Ai Key Takeaways

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σας δώσει μια γρήγορη εικόνα των βασικών σημείων του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες ή παραλείψεις. Για την πλήρη ενημέρωση, διαβάστε ολόκληρο το άρθρο.

  • Το Συμβούλιο της Επικρατείας απαγορεύει πλέον την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας για χρέη προς το Δημόσιο, εφόσον ο οφειλέτης διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία.
  • Η απόφαση βασίζεται στην προστασία της οικογενειακής στέγης ως θεμελιώδους δικαιώματος και στην αρχή της αναλογικότητας που επιβάλλει τη χρήση ηπιότερων μέτρων.
  • Οι οφειλέτες δικαιούνται να ασκήσουν ανακοπή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας του πλειστηριασμού, ακόμα και στο τελικό στάδιο της κατασχετήριας έκθεσης.
  • Το δικαστήριο έκρινε ότι η κατάσχεση της κατοικίας είναι νόμιμη μόνο όταν έχει προηγουμένως τεκμηριωμένα αποκλειστεί η ύπαρξη κάθε άλλης πρόσφορης περιουσίας.
  • Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος υποχρεούται να διασφαλίζει την κατοικία ως αναγκαίο στοιχείο για την αξιοπρέπεια και την ανάπτυξη της οικογενειακής ζωής.
Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Με νέα απόφαση, το Συμβούλιο της Επικρατείας άπλωσε «πέπλο» προστασίας στην πρώτη κατοικία που αποτελεί οικογενειακή στέγη, για οφειλές προς το Δημόσιο και την Εφορία.

«Όχι» στους πλειστηριασμούς και κατασχέσεις πρώτης κατοικίας αν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία

Με τη νεότερη δικαστική απόφαση, απαγορεύεται η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός πρώτης κατοικίας, για χρέη στο δημόσιο, όταν αυτή αποτελεί οικογενειακή στέγη, όταν υπάρχουν και άλλα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, που μπορούν να κατασχεθούν και να συμπληρώσουν το ύψος του χρέους.

Advertisement
Advertisement

Ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή σε οποιοδήποτε χρονικό στάδιο της διαδικασίας του πλειστηριασμού, δηλαδή ακόμα στο τελικό στάδιο της κατασχετήριας έκθεσης και όχι μόνο στο αρχικό, όπως ίσχυε μέχρι σήμερα.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του ΣΤ΄ Τμήματος του ΣτΕ, σύμφωνα με το Σύνταγμα «η κατοικία των ανθρώπων, ως στοιχείο ουσιώδες για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας» και ως εκ τούτου πρέπει να προστατεύεται ως ύψιστο έννομο αγαθό.

Και συμπληρώνουν οι σύμβουλοι Επικρατείας ότι η πρώτη κατοικία «ανάγεται στην προστασία θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τελούντων υπό την εγγύηση του κράτους και υποχρεούνται να διασφαλίζουν, ώστε να είναι αποτελεσματική, όλα τα κρατικά όργανα, κατά χαρακτηριστική διατύπωση του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος».

Αναφέρουν χαρακτηριστικά οι Ανώτατοι Διοικητικοί δικαστές της χώρας ότι σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, αλλά και «την απορρέουσα ευθέως από την αρχή του κράτους δικαίου, αρχή της αναλογικότητας, οσάκις η επιδίωξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος χωρεί με τη λήψη μέτρου που έχει ως συνέπεια την στέρηση της κατοικίας ορισμένου προσώπου, πρέπει, για την εγκυρότητα κάθε πράξης που κατατείνει στην πραγμάτωση του μέτρου, από οποιαδήποτε κρατικό όργανο και αν εκδίδεται και σε κάθε στάδιο της οικείας διαδικασίας, να αποδεικνύεται ότι το μέτρο ήταν απολύτως αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι είχε δηλαδή εξαντληθεί πριν, κάθε προσπάθεια να ικανοποιηθεί ο δημόσιος σκοπός με άλλα, πρόσφορα πλην ηπιότερα μέτρα.

Η κατάσχεση ακινήτου του οφειλέτη που αποδεδειγμένα αποτελεί τη μόνη του κατοικία (εκείνου και της οικογένειάς του) τότε μόνο είναι νόμιμη, όταν έχει προηγουμένως ερευνηθεί και τεκμηριωμένα αποκλεισθεί η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων πρόσφορων για να ικανοποιηθεί μέσω αυτών η συγκεκριμένη αξίωση. Στην αντίθετη περίπτωση η επιλογή προς τούτο του ακινήτου της κατοικίας δεν είναι νόμιμη».

Η υπόθεση

Το ΣτΕ απασχόλησε υπόθεση που αφορούσε ένταξη (από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά) στο πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου (μεζονέτα 1ου και 2ου ορόφου) 162 τ.μ. στο Μοσχάτο, ιδιοκτησίας κατά το ήμισυ, διευθύνοντος συμβούλου Ανώνυμης Βιομηχανικής Εταιρείας, λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών της εταιρείας προς το Δημόσιο, ύψους 142.917 ευρώ.

Advertisement

Η μεζονέτα ήταν ιδιοκτησίας κατά 50% του διευθύνοντος συμβούλου και κατά 50% της συζύγου του. Η αξία της μισής κατοικίας εκτιμήθηκε στα 100.000 ευρώ και η τιμή πρώτης προσφοράς καθορίστηκε στις 80.000 ευρώ.

Ο διευθύνων σύμβουλος άσκησε ανακοπή κατά του προγράμματος πλειστηριασμού στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, υποστηρίζοντας ότι με το να ενταχθεί σε πρόγραμμα πλειστηριασμού το 50% της κατοικίας που διαμένει η οικογένεια του, παραβιάζονται οι επιταγές του Συντάγματος, οι οποίες θεσπίζουν «την υποχρέωση των κρατικών οργάνων ή των οργάνων των ΝΠΔΔ να προστατεύουν αποτελεσματικά το γάμο, την οικογένεια και να μεριμνούν για την προστασία της οικογενειακής στέγης».

Παράλληλα, υποστήριξε ότι παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, καθώς το πλειστηριαζόμενο ακίνητο αποτελεί τη μοναδική κατοικία του ίδιου και της οικογένειάς του και το Ελληνικό Δημόσιο θα μπορούσε να λάβει λιγότερο επαχθή μέτρα σε βάρος του για την ικανοποίηση της απαίτησής του, όπως είναι να στραφεί προηγουμένως κατά της λοιπής ακίνητης περιουσίας που διέθετε».

Advertisement

Το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την ανακοπή και ακυρώθηκε το πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού, κρίνοντας ότι η έκδοση του προγράμματος αντεκειτο στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας.

Στη συνέχεια το Δημόσιο άσκησε έφεση και το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών την απέρριψε ως αβάσιμη με το σκεπτικό ότι το επίμαχο ακίνητο, «αποτελούσε τη μοναδική κύρια κατοικία στην οποία διέμενε με την οικογένειά του, και ότι διέθετε ακίνητη περιουσία, εκτός του πλειστηριαζόμενου ακινήτου σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας».

Βάσει αυτού κρίθηκε ότι η έκδοση του προγράμματος πλειστηριασμού «αντέκειτο στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, αφού δεν αποτελούσε πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την επιδίωξη της είσπραξης των οφειλόμενων στο Δημόσιο χρεών, δεδομένου ότι η ικανοποίηση της απαίτησης του Δημόσιου θα μπορούσε να επιδειχθεί με λιγότερο επαχθή μέτρα».

Advertisement

Όμως, το Δημόσιο προσέφυγε στο ΣτΕ ζητώντας να αναιρεθεί η εφετειακή απόφαση, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας του Συντάγματος, του ΚΕΔΕ και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

Ακόμη, το Δημόσιο υποστήριξε, ότι ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. με την απόφασή του «να κατάσχει το συγκεκριμένο ακίνητο, αντί τυχόν άλλης περιουσίας του οφειλέτη, άσκησε την προβλεπόμενη από τον ΚΕΔΕ διακριτική του ευχέρεια, ως προς την επιλογή συγκεκριμένων μέτρων εκτέλεσης».

Advertisement