Ενώπιον ανακριτή αναμένεται να βρεθεί αύριο, Πέμπτη (30/4), ο 89χρονος που εισέβαλε με καραμπίνα σε ΕΦΚΑ και Εφετείο Αθηνών, προκειμένου να απολογηθεί για την ένοπλη επίθεση, που είχε ως αποτέλεσμα να τραυματιστούν συνολικά πέντε υπάλληλοι.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο της προανακριτικής του απολογίας, ο ηλικιωμένος περιέγραψε με λεπτομέρειες τον σχεδιασμό των πράξεών του, τις οποίες φέρεται να είχε αποφασίσει ήδη από την περίοδο των Χριστουγέννων.
«Ήθελα να το κάνω χειμώνα γιατί μπορώ να φοράω την καπαρντίνα να κρύβω την καραμπίνα», φέρεται να δήλωσε στους αστυνομικούς, εξηγώντας πως επειδή πλησίαζε ο Μάιος αποφάσισε να δράσει άμεσα πριν ανέβει η θερμοκρασία.
Σύμφωνα με το dikastiko.gr, ο δράστης παραδέχτηκε πως μετέβη αρχικά στον ΕΦΚΑ με ταξί, όπου εισήλθε χωρίς έλεγχο. «Ανέβηκα στον τέταρτο όροφο και πυροβόλησα δύο φορές τους υπαλλήλους, όχι για να τους σκοτώσω, αλλά για να κάνω ντόρο», φέρεται να υποστήριξε.
Αμέσως μετά, κατευθύνθηκε στο πρώην Ειρηνοδικείο, όπου, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, πυροβόλησε τρεις φορές στοχεύοντας χαμηλά: «Και εκεί δεν ήθελα να σκοτώσω κανέναν και πυροβόλησα στα πόδια. Αν ήθελα να τους σκοτώσω, θα μπορούσα να το κάνω εύκολα».
Για τον οπλισμό του δήλωσε πως είχε αγοράσει την καραμπίνα από την επαρχία και την τροποποίησε ο ίδιος. «Εγώ την έκοψα, ξέρω γιατί ήμουν μηχανικός. Έκοψα το κοντάκι και την κάννη και άλλαξα το κλείστρο», φέρεται να εξήγησε στις αρχές.
Ο 89χρονος είχε τελικό προορισμό το Στρασβούργο – «Ήθελα να τους τουφεκίσω»
Στην προανακριτική απολογία του ο 89χρονος περιέγραψε επίσης την πορεία του μετά τα περιστατικά. Μετέβη στην Πάτρα με ταξί και έβγαλε εισιτήριο για την Ανκόνα, με τελικό προορισμό το Στρασβούργο. «Ήθελα να πάω στο Στρασβούργο, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, για να τουφεκίσω και τους υπαλλήλους εκεί, γιατί μου έστειλαν ένα γράμμα και με κορόιδευαν και αυτοί», φέρεται να είπε, αναφέροντας πως τελικά αποφάσισε να επιστρέψει στο χωριό του πριν τον συλλάβουν.
Ως κίνητρο για την ένοπλη δράση του, ο ηλικιωμένος προέταξε μια πολυετή διένεξη με τον ΕΦΚΑ για τον υπολογισμό των ενσήμων του. Στην επιστολή του, που συνοδεύει τη δικογραφία, σημειώνει χαρακτηριστικά: «Μου φέρθηκαν σαν ένα αδέσποτο σκυλί του κλώτσου και του μπάτσου. Και εγώ το σκυλί τώρα λύσσαξα και είμαι λυσσασμένο». Υποστήριξε πως οι ελληνικές αρχές αλλοίωσαν τα στοιχεία της εργασίας του και κατέληξε προειδοποιώντας: «Στο Σικάγο δεν ζητιανεύουμε το δίκαιο, το απαιτούμε».