Μπορεί μία συνάντηση να σηματοδοτήσει την αρχή μιας πορείας που επτά χρόνια αργότερα θα καταλήξει σε εθνική τραγωδία;
Στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου 1967, μόλις πέντε μήνες μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, η ηγεσία της χούντας συναντούσε στον Έβρο την πολιτική ηγεσία της Τουρκίας. Οι συνομιλίες έγιναν στην Κεσσάνη και την Αλεξανδρούπολη, με κυρίαρχο ζήτημα την Κύπρο.
Από ελληνικής πλευράς συμμετείχαν ο διορισμένος πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Κόλλιας, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος και κορυφαία στελέχη του καθεστώτος. Απέναντί τους βρισκόταν ο Τούρκος πρωθυπουργός Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ.
Η συνάντηση δεν μπορεί από μόνη της να χαρακτηριστεί ιστορικά ως «η αρχή της προδοσίας της Κύπρου». Μπορεί όμως να θεωρηθεί ένας από τους πρώτους καθοριστικούς σταθμούς μιας πολιτικής της δικτατορίας που, μέσα σε επτά χρόνια, θα οδηγήσει στο πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και θα ανοίξει την πόρτα στην τουρκική εισβολή.
Οι προσδοκίες της χούντας και το ναυάγιο
Η Αθήνα είχε πάει στον Έβρο με την εντύπωση ότι μπορούσε να επιτύχει μια ελληνοτουρκική διευθέτηση του Κυπριακού με βάση την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα και με ανταλλάγματα προς την Τουρκία.
Τα αποχαρακτηρισμένα αμερικανικά διπλωματικά έγγραφα είναι αποκαλυπτικά. Το αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ κατέγραφε στις 15 Σεπτεμβρίου 1967 ότι οι δύο πλευρές είχαν βρεθεί πολύ μακριά μεταξύ τους. Οι Αμερικανοί θεωρούσαν ότι προηγούμενες ελληνοτουρκικές συνομιλίες κινούνταν προς μία μορφή «compensated enosis», δηλαδή Ένωσης με αντάλλαγμα προς την Τουρκία, ενώ σημείωναν ότι η ελληνική αντιπροσωπεία είχε φθάσει στην Κεσσάνη και την Αλεξανδρούπολη με υπερβολικές προσδοκίες. (Ιστορία του Υπουργείου Εξωτερικών)
Μερικές ημέρες αργότερα, στις 20 Σεπτεμβρίου, αμερικανικό τηλεγράφημα από την Αθήνα κατέγραφε την απογοήτευση του βασιλιά Κωνσταντίνου για τη σκληρή τουρκική στάση και το ουσιαστικό ναυάγιο της συνάντησης. Ο ίδιος αναγνώριζε μάλιστα ότι η ελληνική πλευρά ενδεχομένως είχε χειριστεί άσχημα τις συνομιλίες. (Ιστορία του Υπουργείου Εξωτερικών)
Η χούντα είχε πάρει το πρώτο σοβαρό μάθημα για το Κυπριακό. Αλλά δεν θα ήταν το τελευταίο.
Κοφίνου: Η κρίση που άλλαξε τις ισορροπίες
Μόλις δύο μήνες αργότερα ήρθε η μεγάλη κρίση της Κοφίνου.
Στις 15 Νοεμβρίου 1967 ξέσπασαν σφοδρές συγκρούσεις στην περιοχή Αγίων Θεοδώρων–Κοφίνου. Δυνάμεις της κυπριακής Εθνικής Φρουράς κατέλαβαν θέσεις, η Τουρκία αντέδρασε έντονα και ακολούθησαν ακόμη και τουρκικές στρατιωτικές υπερπτήσεις πάνω από την Κύπρο.
Η απειλή ελληνοτουρκικού πολέμου ήταν πλέον πραγματική.
Ο ΟΗΕ παρενέβη και ο Γενικός Γραμματέας απηύθυνε επανειλημμένες εκκλήσεις σε Κύπρο, Ελλάδα και Τουρκία για αποκλιμάκωση. (UNFICYP)
Και τότε η δικτατορία πήρε μία απόφαση που παραμένει μέχρι σήμερα αντικείμενο σκληρής ιστορικής κριτικής.
Η ελληνική Μεραρχία φεύγει από την Κύπρο
Η Ελλάδα αποδέχθηκε την αποχώρηση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων που βρίσκονταν στην Κύπρο πέραν του προβλεπόμενου από τις συμφωνίες ελληνικού αποσπάσματος.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΟΗΕ, η αποχώρηση των ελληνικών εθνικών δυνάμεων πραγματοποιήθηκε από τις 8 Δεκεμβρίου 1967 έως τις 16 Ιανουαρίου 1968. (UNFICYP)
Η σημασία αυτής της απόφασης ήταν τεράστια.
Η Συνθήκη Συμμαχίας του 1960 προέβλεπε ελληνικό στρατιωτικό απόσπασμα 950 ανδρών και τουρκικό 650. (UNFICYP) Η πολύ μεγαλύτερη ελληνική στρατιωτική παρουσία που είχε αναπτυχθεί στο νησί αποσύρθηκε μετά την κρίση του 1967.
Επτά χρόνια αργότερα, όταν η Τουρκία θα πραγματοποιούσε την εισβολή, αυτή η δύναμη δεν θα βρισκόταν πλέον στην Κύπρο. Και αποδεικνύεται πόσο καθοριστικές υπήρξαν οι επιλογές της δικτατορίας για τις στρατιωτικές ισορροπίες στο νησί.
Από τον Παπαδόπουλο στον Ιωαννίδη
Τα χρόνια που ακολούθησαν δεν έφεραν λύση.
Αντίθετα, η αντιπαράθεση με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο εντάθηκε, ενώ η κυπριακή κοινωνία βυθίστηκε σε νέα εσωτερική σύγκρουση. Η δράση των ενωτικών δυνάμεων και αργότερα της ΕΟΚΑ Β΄ όξυνε δραματικά την κατάσταση.
Τον Νοέμβριο του 1973 ο Δημήτριος Ιωαννίδης ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο. Και η πολιτική απέναντι στον Μακάριο πέρασε πλέον στην τελική και καταστροφική φάση της.
15 Ιουλίου 1974: Το πραξικόπημα
Στις 15 Ιουλίου 1974 η Εθνική Φρουρά, υπό την καθοδήγηση Ελλήνων αξιωματικών, πραγματοποίησε πραξικόπημα εναντίον της κυβέρνησης του Προέδρου Μακαρίου. Αυτό ακριβώς καταγράφει η επίσημη έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για τα γεγονότα. (Digital Library)
Ο Μακάριος επέζησε. Στη θέση του τοποθετήθηκε ο Νίκος Σαμψών.
Και το μοιραίο χρονόμετρο είχε πλέον αρχίσει να μετρά.
Πέντε ημέρες αργότερα ήρθε ο «Αττίλας»
Τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου 1974 η Τουρκία, επικαλούμενη τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960, εξαπέλυσε μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση στη βόρεια Κύπρο. Το Συμβούλιο Ασφαλείας αντέδρασε την ίδια ημέρα με το ψήφισμα 353, ζητώντας κατάπαυση του πυρός και τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης. (Digital Library)
Ακολούθησαν δύο φάσεις στρατιωτικών επιχειρήσεων, η διχοτόμηση επί του εδάφους, οι νεκροί, οι αγνοούμενοι, οι πρόσφυγες και μία πληγή που παραμένει ανοικτή περισσότερο από μισό αιώνα μετά.
Άρχισε λοιπόν η προδοσία στον Έβρο;
Υπάρχει μία αλληλουχία γεγονότων που δεν μπορεί να αγνοηθεί:
Έβρος 1967. Κρίση της Κοφίνου. Αποχώρηση της ελληνικής Μεραρχίας. Ρήξη Αθήνας–Μακαρίου. ΕΟΚΑ Β΄. Ιωαννίδης. Πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου. Τουρκική εισβολή της 20ής Ιουλίου 1974.
Και υπάρχει ένα αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός: η δικτατορία της Αθήνας οργάνωσε το πραξικόπημα που ανέτρεψε τη νόμιμη κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και πέντε ημέρες αργότερα, η Τουρκία εισέβαλε στο νησί.
Συμπερασματικά στον Έβρο του 1967 αρχίζουμε να διακρίνουμε έναν δρόμο λανθασμένων υπολογισμών, επικίνδυνων χειρισμών και παρεμβάσεων της χούντας στο Κυπριακό, που επτά χρόνια αργότερα θα καταλήξει στην εθνική τραγωδία του 1974.
Και γνωρίζοντας σήμερα πού τελείωσε εκείνος ο δρόμος, η φωτογραφία μιας ελληνοτουρκικής συνάντησης του Σεπτεμβρίου του 1967 αποκτά ένα πολύ βαρύτερο ιστορικό νόημα.