Η έναρξη της κατεργασίας του πρώτου μεταλλεύματος στις Σκουριές, δεν αποτελεί μόνο ένα σημαντικό ορόσημο για την Ελληνικός Χρυσός, μα, κυρίως, ένα κρίσιμο τεστ για το κατά πόσον η Ελλάδα μπορεί να επανατοποθετήσει την εξορυκτική βιομηχανία στο επίκεντρο της παραγωγικής της βάσης και να αξιοποιήσει τον ορυκτό της πλούτο σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αναζητά επειγόντως μεγαλύτερη αυτονομία στις κρίσιμες πρώτες ύλες, τονίζει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ), Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου.
«Οι Σκουριές είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα των δυνατοτήτων αλλά και των δυσκολιών που συνοδεύουν τα μεγάλης κλίμακας μεταλλευτικά έργα στην Ελλάδα. Έπειτα από περίπου μία δεκαετία αδειοδοτικών, νομικών και πολιτικών εμπλοκών, ένα σημαντικό κοίτασμα χαλκού και χρυσού εισέρχεται επι τέλους στην παραγωγική λειτουργία. Το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η μετάβαση προς την ηλεκτροκίνηση, οι επενδύσεις στα δίκτυα και τις ψηφιακές υποδομές, η ενεργειακή μετάβαση και οι ανάγκες της αμυντικής βιομηχανίας αυξάνουν τη ζήτηση για μέταλλα και ορυκτές πρώτες ύλες. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές» υπογραμμίζει ο πρόεδρος του ΣΜΕ.
Η Ελλάδα δεν διαθέτει μόνο χρυσό και χαλκό: Το γεωλογικό της υπόβαθρο προσφέρει ένα ευρύ φάσμα ορυκτών πόρων, αρκετοί από τους οποίους αξιολογούνται σήμερα από την ΕΕ ως κρίσιμης και στρατηγικής σημασίας.
«Ο βωξίτης, η αλουμίνα και το γάλλιο αποτελούν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Ελλάδα είναι ήδη ο μεγαλύτερος παραγωγός βωξίτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σημαντικός παραγωγός αλουμινίου. Από το 2027 θα αποτελεί και τον μοναδικό παραγωγό γαλλίου στην ΕΕ, καλύπτοντας το σύνολο των αναγκών της, γεγονός που προσδίδει στη χώρα μας ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Στο χαρτοφυλάκιο των δυνητικών πόρων περιλαμβάνονται επίσης το αντιμόνιο, το γερμάνιο, ο ψευδάργυρος, το νικέλιο και το κοβάλτιο, σπάνιες γαίες και άλλα κρίσιμα μέταλλα. Παράλληλα, η Ελλάδα διαθέτει σημαντικούς κοιτάσματα μαγνησίτη, περλίτη, μπεντονίτη και ατταπουλγίτη, αλλά και μια διεθνώς αναγνωρισμένη βιομηχανία μαρμάρου» σημειώνει ο κ. Γιαζιτζόγλου.
«Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι εάν υπάρχει ορυκτός πλούτος. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η χώρα μπορεί να δημιουργήσει το κατάλληλο θεσμικό, επενδυτικό και παραγωγικό περιβάλλον ώστε ο πλούτος αυτός να αξιοποιηθεί προς όφελος του Ελληνικού λαού» προσθέτει.
Η περίπτωση των Σκουριών δείχνει ότι η Ελλάδα μπορεί να υλοποιήσει μεγάλα και τεχνολογικά προηγμένα μεταλλευτικά έργα, παρόλο το ιδιαίτερα αυστηρό ευρωπαϊκό περιβαλλοντικό και ρυθμιστικό πλαίσιο, συνεχίζει ο κ. Γιαζτιτζόλου- «ωστόσο, καταδεικνύει ταυτόχρονα το πρόβλημα της μεγάλης χρονικής διάρκειας που απαιτείται για την ωρίμανση μιας μεταλλευτικής επένδυσης. Χρόνια δικαστικών διαδικασιών, αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, αλλαγές στις επενδυτικές συμφωνίες και σημαντική πολιτική εμπλοκή συνέθεσαν ένα εξαιρετικά μακρύ και δύσκολο επενδυτικό ταξίδι για την Ελληνικός Χρυσός, ένα ταξίδι που δεν είναι πρόθυμος να κάνει ο «μέσος» επενδυτής. Αυτό αποτελεί σοβαρό μειονέκτημα για την προσέλκυση διεθνών κεφαλαίων. Οι επενδύσεις στην εξορυκτική βιομηχανία απαιτούν ήδη μεγάλο χρόνο για να αποδώσουν. Όταν σε αυτόν προστίθεται εξίσου μεγάλη αβεβαιότητα ως προς την – δικαστική – ερμηνεία των κανόνων και την τελική αδειοδότηση ενός έργου, ο επενδυτικός κίνδυνος αυξάνεται σημαντικά. Η εμπειρία των Σκουριών θα μπορούσε, επομένως, να αποτελέσει ευκαιρία για τη δημιουργία ενός πιο προβλέψιμου πλαισίου για τα επόμενα έργα».
Η πρόκληση, αναφέρει ο κ. Γιαζιτζόγλου, δεν αφορά μόνο την ταχύτητα των διαδικασιών, μα κυρίως την προβλεψιμότητά τους: «Ένα σύγχρονο μεταλλευτικό έργο πρέπει να πληροί αυστηρές περιβαλλοντικές προδιαγραφές, να αντιμετωπίζει ζητήματα χρήσης νερού, διαχείρισης τελμάτων, προστασίας της βιοποικιλότητας και αποκατάστασης του περιβάλλοντος.Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι η χαλάρωση των περιβαλλοντικών κανόνων. Είναι ένα σύστημα στο οποίο οι κανόνες θα είναι σαφείς, οι αρμοδιότητες των δημόσιων φορέων θα είναι ξεκάθαρες και τα χρονοδιαγράμματα συγκεκριμένα.Η πολυπλοκότητα της ευρωπαϊκής και εθνικής νομοθεσίας, η αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων και η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού στη δημόσια διοίκηση δημιουργούν καθυστερήσεις που τελικά αυξάνουν το κόστος και το ρίσκο των επενδύσεων.Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι και το σκέλος της δικαστικής ερμηνείας των κανόνων και των αποφάσεων της διοίκησης. Για έναν επενδυτή, η πιθανότητα να αμφισβητηθεί μια νομίμως εκδοθείσα άδεια και να υπάρξει μια αρνητική τελεσίδικη δικαστική απόφαση αρκετά χρόνια αργότερα δημιουργεί έναν κίνδυνο που δύσκολα μπορεί να ενσωματωθεί σε ένα επενδυτικό σχέδιο».
Η εξορυκτική και μεταλλουργική βιομηχανία είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρα και το ενεργειακό κόστος αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό του λειτουργικού κόστους ενός έργου. Για την Ελλάδα και συνολικά για την Ευρώπη, επομένως, η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας και η προβλεψιμότητα της αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες.
«Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο: από την μια πλευρά επιδιώκει να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή κρίσιμων πρώτων υλών, ενώ από την άλλη την καθιστά μη ανταγωνιστική με διοικητικές αποφάσεις. Εδώ θα ήθελα να είμαι ξεκάθαρος. Το υψηλό και εξαιρετικά ευμετάβλητο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ δεν οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες κόστους. Οφείλεται σε πολιτικές αποφάσεις που πάρθηκαν κάποτε και ουδείς τολμά να τις αναθεωρήσει. Η μη ανταγωνιστική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας δεν αφορά μόνο την εξόρυξη. Επεκτείνεται στον εμπλουτισμό, στη μεταλλουργία, στην επεξεργασία και γενικά σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας» προσθέτει ο πρόεδρος του ΣΜΕ.
Από την εξόρυξη στην παραγωγή προστιθέμενης αξίας
«Η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι μόνο να εξορύξει περισσότερα ορυκτά. Είναι να δημιουργήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία από αυτά, τόσο κατά την κατασκευή του εξορυκτικού έργου όσο και κατά την παραγωγική του φάση».
«Η ανάπτυξη τοπικών αλυσίδων εφοδιασμού μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες για Ελληνικές επιχειρήσεις στους τομείς των κατασκευών, της μηχανικής, των γεωτρήσεων, των μεταφορών, της περιβαλλοντικής αποκατάστασης, της τεχνολογίας και των υπηρεσιών.Ήδη οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να καλύψουν σημαντικό μέρος των συμβατικών αναγκών μεγάλων μεταλλευτικών έργων. Εκεί όπου εξακολουθεί να υπάρχει εξάρτηση από εισαγωγές είναι κυρίως ο εξειδικευμένος μεταλλευτικός εξοπλισμός, τα προηγμένα συστήματα αυτοματισμού και τα μεγάλα εξαρτήματα μονάδων επεξεργασίας.Αν μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, αντιμετωπισθούν κάποιοι παράγοντες που καθιστούν την περαιτέρω επεξεργασία των ορυκτών μη ανταγωνιστική εντός ΕΕ, η χώρας μας θα μπορούσε να μετατρέψει την εξορυκτική δραστηριότητα από μια δραστηριότητα που περιορίζεται στην εξαγωγή συμπυκνωμάτων σε έναν καθετοποιημένο βιομηχανικό κλάδο».
Οι τοπικές κοινωνίες στο επίκεντρο
«Καμία νέα εξορυκτική επένδυση δεν είναι βιώσιμη χωρίς τη συμμετοχή και την αποδοχή της τοπικής κοινωνίας.Η συζήτηση, ωστόσο, δεν μπορεί να περιορίζεται στις αντιπαραθέσεις γύρω από το εάν ένα έργο πρέπει ή δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί. Χρειάζεται να αποτυπώνονται με μετρήσιμο τρόπο τα οφέλη που δημιουργεί».
«Μισθοί, ασφαλιστικές εισφορές, φορολογικά έσοδα, αγορές από τοπικούς προμηθευτές, επενδύσεις στις υποδομές και έσοδα της τοπικής αυτοδιοίκησης αποτελούν μέρος της συνολικής οικονομικής συνεισφοράς ενός μεταλλευτικού έργου.Παράλληλα, η διαφάνεια στα περιβαλλοντικά δεδομένα είναι κρίσιμη. Η συνεχής παρακολούθηση της ποιότητας του νερού, των υπόγειων υδάτων, των αιωρούμενων σωματιδίων και της ασφάλειας των τελμάτων μπορεί να ενισχύσει την εμπιστοσύνη, ιδιαίτερα όταν τα δεδομένα είναι διαθέσιμα στο κοινό και παρουσιάζονται με τρόπο κατανοητό και σε μη ειδικούς».
Η επόμενη δεκαετία είναι κρίσιμη
«Στην Ελλάδα υπάρχουν ήδη αρκετές δυνητικές επενδύσεις που θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν σημαντικά κεφάλαια. Τα επενδυτικά σχέδια της Ελληνικός Χρυσός στη Θράκη, η αξιοποίηση των γνωστών κοιτασμάτων αντιμονίου στη Χίο, τα πολυμεταλλικά κοιτάσματα των Μολάων και η «κληρονομιά» της ΛΑΡΚΟ συνθέτουν ένα δυνητικό επενδυτικό χαρτοφυλάκιο δισεκατομμυρίων ευρώ. Προκειμένου δε να ολοκληρώσουμε την αποτύπωση του ορυκτού μας πλούτου, με βάση τα σημερινά τεχνολογικά και οικονομικά δεδομένα, η εντατικοποίηση της γεωλογικής έρευνας αποτελεί βασική προϋπόθεση. Η Ελλάδα χρειάζεται καλύτερη γνώση των αποθεμάτων της, επανεκτίμηση παλαιών μεταλλευτικών αποβλήτων και αξιοποίηση της τεχνολογικής προόδου για την ανάκτηση υλικών που στο παρελθόν θεωρούνταν οικονομικά μη αξιοποιήσιμα».
«Την ίδια στιγμή, όμως, απαιτείται ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο που θα κάνει τις επενδύσεις αυτές χρηματοδοτήσιμες και ανταγωνιστικές».
Η εξορυκτική βιομηχανία ως στρατηγικός κλάδος
«Η συζήτηση για την εξορυκτική βιομηχανία δεν αφορά πλέον μόνο την αξιοποίηση του υπεδάφους. Συνδέεται άμεσα με τη βιομηχανική πολιτική, την ενεργειακή ασφάλεια, την τεχνολογική ανάπτυξη, την άμυνα και τη γεωπολιτική θέση της Ευρώπης.Για την Ελλάδα, η συγκυρία δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία. Η χώρα διαθέτει γεωλογικό πλούτο, τεχνογνωσία σε συγκεκριμένους τομείς και ήδη ανεπτυγμένες βιομηχανικές δραστηριότητες που μπορούν να λειτουργήσουν ως βάση για μια ευρύτερη αλυσίδα αξίας».
«Οι Σκουριές μπορούν να αποτελέσουν το σημείο αναφοράς αυτής της νέας εποχής. Όχι ως ένα μεμονωμένο “success story”, αλλά ως αφετηρία για μια πιο οργανωμένη εθνική στρατηγική γύρω από την εξόρυξη, την επεξεργασία και την αξιοποίηση των κρίσιμων πρώτων υλών.Το ζητούμενο για την επόμενη δεκαετία είναι σαφές: να μετατραπεί ο ελληνικός ορυκτός πλούτος σε μια ανταγωνιστική βιομηχανική δραστηριότητα, που θα προσφέρει επενδύσεις, θέσεις εργασίας και στρατηγική ασφάλεια — με αυστηρή περιβαλλοντική προστασία και ουσιαστικό όφελος για τις τοπικές κοινωνίες» καταλήγει ο πρόεδρος του ΣΜΕ.