Η οικονομία καταγράφει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και η ανεργία μειώνεται, όμως οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας. Το μεγάλο πρόβλημα λέγεται παραγωγικότητα, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ και εξηγεί γιατί οι πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς παραμένουν άπιαστο όνειρο.
Η εικόνα είναι γνώριμη σχεδόν σε κάθε ελληνικό σπίτι. Ο μισθός κατατίθεται στις αρχές του μήνα, όμως λίγες ημέρες αργότερα το μεγαλύτερο μέρος του έχει ήδη απορροφηθεί από το ενοίκιο ή τη δόση του στεγαστικού, τους λογαριασμούς, το σούπερ μάρκετ, τα καύσιμα και τις καθημερινές υποχρεώσεις. Όταν έρχεται η ώρα για λίγη αποταμίευση ή για μια μικρή πολυτέλεια, τα χρήματα απλώς δεν υπάρχουν.
Κι όμως, όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, η ανεργία έχει υποχωρήσει σημαντικά και οι επενδύσεις αυξάνονται. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι εύλογο, γιατί η ανάπτυξη δεν μεταφράζεται σε καλύτερους μισθούς;
Η απάντηση βρίσκεται σε έναν δείκτη που περνά σχεδόν απαρατήρητος στη δημόσια συζήτηση: την παραγωγικότητα της εργασίας. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΙΟΒΕ, η παραγωγικότητα στην Ελλάδα παραμένει ουσιαστικά στάσιμη εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες. Με απλά λόγια, η οικονομία μεγαλώνει κυρίως επειδή εργάζονται περισσότεροι άνθρωποι και όχι επειδή κάθε εργαζόμενος παράγει περισσότερη αξία. Και όσο η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τις επιχειρήσεις να δώσουν ουσιαστικές αυξήσεις στους εργαζομένους τους.
Η ακρίβεια «καταπίνει» κάθε αύξηση
Ακόμη όμως και στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν αυξήσεις στις αποδοχές, η καθημερινότητα δείχνει ότι αυτές εξανεμίζονται σχεδόν αμέσως. Ένα ακριβότερο καλάθι στο σούπερ μάρκετ, ένα υψηλότερο ενοίκιο, αυξημένοι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος, μεγαλύτερα ασφάλιστρα και ακριβότερες υπηρεσίες απορροφούν κάθε επιπλέον ευρώ πριν αυτό γίνει αισθητό στο οικογενειακό εισόδημα.
Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά τη συνεχή αύξηση του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια. Η πραγματικότητα που βιώνουν τα νοικοκυριά απέχει σημαντικά από τους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν ληφθεί υπόψη η δομή της ελληνικής οικονομίας. Η πλειονότητα των επιχειρήσεων είναι πολύ μικρές, με περιορισμένη δυνατότητα να επενδύσουν σε σύγχρονο εξοπλισμό, αυτοματοποίηση, ψηφιακές εφαρμογές και καινοτομία. Παράλληλα, πολλές από τις νέες θέσεις εργασίας δημιουργούνται σε κλάδους όπως ο τουρισμός, η εστίαση και οι υπηρεσίες, όπου η παραγωγικότητα αλλά και οι αμοιβές παραμένουν χαμηλότερες σε σχέση με άλλους τομείς της οικονομίας.
Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού μπορούν να προσφέρουν σημαντική ανάσα στους χαμηλόμισθους, όμως από μόνες τους δεν αρκούν για να αλλάξουν συνολικά την εικόνα. Οι πραγματικά υψηλότεροι μισθοί έρχονται μόνο όταν οι επιχειρήσεις παράγουν μεγαλύτερη αξία, αξιοποιούν νέες τεχνολογίες, επενδύουν στην καινοτομία και δημιουργούν θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.
Η μεγάλη πρόκληση για την ελληνική οικονομία δεν είναι πλέον μόνο να συνεχίσει να αναπτύσσεται. Είναι να μετατρέψει αυτή την ανάπτυξη σε καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας και σε πραγματική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Γιατί όσο οι πολίτες συνεχίζουν να βλέπουν το πορτοφόλι τους να αδειάζει πριν τελειώσει ο μήνας, οι θετικοί δείκτες της οικονομίας θα μοιάζουν περισσότερο με στατιστική επιτυχία παρά με βελτίωση της καθημερινής ζωής.