Υπάρχουν νόμοι που αλλάζουν διατάξεις και υπάρχουν νόμοι που κλείνουν ολόκληρες εποχές. Στις 20 Αυγούστου 1982, όταν δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο Νόμος 1272/1982, έκλεισε στην Ελλάδα μια εποχή που σήμερα μοιάζει σχεδόν κινηματογραφική: η εποχή κατά την οποία η μοιχεία μπορούσε να φέρει την Αστυνομία μέσα στην κρεβατοκάμαρα.
Και τα περίφημα «σεντόνια» που βλέπουμε στις παλιές ελληνικές κωμωδίες δεν ήταν απλώς εφεύρημα των σεναριογράφων.
Ήταν κομμάτι μιας πραγματικότητας που έζησα κι εγώ από πολύ κοντά.
Μέχρι έναν χρόνο φυλακή
Η μοιχεία προβλεπόταν από το άρθρο 357 του Ποινικού Κώδικα και μπορούσε να τιμωρηθεί με φυλάκιση έως ένα έτος. Η διαδικασία μπορούσε να κινηθεί μετά από έγκληση του απατημένου συζύγου και, όταν επιδιωκόταν η απόδειξη επ’ αυτοφώρω, άρχιζε ένα πραγματικό κυνηγητό.
Ιδιωτικοί ντετέκτιβ παρακολουθούσαν συζύγους, εντόπιζαν σπίτια και ξενοδοχεία και ειδοποιούσαν τον ή τη σύζυγο και την Αστυνομία. Η σύλληψη γινόταν πολλές φορές σε συνθήκες απόλυτης διαπόμπευσης. Οι δύο άνθρωποι μπορούσαν να βρεθούν γυμνοί ή ημίγυμνοι και να μεταφερθούν στο Τμήμα με ό,τι είχαν προλάβει να ρίξουν πάνω τους — ακόμη και με ένα σεντόνι. Οι περιγραφές της εποχής επιβεβαιώνουν ότι η εικόνα που σατίρισε ο ελληνικός κινηματογράφος είχε πραγματική βάση.
Η περίφημη σκηνή στη «Βίλα των Οργίων» με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα δεν απείχε, λοιπόν, όσο θα πιστεύαμε σήμερα από όσα συνέβαιναν πραγματικά.
Η περίπτωση του Γρηγόρη Μπιθικώτση
Μία από τις πιο πολυσυζητημένες υποθέσεις αφορούσε τον μεγάλο Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Το καλοκαίρι του 1970, η τότε σύζυγός του έχοντας υποψίες για τη σχέση του με τη νεαρή κουμπάρα τους, είχε αναθέσει σε ιδιωτικό ντετέκτιβ να τον παρακολουθεί. Ακολούθησε η επέμβαση σε σπίτι στο Καλαμάκι, η Αστυνομία, η μήνυση και η μεταφορά στο αστυνομικό τμήμα.
Η υπόθεση πήρε τεράστια δημοσιότητα. Η δίκη είχε προσδιοριστεί για τις 30 Σεπτεμβρίου 1970, αλλά τελικά δεν έγινε, καθώς η σύζυγος απέσυρε τη μήνυση. Αργότερα ο Μπιθικώτσης παντρεύτηκε τη κουμπάρα και απέκτησαν και γιο.
Υπάρχει όμως ένα κομμάτι εκείνης της ιστορίας που δεν έχει γραφτεί. Και μπορώ να το αφηγηθώ επειδή ήμουν εκεί.
Η νύχτα στην Άμεση Δράση – Μια ιστορία που αποκαλύπτω για πρώτη φορά
Εκείνα τα χρόνια εργαζόμουν στο αστυνομικό ρεπορτάζ εφημερίδας και έτυχε εκείνη την ημέρα να κάνω νυχτερινή βάρδια στο Κέντρο της Άμεσης Δράσης, στην οδό Σταδίου. Ήμουν τότε ο μοναδικός δημοσιογράφος που βρισκόταν μέσα στο Κέντρο.
Στο τηλεφωνικό κέντρο και στο μικρόφωνο, σε απευθείας επικοινωνία με τα περιπολικά, ήταν ο αρχιφύλακας Γιώργος Παπαδημητρόπουλος, ένας εξαιρετικός αστυνομικός που αργότερα έφτασε μέχρι την κορυφή της Ελληνικής Αστυνομίας. Έγινε Αρχηγός.
Ήταν η νύχτα της υπόθεσης Μπιθικώτση.
Οι πληροφορίες έφθαναν από τα περιπολικά. Η σύζυγός του είχε κινηθεί μαζί με την Αστυνομία για να τον πιάσει για μοιχεία με την κουμπάρα τους. Ήταν μια υπόθεση που, με τα μέτρα της εποχής, μπορούσε να γίνει τεράστιο πρωτοσέλιδο.
Και εγώ την είχα στα χέρια μου.
Ο Γιώργος Παπαδημητρόπουλος με παρακάλεσε εκείνο το βράδυ να μη γράψω τίποτα.
Τον άκουσα.
Έχασα μια ηχηρή δημοσιογραφική αποκλειστικότητα. Την επομένη, άλλωστε, η υπόθεση έγινε γνωστή από τα δικαστήρια και πήρε τον δρόμο της δημοσιότητας.
Δεν μετάνιωσα ποτέ.
Με τον Γιώργο γίναμε από τότε κολλητοί φίλοι και μείναμε φίλοι μέχρι το τέλος. Και όταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης έμαθε ότι εκείνη τη νύχτα μπορούσα να τον είχα κάνει «βούκινο» με τα περιπολικά, τη μοιχεία και τα σεντόνια αλλά δεν το έκανα, μου έδειχνε μέχρι το τέλος της ζωής του έναν τεράστιο σεβασμό.
Το 1982 η κρεβατοκάμαρα έπαψε να είναι υπόθεση της Αστυνομίας
Δώδεκα χρόνια αργότερα η Ελλάδα είχε αλλάξει.
Η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου προχώρησε στην αποποινικοποίηση της μοιχείας, παρά τις αντιδράσεις που υπήρχαν τότε. Η Βουλή ψήφισε τη σχετική ρύθμιση στις 24 Ιουλίου 1982 και ο Νόμος 1272 δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ στις 20 Αυγούστου 1982.
Το άρθρο 6 ήταν κατηγορηματικό: «Το άρθρο 357 του Ποινικού Κώδικα για τη μοιχεία καταργείται».
Και δεν σταμάτησε εκεί. Οι εκκρεμείς δικογραφίες μπήκαν στο αρχείο, τα διωκτικά έγγραφα επέστρεψαν ανεκτέλεστα και οι προηγούμενες καταδίκες και ποινές για μοιχεία διαγράφηκαν από τα ποινικά μητρώα.
Η απιστία μπορούσε ασφαλώς να εξακολουθήσει να διαλύει έναν γάμο και να απασχολεί τα πολιτικά δικαστήρια. Δεν μπορούσε όμως πλέον να στείλει τον άπιστο σύζυγο στο κρατητήριο.
Κάπως έτσι τελείωσε μια Ελλάδα των ιδιωτικών ντετέκτιβ έξω από ξενοδοχεία, των αστυνομικών εφόδων στις κρεβατοκάμαρες, του αυτοφώρου και της δημόσιας διαπόμπευσης.
Και, κυρίως, τελείωσε η Ελλάδα όπου ένα σεντόνι μπορούσε μέσα σε λίγα λεπτά να μετατραπεί από σκέπασμα ενός κρεβατιού σε… πειστήριο εγκλήματος.