Η υπόθεση της δολοφονίας του γνωστού ποινικολόγου Σταύρου Γεωργίου εξιχνιάστηκε μέσα σε λίγα 24ωρα, καθώς οι αστυνομικές Αρχές προχώρησαν στη σύλληψη ενός 28χρονου άνδρα αιγυπτιακής καταγωγής, ο οποίος φέρεται να ομολόγησε ότι σκότωσε τον 73χρονο δικηγόρο ύστερα από έντονο καβγά. Η σύλληψη πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Τετάρτης, περίπου δύο ημέρες μετά την αποκάλυψη του εγκλήματος που είχε προκαλέσει σοκ στον νομικό κόσμο και στην κοινή γνώμη.
Την έρευνα ανέλαβε το Τμήμα Ανθρωποκτονιών, με τους αστυνομικούς να συλλέγουν από την πρώτη στιγμή στοιχεία από τον χώρο όπου βρέθηκε νεκρός ο ποινικολόγος, στο γραφείο του στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου. Τα αποτυπώματα που εντοπίστηκαν στο εσωτερικό του γραφείου, σε συνδυασμό με το υλικό από κάμερες ασφαλείας της περιοχής του Αγίου Παντελεήμονα, αποδείχθηκαν καθοριστικά για την ταυτοποίηση του βασικού υπόπτου.
Σύμφωνα με πληροφορίες από την αστυνομική έρευνα, ο 28χρονος φέρεται να παραδέχθηκε στους αστυνομικούς ότι υπήρξε έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα στους δύο άνδρες, η οποία κατέληξε σε φονική επίθεση. Όπως υποστήριξε, η δολοφονία δεν ήταν προσχεδιασμένη, αλλά σημειώθηκε κατά τη διάρκεια του καβγά που ξέσπασε μέσα στο γραφείο του δικηγόρου.
Οι Αρχές εξετάζουν όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, ωστόσο μέχρι στιγμής δεν έχουν γίνει γνωστοί οι λόγοι που οδήγησαν στη σύγκρουση. Από τα μέχρι τώρα στοιχεία δεν προκύπτουν ενδείξεις προμελέτης, ενώ οι αστυνομικοί επισημαίνουν ότι ο δράστης δεν είχε λάβει μέτρα για να αποκρύψει την ταυτότητά του, καθώς δεν φορούσε κάποιο μέσο κάλυψης του προσώπου του ούτε υπήρχαν ίχνη παραβίασης στην είσοδο του γραφείου.
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, το βράδυ της Δευτέρας ο Σταύρος Γεωργίου και ο 28χρονος βρίσκονταν στην ίδια παρέα. Ο 73χρονος φέρεται στη συνέχεια να προσφέρθηκε να μεταφέρει τον νεαρό άνδρα με το αυτοκίνητό του. Στη διάρκεια της διαδρομής σταμάτησαν στο γραφείο του ποινικολόγου, όπου εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα που οδήγησαν στην άγρια δολοφονία.
Μετά την επίθεση, ο κατηγορούμενος φέρεται να επιχείρησε να εξαφανίσει το κινητό τηλέφωνο του θύματος. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι στόχος του ήταν να απομακρύνει πιθανό αποδεικτικό υλικό ή στοιχεία που θα μπορούσαν να φωτίσουν τις τελευταίες κινήσεις του δικηγόρου και να οδηγήσουν πιο γρήγορα στην ταυτοποίησή του.
Καθοριστικό ρόλο στην ταχεία εξιχνίαση έπαιξαν τα βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας, στα οποία καταγράφηκαν οι κινήσεις του 28χρονου πριν και μετά το έγκλημα. Παράλληλα, τα αποτυπώματα που εντοπίστηκαν στο γραφείο ταυτοποιήθηκαν, ενισχύοντας σημαντικά τη δικογραφία σε βάρος του.
Σύμφωνα με πληροφορίες, σε βάρος του συλληφθέντα εκκρεμούσε ήδη ένταλμα σύλληψης για υπόθεση ασέλγειας σε βάρος ανήλικης, η οποία φέρεται να είχε καταγγελθεί το 2024. Επιπλέον, είχε απασχολήσει στο παρελθόν τις ελληνικές Αρχές για παράνομη είσοδο στη χώρα, ενώ η αίτηση ασύλου που είχε υποβάλει είχε απορριφθεί.
Οι αστυνομικοί εκτιμούν ότι η άμεση κινητοποίηση των υπηρεσιών ήταν κρίσιμη, καθώς υπήρχε ο φόβος ότι ο ύποπτος θα μπορούσε να επιχειρήσει να εγκαταλείψει τη χώρα πριν ολοκληρωθεί η έρευνα. Για τον λόγο αυτό οι αναζητήσεις εξελίχθηκαν με ιδιαίτερα γρήγορους ρυθμούς, οδηγώντας τελικά στη σύλληψή του.
Τα ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης επιβεβαίωσαν τη σφοδρότητα της επίθεσης. Σύμφωνα με τους ιατροδικαστές, ο θάνατος του Σταύρου Γεωργίου προήλθε από πολλαπλές κακώσεις στο κεφάλι και στον θώρακα, οι οποίες προκλήθηκαν από θλων και αμβλύ όργανο. Δεν διαπιστώθηκαν τραύματα από αιχμηρό αντικείμενο ή χρήση πυροβόλου όπλου, γεγονός που ενισχύει το ενδεχόμενο ο δράστης είτε να χρησιμοποίησε κάποιο βαρύ αντικείμενο είτε να χτύπησε επανειλημμένα το θύμα πάνω σε έπιπλο του γραφείου.
Η τραγική κατάληξη αποκαλύφθηκε το βράδυ της Τρίτης, όταν οι δίδυμες κόρες του ποινικολόγου, ανήσυχες επειδή δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί του, έφτασαν στο γραφείο του αναζητώντας τον. Χτυπούσαν επίμονα την πόρτα και τον καλούσαν να ανοίξει, μέχρι που ένοικος της πολυκατοικίας ειδοποίησε τον θυρωρό. Εκείνος άνοιξε τον χώρο και βρέθηκε μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα του νεκρού δικηγόρου, ειδοποιώντας αμέσως την Αστυνομία.
Ο Σταύρος Γεωργίου υπήρξε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της ελληνικής ποινικής δικηγορίας. Στην πολυετή πορεία του είχε χειριστεί υποθέσεις που απασχόλησαν έντονα την ελληνική κοινωνία, μεταξύ αυτών τη δίκη για τη «17 Νοέμβρη», την εξαφάνιση του μικρού Άλεξ και την πολύκροτη υπόθεση της μικρής Άννυ. Η δολοφονία του προκάλεσε έντονη συγκίνηση στον νομικό κόσμο, ενώ η έρευνα συνεχίζεται προκειμένου να αποσαφηνιστούν πλήρως τα κίνητρα και όλες οι συνθήκες του εγκλήματος.