Νέα τροπή παίρνει η οικονομική διερεύνηση της υπόθεσης των δύο γιατρών στο Κολωνάκι. Σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές στην Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, παρά το γεγονός ότι μέχρι αυτή τη στιγμή εξακολουθεί να μην έχει περιέλθει στην Αρχή η ενημέρωση που ανέμενε από τις παράλληλες έρευνες άλλων υπηρεσιών, αποφασίστηκε να ξεκινήσει αυτόνομη χρηματοοικονομική έρευνα προς κάθε κατεύθυνση.
Η εξέλιξη έρχεται μετά τα ερωτήματα που ανέδειξε η HuffPost σχετικά με τη διακοπή της ροής πληροφοριών προς την Αρχή και, κυρίως, με το εάν το θεσμικό της πλαίσιο της επέτρεπε να κινηθεί χωρίς να περιμένει έναν έτοιμο φάκελο από άλλη υπηρεσία. Η απάντηση που φαίνεται πλέον να δίνεται στην πράξη είναι ότι η Αρχή θα επιχειρήσει να ακολουθήσει μόνη της τη διαδρομή του χρήματος.
Πρώτοι στο μικροσκόπιο οι δύο γιατροί
Στο πρώτο στάδιο, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η έρευνα αναμένεται να επικεντρωθεί στους δύο γιατρούς και στις επιχειρηματικές δραστηριότητες που συνδέονται άμεσα με αυτούς.
Θα επιχειρηθεί να σχηματιστεί μια συνολική εικόνα των τραπεζικών τους συναλλαγών, των δηλωμένων εισοδημάτων και της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους και να διαπιστωθεί εάν η οικονομική εικόνα που προκύπτει συμβαδίζει με τα επίσημα δηλωμένα εισοδήματα και τη δραστηριότητά τους.
Στο οικονομικό παζλ έχει ήδη προστεθεί εταιρεία που συνδέεται με την εισαγωγή ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού από τη Νότια Κορέα. Η ύπαρξη της εταιρείας και των εμπορικών σχέσεων δεν αποτελεί, βεβαίως, από μόνη της ένδειξη παρανομίας. Δημιουργεί όμως μια οικονομική αλυσίδα που μπορεί να χαρτογραφηθεί ποιος εισήγαγε τον εξοπλισμό, ποιος τον διέθετε, ποιος τον χρησιμοποιούσε και πού κατέληγαν τα έσοδα από τις σχετικές υπηρεσίες.
Τι θα αναζητήσει η Αρχή
Η έρευνα μπορεί, ανάλογα με τα ευρήματα, να κινηθεί σε πολλαπλά επίπεδα:
- τραπεζικοί λογαριασμοί, καταθέσεις, εμβάσματα και μεταφορές κεφαλαίων,
- αντιπαραβολή δηλωμένων εισοδημάτων και πραγματικών χρηματικών ροών,
- κινητή και ακίνητη περιουσία και ο τρόπος απόκτησής της,
- οικονομικές σχέσεις μεταξύ ιατρείων, εταιρειών, προμηθευτών και τρίτων προσώπων,
- πιθανές χρηματικές διαδρομές ή περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό,
- συναλλαγές που ενδεχομένως εμφανίζουν ασυνήθιστα χαρακτηριστικά ή δεν δικαιολογούνται από την οικονομική δραστηριότητα.
Αυτή ακριβώς είναι η θεσμική αποστολή της Α΄ Μονάδας της Αρχής, της ελληνικής Μονάδας Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών να συλλέγει, να διερευνά και να αξιολογεί αναφορές ύποπτων ή ασυνήθων συναλλαγών αλλά και πληροφορίες που φθάνουν από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.
Η έρευνα μπορεί να ανοίξει
Το κρίσιμο είναι ότι ο έλεγχος δεν είναι υποχρεωτικό να σταματήσει στα δύο αρχικά πρόσωπα, εφόσον από τις οικονομικές διαδρομές προκύψουν στοιχεία που δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση.
Εάν εντοπιστούν συναλλαγές με τρίτους, εταιρείες ή άλλα πρόσωπα που απαιτούν εξήγηση, η Αρχή μπορεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της να εξετάσει τις σχετικές διασυνδέσεις. Ο νόμος της επιτρέπει μάλιστα να πραγματοποιεί επιχειρησιακές αναλύσεις με στόχο τη διασύνδεση υποθέσεων, τον εντοπισμό δικτύων ή μεμονωμένων υπόπτων και την εξακρίβωση του τρόπου δράσης, όταν υπάρχουν οι προβλεπόμενες ενδείξεις ή υπόνοιες.
Αυτό σημαίνει ότι ενδεχόμενη εμφάνιση ενός προσώπου στο πελατολόγιο δεν αποτελεί από μόνη της λόγο ελέγχου ούτε ένδειξη οποιασδήποτε παρανομίας. Διαφορετικό ζήτημα είναι εάν συγκεκριμένα πρόσωπα εμφανίζονται σε χρηματοοικονομικές συναλλαγές ή οικονομικές διαδρομές που δημιουργούν, βάσει στοιχείων, λόγο περαιτέρω διερεύνησης.
Από την έρευνα μέχρι τη δέσμευση
Η Αρχή διαθέτει ισχυρά εργαλεία, αλλά η ενεργοποίησή τους προϋποθέτει τις νόμιμες ενδείξεις. Σε επείγουσα περίπτωση, όταν υπάρχει υπόνοια ότι συγκεκριμένη περιουσία ή συναλλαγή σχετίζεται με νομιμοποίηση εσόδων, ο πρόεδρος της Αρχής μπορεί να διατάξει προσωρινή δέσμευση περιουσίας, ώστε να ερευνηθεί η βασιμότητα της υπόνοιας. Εάν από την έρευνα προκύψουν βάσιμες υπόνοιες, προβλέπεται δυνατότητα δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων.
Εάν δεν προκύψουν επαρκή στοιχεία, η υπόθεση μπορεί να τεθεί στο αρχείο. Εάν όμως τα στοιχεία κριθούν επαρκή, η Αρχή μπορεί να συντάξει αιτιολογημένο πόρισμα και να το διαβιβάσει στον αρμόδιο εισαγγελέα.