Υπάρχουν άνθρωποι που αγοράζουν αχλάδια. Υπάρχουν και άνθρωποι που αγοράζουν Αμπάτε Φέτελ. Εγώ, την ημέρα που πήγα στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς, αποφάσισα να ανήκω στη δεύτερη κατηγορία.
Η τιμή ήταν εκεί, μπροστά μου: 1,20 ευρώ το ένα.
Όχι το κιλό.
Το ένα.
Και μάλιστα 380 γραμμάρια.
Για μια στιγμή σκέφτηκα μήπως το συγκεκριμένο αχλάδι συνοδεύεται από κάποιο πρόγραμμα επιβράβευσης, εγγύηση, ασφάλεια ζωής ή τουλάχιστον δωρεάν μεταφορά μέχρι το σπίτι.
Τίποτα.
Απλώς ένα αχλάδι.
Το αστείο είναι ότι το συγκεκριμένο αχλάδι δεν είναι καν… τυχαίο. Είναι Αμπάτε Φέτελ, γαλλικής προέλευσης, μεγάλο, γλυκό και χυμώδες. Έχει δηλαδή όνομα, καταγωγή και χαρακτηριστικά που θα ζήλευε άνθρωπος σε βιογραφικό.
Μόνο που, όταν φτάνεις στο 1,20 ευρώ, αρχίζεις να σκέφτεσαι ότι ίσως το φρούτο θα έπρεπε να συνοδεύεται και από μια μικρή παρουσίαση.
«Καλησπέρα, είμαι το Αμπάτε Φέτελ. Θα σας κοστίσω 1,20 ευρώ και παρακαλώ να με μεταφέρετε με προσοχή».
Από τα φρούτα συνέχισα προς τα τυριά και εκεί συνάντησα τον κύριο Τάσο. Δεν χρειάστηκε να ακούσω τι έλεγε. Η στάση του τα έλεγε όλα. Κρατούσε δύο συσκευασίες και έκανε υπολογισμούς στο κινητό.
Τιμή, βάρος, τελική αξία.
Το τυρί δεν έμπαινε απλώς στο καλάθι. Περνούσε από οικονομικό έλεγχο.
Τελικά επέλεξε το φθηνότερο.
Και αυτό με έκανε να κοιτάξω λίγο καλύτερα το δικό μου καλάθι.
Είχα αρχίσει κι εγώ να κάνω το ίδιο. Έβαζα κάτι μέσα, το ξανασκεφτόμουν, έβγαζα κάτι άλλο. Το σούπερ μάρκετ είχε μετατραπεί σε ένα ιδιότυπο παιχνίδι στρατηγικής: ποιο προϊόν είναι απαραίτητο, ποιο μπορεί να περιμένει και ποιο θα μας κάνει να μετανιώσουμε όταν έρθει η ώρα της πληρωμής.
Λίγα μέτρα παρακάτω, στα κρέατα, ένας κύριος είχε προφανώς κάνει ήδη τον δικό του υπολογισμό. Κοίταξε μια μεγαλύτερη συσκευασία, μετά μια μικρότερη και τελικά πήρε τη δεύτερη.
Δεν χρειαζόταν να ρωτήσω γιατί.
Το καλάθι είχε μπει πλέον σε πρόγραμμα λιτότητας.
Με την ίδια λογική κινήθηκα κι εγώ προς τα απορρυπαντικά, όπου είδα μια κυρία να κοιτάζει για ώρα ένα προϊόν και τελικά να το αφήνει στο ράφι.
Εκεί κατάλαβα ότι δεν ήμουν ο μόνος που έκανε οικονομία.
Ολόκληρο το σούπερ μάρκετ έμοιαζε να κάνει έναν μεγάλο οικογενειακό προϋπολογισμό.
Και τότε ξανασκέφτηκα το αχλάδι.
Γιατί εγώ, σε αντίθεση με την κυρία Μαρία, δεν το άφησα.
Το πήρα.
Δεν ξέρω αν ήταν αυθορμητισμός, περιέργεια ή απλώς η δημοσιογραφική ανάγκη να ολοκληρώσω το ρεπορτάζ μέχρι τέλους.
Πάντως, το Αμπάτε Φέτελ μπήκε στη σακούλα μου.
Και από εκείνη τη στιγμή αντιμετωπίστηκε διαφορετικά.
Δεν το πέταξα μαζί με τα υπόλοιπα ψώνια. Το έβαλα προσεκτικά στην άκρη, σαν να μετέφερα κάτι εύθραυστο. Με 1,20 ευρώ δεν θέλεις να το βρεις στο σπίτι μελανιασμένο.
Φτάνω στο ταμείο και ξεκινά η γνωστή διαδικασία.
Τα προϊόντα περνούν από το σκάνερ, η απόδειξη αρχίζει να μεγαλώνει και εγώ προσπαθώ να θυμηθώ πώς γίνεται να μπήκα για «δυο πράγματα» και να βγαίνω με σακούλες.
Και ανάμεσα στα γάλατα, στα τυριά, στα υπόλοιπα ψώνια, υπάρχει κι αυτό.
Το αχλάδι.
1,20 ευρώ.
Ένα.
Το πλήρωσα και έφυγα.
Μέχρι να φτάσω σπίτι, όμως, είχα ήδη αποφασίσει ότι δεν πρόκειται να το φάω σαν ένα συνηθισμένο αχλάδι.
Όχι μετά από τέτοια διαδικασία.
Το ακούμπησα στη φρουτιέρα και το άφησα εκεί, μόνο του, να ξεκουραστεί από το ταξίδι.
Το κοίταξα.
Με κοίταξε.
Και κάπου εκεί κατάλαβα ότι είχα κάνει το λάθος να του δημιουργήσω προσδοκίες.
Με 1,20 ευρώ πρέπει να είναι πολύ καλό αχλάδι.
Δεν γίνεται να είναι απλώς καλό.
Πρέπει να είναι γλυκό, χυμώδες, αρωματικό, να λιώνει στο στόμα και, αν είναι δυνατόν, να μου λύσει και κανένα υπαρξιακό πρόβλημα.
Γιατί διαφορετικά θα έχω πληρώσει 1,20 ευρώ για ένα φρούτο που απλώς… έκανε τη δουλειά του.
Και αυτό δεν το δέχομαι.
Με τέτοια τιμή, απαιτώ απόδοση.
Έτσι, την ώρα που το έβαλα στη φρουτιέρα, δεν σκέφτηκα ότι αγόρασα ένα αχλάδι.
Σκέφτηκα ότι έκανα μια μικρή επένδυση.
Τώρα περιμένω την απόδοση.
Και μέχρι τότε, το Αμπάτε Φέτελ θα βρίσκεται στη φρουτιέρα μου, σε περίοπτη θέση.
Ο κύριος Τάσος πήρε το φθηνότερο τυρί.
Εγώ πήρα το ακριβότερο αχλάδι.
Ο καθένας κάνει τις επιλογές του στη ζωή.