Ένα νέο και σοβαρό ερώτημα ανακύπτει γύρω από την υπόθεση των δύο γιατρών στο Κολωνάκι, η οποία βρίσκεται ήδη στο μικροσκόπιο διαφορετικών ελεγκτικών και δικαστικών αρχών. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ενώ οι έρευνες έχουν επεκταθεί και σε δεύτερο ιατρείο, καθώς και σε εταιρεία εισαγωγής ιατρικών μηχανημάτων, έχει ουσιαστικά διακοπεί η ροή ενημέρωσης για την υπόθεση προς την Αρχή για το Ξέπλυμα Χρήματος επισήμως (Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες).
Τα κρίσιμα ερωτήματα…
Γιατί, λοιπόν, δεν έχουν φτάσει μέχρι σήμερα στην Αρχή τα στοιχεία που έχουν συγκεντρώσει οι επιμέρους ελεγκτικοί μηχανισμοί; Έχει διαβιβάσει η ΕΛ.ΑΣ. τα ευρήματα των ερευνών της; Έχει ενημερώσει η ΑΑΔΕ για τυχόν φορολογικά ή οικονομικά ευρήματα; Έχουν αποσταλεί στοιχεία από τις εισαγγελικές αρχές ή τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών; Υπάρχει κάποιος θεσμικός ή δικονομικός λόγος που εμποδίζει, σε αυτή τη φάση, τη διαβίβαση πληροφοριών; Και τελικά, διαθέτει σήμερα η Αρχή το υλικό που απαιτείται για να εξετάσει εάν συντρέχουν λόγοι για μια πλήρη χρηματοοικονομική έρευνα;
… και το κρίσιμο πελατολόγιο
Πηγή με γνώση της λειτουργίας της Αρχής εκφράζει την εκτίμηση ότι το πελατολόγιο που εξετάζεται ενδέχεται να περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό επώνυμων προσώπων και διατυπώνει την υποψία ότι κάποιοι δεν επιθυμούν να διερευνηθούν σε βάθος οι πιθανές οικονομικές διαδρομές.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει, γιατί μια υπόθεση αυτής της έκτασης δεν έχει οδηγήσει μέχρι σήμερα σε αντίστοιχη ροή χρηματοοικονομικών πληροφοριών προς την αρμόδια Αρχή;
Γιατί έχει λόγο η Αρχή
Η Α΄ Μονάδα της Αρχής είναι η ελληνική Μονάδα Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (FIU). Αποστολή της είναι ακριβώς η συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση αναφορών ύποπτων συναλλαγών, αλλά και πληροφοριών που λαμβάνει από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς και ιδιώτες.
Εφόσον υπήρχαν οι αναγκαίες ενδείξεις και στοιχεία, στο πεδίο μιας τέτοιας χρηματοοικονομικής έρευνας θα μπορούσαν να βρεθούν:
- οι τραπεζικές κινήσεις και πιθανές ασυνήθιστες συναλλαγές,
- η αντιστοίχιση δηλωμένων εσόδων και πραγματικών χρηματικών ροών,
- η προέλευση και διαδρομή χρημάτων, εφόσον προκύπτουν σχετικές ενδείξεις,
- οικονομικές σχέσεις μεταξύ ιατρείων, εταιρειών και τρίτων προσώπων,
- περιουσιακά στοιχεία που ενδεχομένως συνδέονται με προϊόν βασικού αδικήματος,
- και, όπου συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, η δυνατότητα δέσμευσης λογαριασμών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων. Ο νόμος προβλέπει σημαντικές εξουσίες έρευνας και δέσμευσης όταν υπάρχουν οι απαιτούμενες βάσιμες υπόνοιες.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να προεξοφληθεί ότι υπάρχει ξέπλυμα χρήματος. Είναι να διαπιστωθεί αν υπάρχουν στοιχεία που δικαιολογούν να ερευνηθεί αυτή η πιθανότητα. Και εδώ προκύπτει ένα ακόμη, ίσως κρισιμότερο, θεσμικό ερώτημα: Εάν η Αρχή γνωρίζει ήδη την υπόθεση και θεωρεί ότι υπάρχουν ενδείξεις που αξίζουν διερεύνηση, χρειάζεται πράγματι να περιμένει να της αποσταλεί ένας ολοκληρωμένος φάκελος;
Ο ν. 4557/2018 δίνει στην Αρχή εκτεταμένες αρμοδιότητες συλλογής και αξιολόγησης χρηματοοικονομικών πληροφοριών, ενώ ο πρόεδρός της διαθέτει, υπό συγκεκριμένες νόμιμες προϋποθέσεις, ακόμη και εξουσία δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων.
Γιατί, λοιπόν, δεν κινείται η ίδια η Αρχή ή ο επικεφαλής της για να ζητήσει τα στοιχεία που θεωρεί αναγκαία; Υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος περιορισμός στο θεσμικό της πλαίσιο που δεν επιτρέπει την πρωτοβουλία αυτή; Και, εάν υπάρχει, ποιος ακριβώς είναι;
Αυτά είναι ερωτήματα που χρειάζονται καθαρές, θεσμικές απαντήσεις, για ένα θέμα που κυριαρχεί στην επικαιρότητα και έβγαλε χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους, ζητώντας ξεκάθαρες απαντήσεις για τον άδικο θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη.