Made in U.S.S.R: Όπλα της Ε.Σ.Σ.Δ που έγραψαν ιστορία

Η δοκιμή της «Τσαρ-μπόμπα» έγινε στις 30 Οκτωβρίου 1961, στο αρχιπέλαγος του Αρκτικού Ωκεανού Νόβαγια Ζεμλιά, προκαλώντας την ισχυρότερη τεχνητή έκρηξη στην ιστορία της ανθρωπότητας. Το Σοβιετικό υπερόπλο μεταφερόταν από ένα στρατηγικό βομβαρδιστικό Tu-95, ειδικά τροποποιημένο για την συγκεκριμένη πυρηνική δοκιμή. Η «Τσαρ-μπόμπα» εξερράγη σε ύψος 4,2 χιλιομέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Τα όσα ακολούθησαν ήταν πραγματικά πρωτοφανή και εφιαλτικά. Το πυρηνικό «μανιτάρι» που προκλήθηκε από την έκρηξη είχε ύψος 64 χιλιόμετρα περίπου. Συγκριτικά αναφέρεται ότι η κορυφή του Έβερεστ βρίσκεται στα 8,848 χιλιόμετρα.
TASS via Getty Images

Η ΕΣΣΔ φημίζονταν για τα ρεκόρ και τις υψηλές της επιδόσεις σε πολλά σπορ. Οι αθλητές και οι ομάδες της είτε ενέπνεαν σεβασμό στους αντιπάλους τους, είτε τους άγχωναν, είτε και τα δύο. Υπήρχε όμως και ένα άλλο «σπορ» όπου οι Σοβιετικοί διακρίθηκαν και με το παραπάνω: η κατασκευή οπλικών συστημάτων. Εκεί, οι επιδόσεις της ΕΣΣΔ προκαλούσαν πραγματικά τρόμο. Η πολεμική βιομηχανία εξάλλου αποτελούσε βασικό άξονα της Σοβιετικής οικονομικής πολιτικής. Κάποια από τα όπλα που κατασκευάστηκαν στην ΕΣΣΔ, άφησαν το δικό τους ανεξίτηλο σημάδι στην παγκόσμια ιστορία.

«Κατιούσα»

Βεληνεκές 8,5 χιλιομέτρων, εκτόξευση 16 πυραύλων μέσα σε 10 δευτερόλεπτα και ένας απόκοσμος ήχος, σαν μουγκρητό γιγαντόσωμου θηρίου. Αυτά και μόνο ήταν αρκετά για να καταστήσουν την «Κατιούσα» ένα από τα πιο τρομακτικά όπλα της Σοβιετικής Ένωσης. Σήμερα οι παραπάνω επιδόσεις ίσως να μην εντυπωσιάζουν, αλλά κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μπορούσαν να κρίνουν τον νικητή μιας μάχης. Ο πολλαπλός εκτοξευτής πυραύλων (ΠΕΠ) BM-13, έμεινε πιο γνωστός με το ανεπίσημο παρωνύμιο «Κατιούσα».

Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, οι Σοβιετικοί στρατιώτες επέλεξαν το συγκεκριμένο όνομα, επειδή τα πρώτα κομμάτια του νέου όπλου έφεραν επάνω τους το γράμμα «Κ», από την ονομασία του εργοστασίου «Κομιντέρν», στην πόλη Βορόνεζ. Το στοιχείο αυτό συνδυάστηκε με το γνωστό ρωσικό τραγούδι «Κατιούσα», το οποίο ήταν πολύ δημοφιλές την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Λιγότερο εύθυμοι οι Γερμανοί, ονόμασαν το νέο Σοβιετικό όπλο «το όργανο του Στάλιν», επειδή οι πλατφόρμες εκτόξευσής των πυραύλων του θύμιζαν τους σωλήνες εκκλησιαστικού οργάνου. Η «Κατιούσα», η οποία χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά στις 14 Ιουλίου 1941, δεν φημιζόταν για την ακρίβεια των βολών της. Η παραγωγή της όμως ήταν σχετικά φθηνή και η δύναμη πυρός της καταστροφικότατη. Μέσα σε 10 περίπου δευτερόλεπτα μπορούσε να μετατρέψει μια έκταση 40.000 τετραγωνικών μέτρων σε στάχτη.

Άρμα Τ -34

Οι κατασκευαστές του Τ-34 πέτυχαν την ιδανική ισορροπία ανάμεσα στην δύναμη πυρός, την ταχύτητα, και την ισχυρή θωράκιση. Το αρχικό μοντέλο του άρματος γνώρισε αργότερα αρκετές βελτιώσεις, όπως η αντικατάσταση του πυροβόλου 76,2 χλστ. με αυτό των 85 χλστ. Το Τ-34 ήταν φθηνό και εύκολο στην κατασκευή και την συντήρησή του. Χάρη στις πλατιές του ερπύστριες δεν κολλούσε στην λάσπη ή το χιόνι, ενώ η μηχανή του άντεχε στις αντίξοες καιρικές συνθήκες. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν είχε μειονεκτήματα. Τα σημεία ανάμεσα στους τροχούς και τις ερπύστριες ήταν ιδιαίτερα ευάλωτα, ενώ το άρμα δεν διέθετε επαρκή χώρο για το πλήρωμα του - αν και αυτό διορθώθηκε κάπως με μεταγενέστερες βελτιώσεις. Επίσης, το Τ-34 δεν έφερε αντιαεροπορικά πολυβόλα, αποτελώντας εύκολο στόχο για τα Γερμανικά Stuka. Όπως και να' χε όμως, η εμφάνιση του ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη για την Βέρμαχτ.

Οι Ναζί αναγκάστηκαν να σχεδιάσουν και να κατασκευάσουν νέους τύπους αρμάτων για την αντιμετώπισή του. Εξάλλου, δεν ήταν λίγες οι φορές που οι Γερμανοί αιχμαλώτιζαν Σοβιετικά Τ-34 και τα ενέτασσαν στις δικές τους δυνάμεις. Μέχρι το 1945 κατασκευάστηκαν πάνω από 84.000 άρματα του συγκεκριμένου τύπου. Η μαζική παραγωγή σε συνδυασμό με την αξιοπιστία του, κατέστησαν το Τ-34 ένα από τα οπλικά συστήματα που καθόρισαν την έκβαση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η ιστορία όμως δεν σταματά εκεί. Για δεκαετίες μετά το 1945, το Τ-34 αποτέλεσε την ραχοκοκαλιά των τεθωρακισμένων πολλών χωρών. Το 1974 ήταν ο μοναδικός τύπος άρματος της Εθνικής Φρουράς της Κύπρου, κατά την Τουρκική εισβολή. Την περίοδο 1991-99 έδρασε στις πολεμικές συγκρούσεις της Γιουγκοσλαβίας, ενώ μέχρι σήμερα χρησιμοποιείται στον εμφύλιο που έχει ξεσπάσει στην Υεμένη.

«Καλάσνικοφ»

Το ΑΚ-47, είναι αναμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα τυφέκια στην παγκόσμια ιστορία. Σχεδιάστηκε από τον Μιχαήλ Καλάσνικοφ, ο οποίος και του έδωσε το όνομά του. Ο μεγάλος αυτός Σοβιετικός εφευρέτης και στρατηγός, εμπνεύστηκε από ένα παρόμοιο όπλο που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το StG 44.

Ο σχεδιασμός του τυφεκίου «Καλάσνικοφ» ξεκίνησε το 1945 και η ένταξή του στην ενεργό υπηρεσία έγινε το 1949. Από τότε μέχρι σήμερα, το ΑΚ-47 έχει χρησιμοποιηθεί από 100 και πλέον χώρες. Αποτελεί τον πιο διαδεδομένο τύπο τυφεκίου που κατασκευάστηκε ποτέ καθώς, αυτήν την στιγμή, υπάρχουν πάνω από 75.000.000 περίπου «Καλάσνικοφ» σε όλον τον κόσμο. Το ΑΚ-47 είναι ένα φθηνό και αξιόπιστο όπλο.

Αποσυναρμολογείται και καθαρίζεται εύκολα, αντέχει στην βρωμιά και τις περιβαλλοντικές φθορές και παθαίνει σπάνια εμπλοκή. Επιπλέον, είναι πολύ απλό στην χρήση του. Ακόμα και ο πλέον άσχετος με τα στρατιωτικά μπορεί να μάθει να το χρησιμοποιεί μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Το «Καλάσνικοφ» έχει επίσης συνδεθεί με άτακτες ένοπλες δυνάμεις, όπως επαναστατικά κινήματα αλλά και τρομοκρατικές οργανώσεις, οι οποίες το προτιμούν για την αξιοπιστία του και το χαμηλό του κόστος.

«Τσαρ-μπόμπα»

Η Σοβιετική βόμβα υδρογόνου RDS-220 έγινε περισσότερο γνωστή με το παρωνύμιο «Τσαρ-μπόμπα», δηλαδή «Βόμβα-τσάρος». Επρόκειτο κυριολεκτικά για το ισχυρότερο και καταστροφικότερο πυρηνικό όπλο που κατασκεύασε ποτέ ο άνθρωπος. Είχε βάρος 27 τόνους, διάμετρο 2,1 μέτρα και μήκος 8. Αρχικά η ισχύς της ορίστηκε στους 100 μεγατόνους. Υπήρχε όμως ένα πρόβλημα. Η έκρηξη της βόμβας θα ήταν τόσο μεγάλη ώστε θα κατέστρεφε ακόμα και το ίδιο το αεροπλάνο που θα την έριχνε. Έτσι η ισχύς της μειώθηκε στους 50 μεγατόνους. Ακόμα και με αυτόν τον τρόπο όμως οι πιθανότητες επιβίωσης του πιλότου και του πληρώματος ήταν 50%.

Το πυρηνικό «μανιτάρι» που προκλήθηκε από την έκρηξη είχε ύψος 64 χιλιόμετρα περίπου

Η δοκιμή της «Τσαρ-μπόμπα» έγινε στις 30 Οκτωβρίου 1961, στο αρχιπέλαγος του Αρκτικού Ωκεανού Νόβαγια Ζεμλιά, προκαλώντας την ισχυρότερη τεχνητή έκρηξη στην ιστορία της ανθρωπότητας. Το Σοβιετικό υπερόπλο μεταφερόταν από ένα στρατηγικό βομβαρδιστικό Tu-95, ειδικά τροποποιημένο για την συγκεκριμένη πυρηνική δοκιμή. Η «Τσαρ-μπόμπα» εξερράγη σε ύψος 4,2 χιλιομέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Τα όσα ακολούθησαν ήταν πραγματικά πρωτοφανή και εφιαλτικά. Το πυρηνικό «μανιτάρι» που προκλήθηκε από την έκρηξη είχε ύψος 64 χιλιόμετρα περίπου.

Συγκριτικά αναφέρεται ότι η κορυφή του Έβερεστ βρίσκεται στα 8,848 χιλιόμετρα.

Η ισχύς της έκρηξης ισοδυναμούσε με 1.570 φορές την συνδυασμένη ενέργεια των δύο πυρηνικών βομβών που ερήμωσαν την Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.. Η ζώνη απόλυτης καταστροφής εκτεινόταν σε ακτίνα 35 χιλιομέτρων από το σημείο της έκρηξης ενώ η θερμότητα που εκκλήθηκε μπορούσε να προκαλέσει εγκαύματα τρίτου βαθμού σε απόσταση 100 χιλιομέτρων.

Από το 1961 μέχρι σήμερα δεν ξαναφτιάχτηκε άλλη «Τσαρ Μπόμπα». Η τεχνογνωσία όμως για κάτι τέτοιο εξακολουθεί να υπάρχει.

Οι Σοβιετικοί επαναπαύθηκαν ως έναν βαθμό στην στρατιωτική τους υπεροχή. Επικεντρώνοντας όμως τις προσπάθειές τους στην βιομηχανία όπλων, παραμέλησαν άλλους σημαντικούς τομείς της οικονομίας. Αυτό μακροπρόθεσμα αποδείχθηκε επιζήμιο. Για να μείνει όρθια κάποια υπερδύναμη δεν χρειάζεται μόνο ισχυρές ένοπλες δυνάμεις. Υπάρχει και ένα άλλο είδος σύγκρουσης, εξίσου ανελέητο με τον πόλεμο, που καθορίζει τις τύχες των κρατών: ο οικονομικός και εμπορικός ανταγωνισμός.

Δημοφιλή