Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση της ανεργίας στην Ελλάδα, οι γυναίκες εξακολουθούν να πληρώνουν βαρύτερο τίμημα από τους άνδρες στην αγορά εργασίας. Τα τελευταία στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν ότι το ποσοστό ανεργίας των γυναικών παραμένει αισθητά υψηλότερο από εκείνο των ανδρών, αποτυπώνοντας μια διαχρονική ανισότητα που επιμένει.
Πίσω όμως από τους αριθμούς υπάρχει μια ακόμη πιο δύσκολη πραγματικότητα, οι γυναίκες ηλικίας 50 ετών και άνω που αποφασίζουν να επιστρέψουν στην εργασία, αφού αφιέρωσαν χρόνια στην ανατροφή των παιδιών ή στη φροντίδα ηλικιωμένων συγγενών.
Για πολλές από αυτές, η αναζήτηση εργασίας μετατρέπεται σε έναν καθημερινό αγώνα απέναντι σε έναν άτυπο αλλά υπαρκτό ηλικιακό ρατσισμό. Παρότι διαθέτουν εμπειρία ζωής, υπευθυνότητα και διάθεση για εργασία, συχνά απορρίπτονται πριν ακόμη φτάσουν σε συνέντευξη, επειδή η ηλικία τους θεωρείται «μειονέκτημα». Αγγελίες που ζητούν «νεανικό προφίλ», εργοδότες που προτιμούν νεότερους εργαζόμενους και η ταχύτατη ψηφιακή μετάβαση δημιουργούν ένα περιβάλλον που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την επανένταξή τους.
Ηλικιακός ρατσιμός…
Χιλιάδες γυναίκες αυτής της ηλικιακής ομάδας διαπιστώνουν ότι δεν διαθέτουν τα απαραίτητα ένσημα για να θεμελιώσουν δικαίωμα πλήρους σύνταξης. Κάθε χρόνος εκτός αγοράς εργασίας σημαίνει λιγότερες ασφαλιστικές εισφορές, χαμηλότερη μελλοντική σύνταξη ή ακόμη και καθυστέρηση της συνταξιοδότησης. Έτσι, η ανάγκη εύρεσης εργασίας μετά τα 50 δεν αφορά μόνο το σημερινό εισόδημα, αλλά και την οικονομική ασφάλεια των επόμενων δεκαετιών.
Ποσοστό (%) ανεργίας κατά φύλο, Μάιος 2021 – 2026
Η αξιοποίηση αυτών των γυναικών δεν αποτελεί κοινωνική παροχή, αλλά αναπτυξιακή ανάγκη. Σε μια χώρα που γερνά δημογραφικά και αντιμετωπίζει ελλείψεις προσωπικού σε πολλούς κλάδους, η εμπειρία, η συνέπεια και η υπευθυνότητα που διαθέτουν μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις.
Ηλικία δεν σημαίνει μειωμένες δυνατότητες. Κι όμως, για χιλιάδες γυναίκες άνω των 50 ετών αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο στην αναζήτηση εργασίας. Ο λεγόμενος ηλικιακός ρατσισμός (ageism) εκδηλώνεται συχνά σιωπηλά, βιογραφικά που απορρίπτονται χωρίς αξιολόγηση, εργοδότες που θεωρούν ότι μια μεγαλύτερη γυναίκα δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις νέες τεχνολογίες ή δεν θα έχει την απαιτούμενη παραγωγικότητα και προτίμηση σε νεότερους υποψηφίους, ακόμη και όταν διαθέτουν λιγότερη εμπειρία.
Το παράδοξο είναι ότι οι ίδιες αυτές γυναίκες έχουν αποδείξει επί δεκαετίες πως μπορούν να διαχειρίζονται οικογένεια, εργασία, οικονομικές δυσκολίες και πολλαπλούς ρόλους ταυτόχρονα. Η ηλικία τους δεν αποτελεί μειονέκτημα, αλλά πολύτιμο κεφάλαιο γνώσης, υπευθυνότητας και σταθερότητας. Η εξάλειψη των ηλικιακών στερεοτύπων δεν είναι μόνο ζήτημα ισότητας, αλλά και αναγκαιότητα για μια αγορά εργασίας που, λόγω της δημογραφικής γήρανσης, δεν μπορεί πλέον να αφήνει αναξιοποίητο ένα τόσο σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό.
Η πραγματική ισότητα στην εργασία δεν θα κριθεί μόνο από τα συνολικά ποσοστά ανεργίας. Θα κριθεί από το αν μια γυναίκα 52 ή 55 ετών, που μεγάλωσε τα παιδιά της και θέλει να εργαστεί ξανά, θα έχει πραγματικά τις ίδιες ευκαιρίες με όλους τους υπόλοιπους. Γιατί, για εκείνη, μια θέση εργασίας δεν σημαίνει απλώς μισθό. Σημαίνει αξιοπρέπεια, ανεξαρτησία και τη δυνατότητα να χτίσει τη σύνταξη που δικαιούται.