Ενώπιον της ανακρίτριας οδηγούνται σήμερα οι δύο 42χρονοι που συνελήφθησαν για τον φονικό εμπρησμό του υποκαταστήματος της Marfin στην οδό Σταδίου, στις 5 Μαΐου 2010. Σε βάρος τους έχει ασκηθεί δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή, ενώ οι ίδιοι, μέσω των συνηγόρων τους, αρνούνται τις κατηγορίες και αμφισβητούν την επάρκεια των στοιχείων της δικογραφίας.
Από τη φωτιά είχαν χάσει τη ζωή τους οι εργαζόμενοι Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η οποία ήταν έγκυος τεσσάρων μηνών, Παρασκευή Ζούλια και Επαμεινώνδας Τσάκαλης. Δεκαέξι χρόνια αργότερα, οι Αρχές επιχειρούν να ολοκληρώσουν το παζλ μιας υπόθεσης που παρέμενε ανοικτή και αποτελούσε διαρκές αίτημα δικαιοσύνης για τις οικογένειες των θυμάτων και τους εργαζομένους που επέζησαν.
Το ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα και η νέα έρευνα
Η επανεκκίνηση της έρευνας φέρεται να συνδέεται με ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα, στο οποίο κατονομάζονταν συγκεκριμένα πρόσωπα ως εμπλεκόμενα στην επίθεση. Οι πληροφορίες δεν θεωρήθηκαν από μόνες τους αποδεικτικό στοιχείο, αλλά αποτέλεσαν την αφετηρία για να επανεξεταστούν φωτογραφίες, βίντεο, καταθέσεις και υλικό από παλαιότερες αστυνομικές επιχειρήσεις.
Καθοριστική θεωρείται η αξιοποίηση ψηφιακών αρχείων που είχαν κατασχεθεί το 2020, κατά τη διάρκεια έρευνας της Αντιτρομοκρατικής σε αποθήκη στο Κουκάκι. Σε υπολογιστή εντοπίστηκαν φωτογραφίες από διακοπές παρέας το 2009, έναν χρόνο πριν από τον εμπρησμό.
Οι ερευνητές αντιπαρέβαλαν αυτές τις εικόνες με φωτογραφικό υλικό από τη διαδήλωση της 5ης Μαΐου 2010. Κομβικό ρόλο είχαν φωτογραφίες που είχαν τραβηχτεί λίγο πριν από την επίθεση από φωτογράφο ο οποίος βρισκόταν στο πατάρι του βιβλιοπωλείου «Ιανός», απέναντι από τη Marfin.
Σακίδια και ρούχα σαν «δακτυλικά αποτυπώματα»
Επειδή τα πρόσωπα των κουκουλοφόρων ήταν καλυμμένα, οι αστυνομικοί επικεντρώθηκαν σε άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: στον σωματότυπο, στο ύψος, στα άκρα, στα αυτιά, στον τρόπο βάδισης και στάσης, αλλά και στα ρούχα, στα παπούτσια, στα καπέλα, στα γυαλιά και στα σακίδια.
Ένα σακίδιο με ιδιαίτερη, χειροποίητη ζωγραφιά και τρία χαρακτηριστικά αστέρια φέρεται να αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο. Σε άλλες περιπτώσεις εξετάστηκαν το κόκκινο έμβλημα ενός σακιδίου, κυκλικοί σχηματισμοί στον ιμάντα, η διάταξη των εξωτερικών θηκών και ένα πορτοκαλί υφασμάτινο κάλυμμα στο φερμουάρ.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, ένας από τους 42χρονους εμφανίζεται με κόκκινο μαντίλι στο πρόσωπο. Ο δεύτερος φέρεται να φορά ανοιχτόχρωμο καπέλο και γυαλιά μυωπίας και να μεταφέρει τσάντα με το λογότυπο του πανκ συγκροτήματος Dead Kennedys. Οι Αρχές υποστηρίζουν ότι βρέθηκαν αντιστοιχίες ανάμεσα στα συγκεκριμένα αντικείμενα και σε εκείνα που εμφανίζονται στις φωτογραφίες των διακοπών.
Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων αντιτείνουν ότι δεν υπάρχει αναγνώριση ακάλυπτων προσώπων και χαρακτηρίζουν τα στοιχεία έμμεσα και ανεπαρκή. Η τελική αξιολόγηση των ευρημάτων ανήκει, βεβαίως, αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη και όλοι οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης.
Η ομάδα των 12 και τα πέντε βασικά πρόσωπα
Η αστυνομική έρευνα περιγράφει μια οργανωμένη ομάδα περίπου 12 ατόμων, τα οποία φέρονται να είχαν χωριστεί σε υποομάδες με διαφορετικούς ρόλους. Ορισμένοι φέρεται να έσπασαν την τζαμαρία και να έριξαν εύφλεκτα υλικά στο εσωτερικό, ενώ άλλοι κατηγορούνται ότι παρείχαν κάλυψη, συντονισμό και υποστήριξη.
Πέρα από τους δύο συλληφθέντες και την 46χρονη, στο μικροσκόπιο βρίσκονται ακόμη δύο άνδρες, τους οποίους οι Αρχές επιχειρούν να ταυτοποιήσουν. Στόχος είναι να διαπιστωθεί ποιοι είχαν άμεσο εκτελεστικό ρόλο και ποιοι έδιναν οδηγίες ή προστάτευαν την ομάδα κατά την επίθεση.
Η 46χρονη ενώπιον της βρετανικής Δικαιοσύνης
Την ίδια ημέρα, η 46χρονη Ελληνίδα που κατηγορείται για συμμετοχή στην επίθεση οδηγείται στο Δικαστήριο του Γουέστμινστερ, όπου αρχίζει η εξέταση του ελληνικού αιτήματος έκδοσής της.
Η γυναίκα, μητέρα δύο παιδιών, ζει τα τελευταία έξι έως επτά χρόνια στο Μπράιτον και φέρεται να εργάζεται στο αεροδρόμιο Γκάτγουικ. Είχε επικοινωνήσει με τις ελληνικές Αρχές, δηλώνοντας αθώα και εκφράζοντας την πρόθεσή της να επιστρέψει οικειοθελώς στην Ελλάδα για να καταθέσει.
Είχε μάλιστα αγοράσει εισιτήριο για πτήση προς το «Ελευθέριος Βενιζέλος». Ωστόσο, περίπου στις 4 τα ξημερώματα της Δευτέρας 13 Ιουλίου συνελήφθη στον έλεγχο διαβατηρίων, καθώς είχε ήδη ενεργοποιηθεί διεθνές ένταλμα και ερυθρά αγγελία της Interpol. Η πτήση της ήταν προγραμματισμένη να αναχωρήσει στις 05:20.
Η σύλληψη πραγματοποιήθηκε από στελέχη της βρετανικής Εθνικής Μονάδας Εκδόσεων. Εφόσον η 46χρονη συναινέσει στην έκδοσή της, η επιστροφή της στην Ελλάδα μπορεί να γίνει σχετικά σύντομα. Σε περίπτωση που προσφύγει κατά του αιτήματος, η διαδικασία ενδέχεται να διαρκέσει εβδομάδες ή ακόμη και περίπου δύο μήνες.
Η ίδια φέρεται στη δικογραφία να βρίσκεται κοντά στους υπόλοιπους υπόπτους και να έχει υποστηρικτικό ή δευτερεύοντα ρόλο. Η υπεράσπισή της, ωστόσο, επιμένει ότι επιθυμεί να επιστρέψει στην Ελλάδα ακριβώς για να αποδείξει ότι δεν συμμετείχε στον φονικό εμπρησμό.