Αρκεί η «συμφωνία κυρίων» που πέτυχε χθες η κυβέρνηση με τους Έλληνες βιομήχανους και τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ για να συγκρατηθούν οι τιμές; Ή μήπως η πραγματική πηγή της ακρίβειας βρίσκεται ακόμη πιο πίσω, στις ίδιες τις πολυεθνικές που προμηθεύουν την ελληνική αγορά; Τα στοιχεία από τις συγκρίσεις τιμών με άλλες ευρωπαϊκές χώρες γεννούν εύλογα ερωτήματα. Οι ίδιες πολυεθνικές εταιρείες διαθέτουν τα ίδια επώνυμα προϊόντα στην Ελλάδα σε αισθητά υψηλότερες τιμές από ό,τι στο Βέλγιο, την Πορτογαλία ή ακόμη και στην Κύπρο, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για αγορές με παρόμοιο ή και μικρότερο πληθυσμό…
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η διαφορά δεν εξηγείται αποκλειστικά από τον υψηλότερο ΦΠΑ. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα προϊόντα είναι ακριβότερα στην Ελλάδα ήδη από την τιμή προ ΦΠΑ, γεγονός που μεταφέρει τη συζήτηση πολύ πιο πίσω στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Οι αριθμοί που προκαλούν εύλογα ερωτήματα
| Προϊόν | Ελλάδα | Άλλη χώρα |
|---|---|---|
| Γάλα βρεφικής ηλικίας | 28,63 € | Βέλγιο 16,86 € |
| Δημητριακά (τιμή προ ΦΠΑ) | 9,06 € | Βέλγιο 6,27 € |
| Δημητριακά (τιμή προ ΦΠΑ) | 9,06 € | Πορτογαλία 6,16 € |
| Αναψυκτικό (τιμή ανά λίτρο) | 1,13 € | Κύπρος 0,99 € |
Οι αποκλίσεις σύμφωνα με πληφορίες από ενώσεις καταναλωτών και παράγοντες της αγοράς είναι ιδιαίτερα μεγάλες, ειδικά στο γάλα βρεφικής ηλικίας, όπου η τιμή στην Ελλάδα είναι σχεδόν 70% υψηλότερη από εκείνη που συναντά ο καταναλωτής στο Βέλγιο. Αντίστοιχα, ακόμη και όταν αφαιρεθεί ο ΦΠΑ, τα δημητριακά εμφανίζονται στην Ελλάδα κατά περίπου 45% ακριβότερα από ό,τι σε Βέλγιο και Πορτογαλία.
Δεν φταίει μόνο ο ΦΠΑ…
Η εύκολη εξήγηση είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει υψηλότερο συντελεστή ΦΠΑ από αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Όμως οι συγκρίσεις των τιμών πριν από την επιβολή του φόρου δείχνουν ότι το πρόβλημα ξεκινά νωρίτερα. Αυτό σημαίνει ότι οι υψηλές τελικές τιμές δεν οφείλονται αποκλειστικά στη φορολογία, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η εμπορική τιμή του προϊόντος πριν φτάσει στο ταμείο.
Μιλώντας με παράγοντες της αγοράς διαπιστώνεις ότι δεν υπάρχει μία μοναδική αιτία. Αντίθετα, η τελική τιμή μπορεί να διαμορφώνεται από συνδυασμό παραγόντων.
Διαφορετική τιμολογιακή πολιτική των πολυεθνικών: Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις δεν εφαρμόζουν απαραίτητα την ίδια τιμή σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Σε αρκετές περιπτώσεις ακολουθούν διαφορετική εμπορική στρατηγική ανά αγορά, λαμβάνοντας υπόψη τον ανταγωνισμό, τη δύναμη των αλυσίδων λιανικής, τα μερίδια αγοράς και τις τοπικές εμπορικές συμφωνίες.
Διαφορετικές συμφωνίες με τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ: Οι τιμές που προσφέρει ένας πολυεθνικός όμιλος σε κάθε χώρα επηρεάζονται και από τις εμπορικές συμφωνίες με τις μεγάλες αλυσίδες. Σε μεγαλύτερες αγορές ή σε χώρες όπου οι αλυσίδες διαθέτουν ισχυρότερη διαπραγματευτική δύναμη, είναι πιθανό να εξασφαλίζονται καλύτερες τιμές αγοράς.
Μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους: Ένα μέρος της διαφοράς μπορεί να προκύπτει και από τα περιθώρια κέρδους που προστίθενται στην ελληνική αγορά, είτε στο επίπεδο του εισαγωγέα είτε στη χονδρική είτε στο λιανεμπόριο. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να διαπιστωθεί χωρίς πλήρη εικόνα της κοστολογικής αλυσίδας.
Μικρότερη ένταση ανταγωνισμού: Σε αρκετές κατηγορίες προϊόντων, η ελληνική αγορά χαρακτηρίζεται από περιορισμένο αριθμό μεγάλων παικτών, γεγονός που μπορεί να μειώνει την πίεση για χαμηλότερες τιμές.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι οι έλεγχοι δεν αρκεί να περιορίζονται στο τελευταίο στάδιο της αγοράς, δηλαδή στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Αντίθετα, απαιτείται εξέταση ολόκληρης της αλυσίδας διαμόρφωσης της τιμής:
- των τιμών με τις οποίες οι πολυεθνικές διαθέτουν τα προϊόντα τους στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες χώρες,
- των ενδοομιλικών τιμολογήσεων και των πολιτικών μεταφοράς κερδών, όπου υπάρχουν,
- των εμπορικών συμφωνιών μεταξύ παραγωγών, εισαγωγέων και μεγάλων αλυσίδων λιανικής,
- των περιθωρίων κέρδους σε κάθε στάδιο της εφοδιαστικής αλυσίδας,
- αλλά και της λειτουργίας του ανταγωνισμού σε κάθε επιμέρους αγορά.
Η λύση περνά από τις Βρυξέλλες
Η αντιμετώπιση του προβλήματος, πάντως, δύσκολα μπορεί να αποτελέσει αποκλειστικά εθνική υπόθεση. Καθώς πρόκειται για πολυεθνικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, η λύση περνά και μέσα από τις Βρυξέλλες.
Τα νέα ευρωπαϊκά εργαλεία διασυνοριακής σύγκρισης τιμών μπορούν να αποκαλύψουν εάν εφαρμόζονται διαφορετικές τιμολογιακές πολιτικές εις βάρος μικρότερων αγορών, όπως η ελληνική. Εφόσον διαπιστωθούν συστηματικές αποκλίσεις που δεν δικαιολογούνται από το πραγματικό κόστος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορούσε να εξετάσει μια πιο συντονισμένη πολιτική διαφάνειας και εποπτείας, ώστε η ενιαία αγορά να λειτουργεί με πραγματικά ίσους όρους για όλους τους Ευρωπαίους καταναλωτές και να μην επιτρέπονται πρακτικές που οδηγούν τους πολίτες μικρότερων χωρών να πληρώνουν σταθερά ακριβότερα τα ίδια προϊόντα.
Όλοι βέβαια γνωρίζουμε την «ταχύτητα» με την οποία ενεργούν οι Βρυξέλλες…