Με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να μην δείχνει σημάδια αποκλιμάκωσης, η μεγάλη ανησυχία εντοπίζεται στα διαθέσιμα παγκόσμια αποθέματα τα οποία εξανεμίζονται γρήγορα φτάνοντας σε χαμηλά επίπεδα ρεκόρ.
Το μεγάλο ερώτημα είναι πλέον, όχι πόσο θα φτάσουν οι τιμές του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές αλλά εάν υπάρχουν αρκετά αποθέματα για να καλύψουν τις παγκόσμιες ανάγκες για καόμη ένα εξάμηνο πολέμου.
Ο Σαουδαραβικός κολοσσός πετρελαϊου Saudi Aramco, εκτιμά πως η αγορά έχει χάσει περίπου 2,6 δισ. βαρέλια πετρελαίου από την έναρξη του πολέμου, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 25 ημέρες της παγκόσμιας κατανάλωσης, με βάση τη ζήτηση των 103 εκατ. βαρελιών ημερησίως πριν από τη σύγκρουση.
Παρότι η χαμηλότερη ζήτηση, ιδιαίτερα από την Κίνα, έχει περιορίσει εν μέρει την πίεση, οι αναλυτές υπολογίζουν ότι το έλλειμμα στην ημερήσια προσφορά ανέρχεται σήμερα σε περίπου 5 εκατ. βαρέλια, ενώ η διακοπή της λειτουργίας του αγωγού CPC στο Καζακστάν τον Ιούλιο, μετά τις ουκρανικές επιθέσεις με drones, ενδέχεται να έχει διευρύνει περαιτέρω το κενό.
Ελλειμμα των 5 εκατ. βαρελιών την ημέρα
Η εικόνα των παγκόσμιων αποθεμάτων είναι πιο σύνθετη από έναν απλό υπολογισμό των συνολικών ποσοτήτων πετρελαίου που βρίσκονται στις αποθήκες.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) είχε ανακοινώσει τον Μάρτιο την απελευθέρωση 400 εκατ. βαρελιών από τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης. Τα αποθέματα που συνδέονται με τις χώρες του IEA, συμπεριλαμβανομένων κρατικών και εμπορικών ποσοτήτων, ανέρχονται συνολικά σε περίπου 1,5 δισ. βαρέλια. Με το σημερινό έλλειμμα των 5 εκατ. βαρελιών την ημέρα, αυτή η ποσότητα θεωρητικά επαρκεί για περίπου 300 ημέρες.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι δεν είναι όλο αυτό το πετρέλαιο διαθέσιμο για άμεση χρήση. Ο IEA δεν μπορεί να διατάξει την απελευθέρωση εμπορικών αποθεμάτων, τα οποία οι διυλιστικές επιχειρήσεις διατηρούν για λειτουργικούς λόγους.
Έτσι, τα κρατικά αποθέματα που μπορούν πραγματικά να αξιοποιηθούν υπολογίζονται σε περίπου 900 εκατ. βαρέλια, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 180 ημέρες κάλυψης του σημερινού ελλείμματος.
Οι αυξημένες τιμές στην βενζίνη προκαλούν προβλήματα στον Τραμπ
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση στις ΗΠΑ. Το Στρατηγικό Απόθεμα Πετρελαίου των ΗΠΑ (Strategic Petroleum Reserve – SPR), δηλαδή το κρατικό απόθεμα αργού που χρησιμοποιείται ως «μαξιλάρι» σε περίπτωση σοβαρής ενεργειακής κρίσης, έχει υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο του 1983.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η κατάσταση των εγκαταστάσεων. Το Γραφείο Λογοδοσίας της Κυβέρνησης των ΗΠΑ (Government Accountability Office – GAO), ο ανεξάρτητος ελεγκτικός φορέας του αμερικανικού Κογκρέσου, είχε προειδοποιήσει τον Μάιο ότι περίπου το ένα τέταρτο των αποθεμάτων δεν είναι πλέον διαθέσιμο, γεγονός που περιορίζει σημαντικά το πραγματικό απόθεμα ασφαλείας της χώρας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Rapidan Energy, εάν απομένουν περίπου 200 εκατ. βαρέλια προσβάσιμων αποθεμάτων, αυτά θα μπορούσαν να καλύψουν μόλις 40 ημέρες του σημερινού ελλείμματος προσφοράς.
Η Κίνα διαθέτει τα μεγαλύτερα παγκόσμια αποθέματα
Στον αντίποδα, η Κίνα εμφανίζεται να διαθέτει σημαντικά μεγαλύτερο απόθεμα ασφαλείας, αν και το Πεκίνο δεν δημοσιοποιεί επίσημα τα στοιχεία των αποθεμάτων του.
Η Energy Aspects, εταιρεία που παρέχει αναλύσεις και εκτιμήσεις για τις διεθνείς αγορές ενέργειας, εκτιμά ότι η Κίνα διέθετε περίπου 1,7 δισ. βαρέλια αργού τον Ιούλιο, αν και οι εκτιμήσεις συμβούλων της αγοράς παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση και κυμαίνονται από 1 έως 1,7 δισ. βαρέλια.
Με απόθεμα 1,7 δισ. βαρελιών, η Κίνα θα μπορούσε θεωρητικά να καλύψει τις προπολεμικές εισαγωγές της μέσω των Στενών του Ορμούζ, περίπου 5,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα, για σχεδόν έναν χρόνο.
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης του Reuters για την αγορά είναι ότι η ποσότητα πετρελαίου που υπάρχει παγκοσμίως δεν αρκεί από μόνη της για να αποτυπώσει το πραγματικό επίπεδο ασφάλειας της αγοράς. Σημασία έχει πόσο από αυτό μπορεί να διοχετευθεί άμεσα στην κατανάλωση και πόσο γρήγορα μπορεί να αναπληρωθεί.
Και όσο η διαταραχή στην αγορά παρατείνεται, η εξάντληση των διαθέσιμων αποθεμάτων μειώνει το περιθώριο αντίδρασης, αυξάνοντας τον κίνδυνο για νέα άνοδο στις τιμές του πετρελαίου και υψηλότερο κόστος ενέργειας για την παγκόσμια οικονομία.