Διεθνή εγκληματική οργάνωση που δρούσε για χρόνια εξαπατώντας πολίτες με επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα εξάρθρωσε η ελληνική αστυνομία.

Τα μέλη της οργάνωσης έπειθαν τα θύματα να επενδύσουν χρήματα σε δήθεν ψηφιακά projects, τα οποία όμως αποτελούσαν μια καλοστημένη απάτη με κέρδη πάνω από 14,5 εκατομμύρια ευρώ ενώ μόνο για 73 από τα θύματα που ταυτοποίηθηκαν το συνολικό ύψος της οικονομικής ζημίας που υπέστησαν ανέρχεται σε 760.900 ευρώ.

Advertisement
Advertisement

Η υπόθεση αποκαλύφθηκε έπειτα από μεγάλη αστυνομική επιχείρηση σε Κρήτη, Αττική και Ηγουμενίτσα, όπου συνελήφθησαν 12 άτομα. Οι δράστες είχαν δημιουργήσει ένα σύστημα πυραμίδας, τύπου Ponzi, παρουσιάζοντας ανύπαρκτες επενδυτικές ευκαιρίες σε κρυπτονομίσματα και χρησιμοποιώντας πλατφόρμες και εταιρικά σχήματα για να δίνουν νομιμοφάνεια στην απάτη τους, παραπλανώντας δεκάδες επενδυτές.

Η ανακοίνωση της ΕΛΑΣ

Εξαρθρώθηκε από το Τμήμα Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης διεθνής πολυμελής εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας δραστηριοποιούνταν συστηματικά τουλάχιστον από το 2019 σε απάτες με το πρόσχημα επενδύσεων σε κρυπτονομίσματα, αποσπώντας από τα θύματά τους χρηματικά ποσά που ανέρχονται σε εκατομμύρια ευρώ.

Η οργάνωση λειτουργούσε μέσω νομιμοφανών εταιρικών σχημάτων και διαδικτυακών πλατφορμών, παραπλανώντας πολίτες με ψευδείς διαβεβαιώσεις περί ασφαλών και υψηλών επενδυτικών αποδόσεων, ενώ η δράση της εκτεινόταν και εκτός συνόρων μέσω διασυνδέσεων και χρηματοοικονομικών ροών σε χώρες του εξωτερικού.

Για τον τερματισμό της δράσης τους, πραγματοποιήθηκε πρωινές ώρες της 5ης Μαρτίου 2026, συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση σε περιοχές της Κρήτης, της Αττικής και της Ηγουμενίτσας, κατά την οποία συνελήφθησαν συνολικά 12 άτομα, μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη 6 άτομα, από τα οποία τα δύο είναι μέλη της οργάνωσης.

Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για -κατά περίπτωση- εγκληματική οργάνωση, διακεκριμένη απάτη, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, παροχή υπηρεσιών σε κρυπτοστοιχεία άνευ πιστοποίησης, παρασιώπηση περιουσιακών στοιχείων με σκοπό την κήρυξη πτώχευσης και παράβαση της νομοθεσίας για τα όπλα.

Advertisement

Σύμφωνα με την Αστυνομία η διερεύνηση της υπόθεσης ξεκίνησε έπειτα από κατάλληλη αξιοποίηση πληροφοριών και συγκέντρωση στοιχείων, τα οποία τέθηκαν υπόψη της αρμόδιας εισαγγελικής Αρχής και παραγγέλθηκε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης.

Όπως προέκυψε από την πολύμηνη αστυνομική έρευνα, η εγκληματική οργάνωση είχε αναπτύξει πυραμιδικό σύστημα λειτουργίας (σχήμα Ponzi), μέσω του οποίου τα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν νεοεισερχόμενοι «επενδυτές» χρησιμοποιούνταν για την καταβολή εικονικών αποδόσεων σε παλαιότερους, δημιουργώντας ψευδή εικόνα βιωσιμότητας και κερδοφορίας.

Για να πετύχουν τον σκοπό τους, τα μέλη της οργάνωσης, εκμεταλλεύονταν την ελλιπή γνώση των θυμάτων γύρω από τα κρυπτονομίσματα, παρουσιάζοντας ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία (tokens), τα οποία δεν διέθεταν πραγματική ανταλλακτική αξία ούτε χρησιμότητα εκτός του ελεγχόμενου οικοσυστήματος των εταιρειών που τα εξέδιδαν, ως δήθεν αξιόπιστες επενδυτικές επιλογές.

Advertisement

Παράλληλα, χρησιμοποιούσαν εικονικά ηλεκτρονικά πορτοφόλια, κλειδωμένα υπόλοιπα και ελεγχόμενα ανταλλακτήρια κρυπτοστοιχείων για την απόκρυψη της πραγματικής ροής των χρημάτων.

Πως δρούσε το κύκλωμα

Η εγκληματική οργάνωση χαρακτηριζόταν από αυστηρή ιεραρχική δομή με διακριτούς ρόλους μεταξύ των μελών της.

Ο ηγετικός πυρήνας αποτελούνταν από 4 άτομα. Τα εν λόγω αρχηγικά μέλη καθόριζαν τη στρατηγική δράσης, συντόνιζαν τα επιχειρησιακά στελέχη και οργάνωναν παρουσιάσεις, διαδικτυακά σεμινάρια και εκδηλώσεις προώθησης των απατηλών επενδυτικών σχημάτων. Μάλιστα, προς τον σκοπό αυτό, είχαν καταρτίσει και πρόγραμμα εκπαίδευσης 90 ημερών, όπου τα μέλη εκπαιδεύονταν σε «ακαδημίες».

Advertisement

Τρία ανώτερα στελέχη είχαν την ευθύνη στρατολόγησης θυμάτων, συμμετείχαν σε event- παρουσιάσεις και ομιλίες, παρείχαν παράνομες επενδυτικές συμβουλές και προωθούσαν νέα «επενδυτικά πακέτα».

Επτά επιχειρησιακά μέλη δραστηριοποιούνταν στην άμεση αναζήτηση και προσέλκυση θυμάτων μέσω προσωπικών και επαγγελματικών δικτύων, ενώ τα υπόλοιπα υποστηρικτικά μέλη παρείχαν διευκολύνσεις για την εξεύρεση νέων επενδυτών με σκοπό την αποκόμιση προμηθειών.

Στο σχήμα που είχαν δημιουργήσει κατείχαν και ανάλογους τίτλους, ανάμεσα σε 21 διαφορετικές βαθμίδες, όπως “ambassador”, “leader”, “founder’s council”, ενώ αποκόμιζαν εισόδημα/ανταμοιβές (referral, bonus) από την προσέλκυση συμμετοχής των νέων μελών. Άξιο λόγου είναι επίσης ότι, προχωρούσαν και στη σύνταξη και υπογραφή Ιδιωτικών Συμφωνητικών Εμπιστευτικότητας.

Advertisement

Έπειθαν τα θύματά τους με ψευδείς υποσχέσεις για υψηλές και εγγυημένες αποδόσεις με ελάχιστο ή μηδενικό ρίσκο, διαβεβαιώνοντάς τους ότι μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να εκταμιεύσουν τα κεφάλαιά τους. Παρουσιάζονταν ως επιτυχημένοι επενδυτές και «ηγέτες» ομάδων, προβάλλοντας πολυτελή τρόπο ζωής μέσω κοινωνικών δικτύων, με αναρτήσεις από ταξίδια, πολυτελή οχήματα και εκδηλώσεις.

Advertisement

Παράλληλα, δημιουργούσαν αίσθημα «μοναδικής ευκαιρίας» με τεχνητούς χρονικούς περιορισμούς, ώστε τα θύματα να λαμβάνουν βιαστικές αποφάσεις χωρίς έλεγχο αξιοπιστίας. Επίσης, διοργάνωναν διαδικτυακά και δια ζώσης σεμινάρια, παρείχαν παράνομες επενδυτικές συμβουλές χωρίς πιστοποίηση, δημιουργούσαν κλειστές ομάδες επικοινωνίας σε εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων για την καλλιέργεια ψευδούς αίσθησης αξιοπιστίας και, σε περιπτώσεις κατάρρευσης πλατφορμών, προωθούσαν νέα σχήματα με διαφορετική εμπορική ονομασία (rebranding), μεταφέροντας τα θύματα σε νέες δήθεν επενδυτικές ευκαιρίες.

Στο πλαίσιο της οικονομικής έρευνας που διενεργήθηκε, μετά από έκδοση και Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας σε Γαλλία, Γερμανία και Μάλτα, καθώς και Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή προς Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία και Δανία, διαπιστώθηκε ότι το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος της εγκληματικής οργάνωσης ξεπερνά τα 14,5 εκατομμύρια ευρώ.

Τα μέλη της οργάνωσης χρησιμοποιούσαν το χρηματοπιστωτικό σύστημα μεθοδικά για την απόκρυψη της προέλευσης των παράνομων εσόδων τους, μεταφέροντας κεφάλαια σε λογαριασμούς του εξωτερικού, πραγματοποιώντας δαπάνες μέσω τρίτων και επενδύοντας μέρος των ποσών σε κρυπτονομίσματα.

Advertisement

Για να προσδώσουν νομιμοφάνεια στα παράνομα έσοδά τους, διαπιστώθηκε σε συνεργασία με την Εθνική Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές

Δραστηριότητες, ότι δύο από τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης σχετίζονται -κατά περίπτωση- με 4 off shore εταιρείες στη Βουλγαρία ενώ κάποια μέλη δήλωναν άνεργοι, άστεγοι με μηδενικά εισοδήματα και διακινούσαν σημαντικά χρηματικά ποσά.

Διαπιστώθηκαν επίσης πολυάριθμα ταξίδια μελών στο εξωτερικό για τη διοργάνωση και συμμετοχή σε εκδηλώσεις προώθησης των απατηλών σχημάτων, με επίδειξη πολυτελούς τρόπου ζωής προς ενίσχυση της αξιοπιστίας τους.

Από τις έρευνες της Αστυνομίας που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες και επαγγελματικούς χώρους βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:

-το χρηματικό ποσό των 37.210 ευρώ,
-το χρηματικό ποσό των 4.000 Λεκ Αλβανίας,
-4 πολυτελή οχήματα,
-πολεμικό τυφέκιο με γεμιστήρα και 67 φυσίγγια πολεμικού τυφεκίου,
-2 πιστόλια,
-2 κυνηγετικά όπλα,
-57 φυσίγγια,
-μηχανήματα εξόρυξης,
-πλήθος ψηφιακών πειστηρίων (usb, σκληροί δίσκοι, στοιχεία τηλεφωνίας, κλπ),
-πλήθος εγγράφων που επιβεβαίωναν τις δράσης της εγκληματικής οργάνωσης,
-αποδεικτικά συναλλαγών με πλατφόρμες, σχετικές με κρυπτονομίσματα,
-χειρόγραφες σημειώσεις και ατζέντες που επιβεβαίωναν τις χρηματικές καταβολές εκ μέρους των θυμάτων σε μέλη της εγκληματικής οργάνωσης,
-διαπιστευτήριες κάρτες πλατφορμών και
-έγγραφα που σχετίζονται με τις off shore εταιρείες.

Τα κατασχεθέντα χρηματικά ποσά θα αποσταλούν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, ενώ τα κατασχεθέντα ψηφιακά πειστήρια και τα όπλα θα αποσταλούν στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών για εργαστηριακές εξετάσεις. Οι συλληφθέντες θα οδηγηθούν στον εισαγγελέα.