Το πορτοκαλί πατίνι

Το ναυάγιο από τη σκοπιά ενός θύματος στην άσφαλτο
byLorena photography via Getty Images

Η πόλη μας μεγάλωσε. Δεν είναι μόνο οι άνθρωποι που αυξήθηκαν, ούτε οι ανασφάλειες, ο φόβος και η τρέλα τους που γεμίζουν στάδια για ψύλλου πήδημα. Δεν είναι τα μυριάδες αυτοκίνητα, ούτε οι χιλιάδες δρόμοι που την διαπερνάνε σαν τριχοειδή, δεν είναι τα κτίρια που συνεχώς ψηλώνουν και κρύβουν τον ήλιο, ούτε οι αναρίθμητοι άλλοι που ζουν μέσα μας και ντρέπονται να ξεμυτίσουν. Αυτά, και χίλια άλλα, είναι γνωστά, τα συνηθίσαμε, τα ψιλοθέλουμε καθώς καλλιεργούν μια επίφαση ασφάλειας κρυμμένη κάτω από το δέρμα σαν τα παλιά ποτάμια με τα ξεχασμένα ονόματα που ήρθαν το τσιμέντο και τα μπάζα και τα σκέπασαν.

Είναι οι καινούργιοι άνθρωποι που μεταποιήθηκαν στην Πλειστόκαινο Περίοδο και τώρα μεταλλαγμένοι σε κάτι ανάμεσα σε άνθρωπο και βατράχι χοροπηδάνε στα αυτοκίνητα τους όταν ανάβει κόκκινο, ανάβουν τσιγάρο όταν ανάβει πράσινο, κοιτάζονται στο καθρεφτάκι και στέλνουν ανεπίδοτα φιλιά στους χιλιάδες αγνώστους που μοιράζονται τα ίδια ντέρτια, είναι οι καινούριοι άνθρωποι που μόνο δείχνουν χωρίς να διαβάζουν, που στην αλλοπρόσαλλη ζωή τους δεν έχουν αναμνήσεις από την πόλη που πριν γιγαντωθεί, πριν καταντήσει μια ξένη, μια εφήμερη αγαπητικιά που φτύνει, βρίζει και αλληθωρίζει όταν δεν μπορεί να παρκάρει, ήταν μια όαση για φιλίες και αισθήματα και όχι ένα τοίχος από παράθυρα.

Είναι οι καινούριοι άνθρωποι που δεν ένοιωσαν ποτέ την ασφάλεια της συζήτησης με έναν έξυπνο συνομιλητή, αυτοί που απαρνήθηκαν το χθες και ζούνε το σήμερα άτακτα σαν σε εικόνες από όνειρα, εκείνοι που δεν ένοιωσαν την ευλογία να βγαίνουν στο δρόμο και να ανακατεύονται με τη ζωή της πόλης, όλοι οι εμβολιασμένοι με τον ορό της απάθειας, της αμορφωσιάς και του θράσους, τα γουρούνια και τα σκυλιά που διαρκώς γρυλίζουν και σε λίγο θα ξεχαστούν όταν η Νέα Εποχή που ήδη άρχισε, καταπιεί όλους αυτούς τους ενθουσιασμένους κανίβαλους τους πάντοτε πεινασμένους.

Αυτοί οι καινούριοι άνθρωποι ξέχασαν πως υπήρξαν παιδιά και τους πρόσεχαν οι μεγαλύτεροι όταν καβαλούσαν το ποδήλατο, ζήλευαν το πορτοκαλί πατίνι του φίλου τους που το μοιράζονταν άλλοι Κυριακές και αργίες, ξέχασαν σινεμά και τραγούδια, έσβησαν τα μαθήματα που διάβαζαν, τα φαγητά που γεύτηκαν, τη μυρωδιά του σπιτιού τους, τη φωνή του πατέρα τους, - οι όποιες αναμνήσεις τους δεν διασώθηκαν από τα κατακλυσμιαία κύματα της λήθης και της απάθειας,- και τώρα πλέουν ακυβέρνητοι πάνω στη σχεδία τού Εγώ τους, τυφλοί και κουφοί, ίδιες πολικές αρκούδες που οσμίζονται το θήραμα από χιλιόμετρα.

Αυτοί οι καινούριοι άνθρωποι, θρηνούν για τις ζωές που παίρνει η θάλασσα στα βαθιά, αλλά όταν οι ίδιοι μετράνε πτώματα στο διάβα τους, δεν στάζει η μύτη τους. Εκεί θα κολλήσουν; Ποιος νοιάζεται για τους δυο εφήβους πάνω στο πορτοκαλί πατίνι τους; Ποιος δίνει δεκάρα για τον φτωχό ντελιβερά; Τη γιαγιά με το εγγόνι στο καρότσι του; Την έγκυο που βάρυνε; Τους μικρούς μαθητές που τρέχουν να προλάβουν το πράσινο; Ποιος νοιάζεται για τα δεκάδες θύματα που, ειδικά φέτος, χάνουν τη ζωή τους στην άσφαλτο γράφοντας με το αίμα τους τη λέξη ΑΘΩΟΙ;

Ενώ αν πνιγείς στη θάλασσα; Αν έχεις πληρώσει ένθεν κακείθεν ένα μάτσο δολάρια; Αν γίνεις η αφορμή για να ανταλλάξουν Κόμματα και οπαδοί βρισιές και κατηγόριες, αν σκίζεσαι για τα ανθρώπινα και λησμονείς πως το παιδί του γείτονα που πήρες σβάρνα, είχε και αυτό δικαιώματα; Τότε κολυμπάς με άνεση στα θολά νερά του ναυαγίου αφού εσύ και οι ευαισθησίες σου βγήκατε κατάστεγνοι στη στεριά.

Δημοφιλή