη HuffPost. «Ένιωσα πολύ πιο σίγουρη για αυτό. Πιστεύω πραγματικά ότι είναι ένας από τους κύριους λόγους που πήρα τη δουλειά».

Η Φλόριντα ήταν μία από τις πρώτες πολιτείες που ήραν τις εντολές για χρήση μάσκας και η Πλέιτο ανέφερε ότι πιστεύει το πώς κυκλοφορεί χωρίς μάσκα (αυτό) έχει αυξήσει τη δυσμορφία του σώματός της.

Τον τελευταίο καιρό το «mask fishing» απασχολεί την 22χρονη. Ο όρος - «προφανώς επινοήθηκε από τη γενιά μου», αστειεύτηκε η Πλέιτο - είναι η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να κρύβει ελαττώματα του προσώπου κάτω από μια μάσκα. Πρώτα εμφανίστηκε σε εφαρμογές γνωριμιών και στη συνέχεια έγινε τάση στο TikTok.

«Για παράδειγμα, θυμάμαι ότι έβγαλα τη μάσκα μου μπροστά σε έναν συνάδελφό μου για πρώτη φορά, και μου είπε: ”Ω, πρέπει (τώρα) να συνηθίσω να βλέπω το πρόσωπό σου”, για τα οποία λόγια προφανώς έκανα το χειρότερο συνειρμό».

Η Πλέιτο λέει ότι λήψη φωτογραφιών χωρίς μάσκα μπορεί να πυροδοτεί τα παραπάνω.

«Θα κοιτάξω μια φωτογραφία και θα σκεφτώ: «Δεν υπάρχει περίπτωση να μοιάζω πραγματικά έτσι», λέει. «Αισθάνομαι ότι το να έπρεπε να φοράω μάσκα για τόσο καιρό και μετά ξαφνικά το να μην χρειάζεται να έχει δεκαπλασιάσει τις ανασφάλειές μου».

.
LukaTDB via Getty Images
.

Η μάσκα ήταν επίσης ένα ισχυρό προστατευτικό εργαλείο για τρανς άτομα που υποβάλλονται σε ορμονοθεραπεία ή χειρουργικές επεμβάσεις για να αλλάξουν τα φυσικά τους χαρακτηριστικά.

Το κοινωνικό άγχος παίζει ρόλο στην απροθυμία της Αλέξις Βάντομ να κυκλοφορεί χωρίς μάσκα, αλλά τα περισσότερα αρνητικά συναισθήματά της για τη μη χρήση μάσκας προέρχονται από πιθανές απειλές για τη σωματική της ευεξία και τη δυσφορία (που νιώθει για) το φύλο της. Η 25χρονη Βάντομ είναι τρανς και οι μάσκες έχουν βοηθήσει να κρατήσει κάποια «μυστικά» κρυμμένα.

«Ανησυχώ κυρίως για το ενδεχόμενο το λάθος άτομο να παρατηρήσει ότι είμαι τρανς και να με επικρίνει», λέει στην HuffPost. «Η δημόσια εχθρότητα προς την πληθυσμιακή μου ομάδα εκτινάσσεται στα ύψη σε εθνικό επίπεδο, και παρόλο που είμαι πιο ασφαλής τώρα που ζω στην πολιτεία της Ουάσιγκτον αντί στο κέντρο του Τέξας, θα προτιμούσα να μπορώ να περάσω τη μέρα μου με σχετική ανωνυμία».

Η Βάντομ υποβάλλεται αυτήν τη στιγμή σε ηλεκτρόλυση προσώπου και σκοπεύει να κρατήσει τη μάσκα της μέχρι να υποβληθεί σε επέμβαση στο πρόσωπο αργότερα φέτος. Μόλις θεραπευτεί από τις εγχειρήσεις της, πιθανότατα θα αρχίσει να βγαίνει έξω χωρίς αυτό.

«Μετά από αυτό το σημείο, δεν θα ανησυχώ καθόλου μήπως με αναγνωρίσουν ή να με αντιμετωπίσουν τρανσφοβικοί άνθρωποι», αναφέρει.

Γιατί η αλλαγή εντολών ως προς την χρήση μάσκας είναι τόσο περίπλοκη για όσους έχουν κοινωνικό άγχος ή άλλες ανασφάλειες

Ο Ντέιβιντ Μόσκοβιτς, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Βατερλώ και κορυφαίος ερευνητής στη θεραπεία του άγχους των ενηλίκων, μελετά την επίδραση της χρήσης μάσκας σε άτομα με κοινωνικό άγχος από την αρχή της πανδημίας.

Οι μάσκες επέτρεψαν στους ανθρώπους να κρύψουν τις αδυναμίες τους, λέει ο Μόσκοβιτς, αλλά η αλλαγή των πρωτοκόλλων για τις μάσκες κατά τη διάρκεια της πανδημίας αύξησε πραγματικά την πάλη των όσων διακατέχονται από κοινωνικό άγχος.

«Ενώ οι μάσκες μπορεί να βοηθήσουν τους ανθρώπους με κοινωνικό άγχος να αισθάνονται πιο ασφαλείς και να αποφεύγουν τον φόβο του ελέγχου και της αξιολόγησης, αυτό το είδος ”αυτοσυγκάλυψης” είναι επιβλαβές μακροπρόθεσμα επειδή αυτές οι συμπεριφορές διατηρούν το άγχος εμποδίζοντας τους ανθρώπους να αντιληφθούν ότι οι φόβοι τους είναι υπερβολικοί», λέει.

Το κοινωνικό άγχος προκύπτει από την αντίληψη ότι η εμφάνιση ή η συμπεριφορά κάποιου δεν ταιριάζει με τους κοινωνικούς κανόνες. Η έρευνα του Μόσκοβιτς αποδεικνύει ότι η αλλαγή των κανόνων για τη χρήση μάσκας - για παράδειγμα, οι κυμαινόμενες εντολές ως προς την χρήση μάσκας - ενισχύουν τον φόβο του να κάνουμε λάθος και να κριθούμε αρνητικά από τους άλλους.

«Σε περιοχές όπου η πλειονότητα των άλλων ανθρώπων δεν φορούν πλέον μάσκες, τα κοινωνικά αγχώδη άτομα αντιμετωπίζουν μια δύσκολη απόφαση: να πετάξουν την μάσκα και (να ξεχάσουν) την σχετική απόκρυψη εαυτού που παρέχει ή να διατηρήσουν τη μάσκα και να κινδυνεύουν να μείνουν εκτός κοινωνικού πλαισίου, καθώς επίσης να να τραβούν την προσοχή λόγω του ότι αψηφούν τους κανόνες της κοινωνίας», είπε.

.
SolStock via Getty Images
.

Μπορεί να αισθάνονται κολλημένοι σε μια κατάσταση ηττιοπάθειας, λέει ο Μόσκοβιτς, και συμπεραίνει ότι είναι πιο εύκολο γι ’αυτούς να αποφεύγουν απλώς τους ανθρώπους και να μένουν στο σπίτι εντελώς. Αυτή είναι η περίπτωση του Κρις, ενός 39χρονου από την Αλμπέρτα του Καναδά ο οποίος, όπως είπε, έχει μια γενική φοβία να τον βλέπουν και να τον εντοπίζουν.

«Η μάσκα πραγματικά με έκανε να νιώθω λιγότερο υποχρεωμένος να ασχοληθώ με ανόητες ψιλοκουβέντες», λέει στη HuffPost. «Ακόμα φοράω μάσκα, αλλά είναι δύσκολο γιατί ζω σε μια άκρως συντηρητική περιοχή όπου οι άνθρωποι φαίνεται να αποδοκιμάζουν τη μάσκα».

Η μάσκα του Κρις συγκεντρώνει πολλή προσοχή.

«Φαίνεται ότι οι άνθρωποι κάνουν τα δυνατά τους για να μου ”πουν” κάτι για αυτό», λέει. «Έπρεπε να πάω στο ταχυδρομείο μια εβδομάδα πριν και οι μόνοι που είδα με μάσκες ήταν οι υπάλληλοι. Ένιωθα ότι όλα τα μάτια ήταν στραμμένα πάνω μου και ένιωθα απίστευτα άβολα»...

«Τώρα δεν μπορώ να μπω ούτε στο γωνιακό κατάστημα χωρίς άγχος και πανικό», λέει

Πώς να αντιμετωπίσουμε το άγχος σχετικά με το να μη φοράμε μάσκα

Η προσαρμογή στη νέα κανονικότητα ως προς την χρήση μάσκας ήταν ένα μεγάλο εμπόδιο για πολλούς από εμάς. Η επαναπροσαρμογή στο να μην φοράμε - όταν είναι ασφαλές να το κάνουμε - θα χρειαστεί λίγη εξοικείωση ακόμη και για εκείνους που ποτέ δεν είχαν να αντιμετωπίσουν κοινωνικό άγχος ή ανασφάλειες σχετικά με την εμφάνισή τους πριν από αυτό.

Οι ειδικοί με τους οποίους μιλήσαμε έχουν μερικές συμβουλές για να το ξεπεράσουμε.

Ας σκεφτούμε γιατί είμαστε τόσο απρόθυμοι στο να βγάλουμε τη μάσκα μας

Ενώ αντιμετωπίζουμε παλιές, ή νέες ανησυχίες για την εμφάνισή μας, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε γιατί ρέπουμε τόσο σκληρά στο να φοράμε μάσκα, αναφέρει ο Μόσκοβιτς.

«Να είστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας σχετικά με το γιατί εξακολουθούμε να φοράμε τη μάσκα μας: Είναι για να αποφύγουμε τη μετάδοση του ιού ή μήπως επειδή είμαστε κοινωνικά ανήσυχοι και είναι δύσκολο να αφήσουμε αυτήν την ”κουβέρτα” ασφαλείας;», λέει.

Εάν δεν ανησυχούμε για το ενδεχόμενο να κολλήσουμε Covid-19 και δεν υπάρχουν περιορισμοί δημόσιας υγείας που μας εμποδίζουν να βγούμε έξω χωρίς τη μάσκα μας και πιστεύουμε ότι είναι ασφαλές να το κάνουμε, ας θέσουμε ως πρόκληση στον εαυτό μας να πειραματιστεί με την εγκατάλειψη της μάσκας δημοσίως, λέει ο Μόσκοβιτς.

«Ας δούμε πώς αισθανόμαστε», λέει. «Μπορεί να εκπλαγούμε όταν ανακαλύψουμε ότι η εγκατάλειψη της μάσκας μας δίνει τη δυνατότητα να αισθανόμαστε πιο αυθεντικοί και συνδεδεμένοι με τους άλλους, πιο ευτυχισμένοι και λιγότερο μόνοι».

Ας ξεκινήσουμε με αργά βήματα

Ας προσπαθήσουμε να εγκαταλείψουμε τη μάσκα μας πρώτα σε άνετα περιβάλλοντα ή με άτομα με τα οποία αισθανόμαστε ασφάλεια, δηλώνει η Σέβα Ρατζέ, διευθύντρια του Κέντρου για το Άγχος και την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή.

Ίσως ξεκινήσουμε πηγαίνοντας χωρίς μάσκα σε μέρη με λιγότερο κόσμο, όπως το σπίτι ενός εμβολιασμένου φίλου ή ας προσπαθήσουμε να εμφανιστούμε χωρίς μάσκα σε άτομα που εμπιστευόμαστε και που πιστεύουμε ότι δεν θα μας κρίνουν.

«Αυτές οι ”εκθέσεις” θα μας επιτρέψουν να κάνουμε μικρά βήματα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που μπορούν στη συνέχεια να γίνουν μεγαλύτερα άλματα, όπως να πηγαίνουμε χωρίς μάσκες σε ένα πάρτι ή να φοράμε λαμπερό κραγιόν για να τραβήξουμε την προσοχή στο τμήμα του προσώπου μας που δεν καλύπτεται», λέει η Ρατζέ.

Ας δούμε αν μπορούμε να δημιουργήσουμε μια «κατάσταση» για τον εαυτό μας για να μειώσουμε το άγχος όταν φεύγουμε από το σπίτι χωρίς μάσκα, λέει η Λέσλι.

«Ας υπενθυμίσουμε στον εαυτό μας ότι πριν ζούσαμε τη ζωή μας χωρίς μάσκα και είμασταν καλά. Ας δούμε αν μπορούμε βάσει του παρελθόντος μας να θέσουμε σε αμφισβήτηση κάποιους φόβους», αναφέρει.

.
SDI Productions via Getty Images
.

Εάν η σχέση με την μάσκα μας οφείλεται σε ανησυχίες για την εικόνα του σώματός μας, ας υπενθυμίσουμε στον εαυτό μας ότι είμαστε κάτι περισσότερο από την εμφάνισή μας

Εάν χρησιμοποιούμε τη μάσκα μας για να καλύψουμε αυτό που πραγματικά είμαστε, ας προσπαθήσουμε να υπενθυμίσουμε στον εαυτό μας ότι η αξία μας συνδέεται με πολύ περισσότερα από την εμφάνισή μας, λέει η Λέσλι.

«Το σώμα μας είναι εκεί για να μπορούμε να ζήσουμε τη ζωή μας. Δεν θέλουμε η ζωή να επικεντρώνεται στην προσπάθεια για αυτή την ”τέλεια” φυσική εμφάνιση», είπε. «Είμαστε άνθρωποι, οι άνθρωποι έχουν ρυτίδες, σπυράκια και δέρμα με πόρους. Ας δώσουμε στον εαυτό μας την άδεια να γίνει άνθρωπος».

Ας εργαστούμε για να επαναπροσδιορίσουμε τις αρνητικές σκέψεις και τις στρεβλώσεις για τον εαυτό μας, λέει η Μόνικα Βερμάνι, ψυχολόγος και συγγραφέας του βιβλίου «A Deeper Wellness: Conquering Stress, Mood, Axiety and Traumas».

«Για άτομα με σωματικές ανασφάλειες, το να επαναδιατυπώνουν σκέψεις για το πρόσωπό τους, την αύξηση του βάρους τους και την αίσθηση της μη ελκυστικότητας (αυτό) μπορεί να αλλάξει το παιχνίδι», λέει. «Αντί να κάνουμε κριτική και να αυτοεξεταζόμαστε, ας έχουμε την ίδια συμπόνια για τον εαυτό μας που έχουμε για τους άλλους».

Ας θυμηθούμε: Η συμπόνοια είναι το κλειδί

Σε περιόδους αβεβαιότητας και μετάβασης, χρειάζεται να έχουμε συμπόνια για τους άλλους ανθρώπους και για τον εαυτό μας.

«Πρέπει να παραμείνουμε συνδεδεμένοι με το πώς νιώθουμε και να συμπεριφερόμαστε με καλοσύνη στον εαυτό μας», λέει η Βερμάνι. «Και ενώ δεν μπορούμε να ξέρουμε τι μπορεί να βιώνει ή να αντιμετωπίζει κάποιος άλλος στη ζωή του, μπορούμε να επιλέξουμε να συμπεριφερόμαστε στους άλλους με σεβασμό και καλοσύνη».

Προτείνετε μια διόρθωση