Η υπόθεση του Έλληνα αξιωματικού που εμφανίστηκε να ορκίζεται με τελετουργικό της Ελληνικής Εθνικής Θρησκείας άνοιξε ξανά μια συζήτηση που στην Ελλάδα επιστρέφει κάθε φορά με ένταση: ποιος όρκος είναι νόμιμος, ποιος είναι απλώς προσωπική ή πολιτική δήλωση και πότε η θρησκευτική ελευθερία σταματά μπροστά στον υποχρεωτικό τύπο που ορίζει ο νόμος.
Η εικόνα ενός στρατιωτικού δίπλα σε ιερέα της Ελληνικής Εθνικής Θρησκείας, με αναφορές στο Δωδεκάθεο, προκάλεσε αντιδράσεις, ερωτήματα και τελικά έρευνα από το Γενικό Επιτελείο Στρατού. Ο ίδιος ο αξιωματικός υποστήριξε ότι δεν ορκίστηκε στον Δία ούτε σε κάποια θεότητα του Δωδεκαθέου, αλλά έδωσε κανονικά τον προβλεπόμενο στρατιωτικό όρκο. «Ο στρατιωτικός όρκος είναι συγκεκριμένος», είπε, προσθέτοντας ότι όσα έγιναν στο θρησκευτικό σκέλος αφορούσαν τον ιερέα και τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.
Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας της υπόθεσης. Στο ελληνικό δίκαιο, ο όρκος δεν είναι αυτοσχεδιασμός. Δεν είναι μια ελεύθερη φράση που επινοεί ο καθένας κατά την κρίση του. Είναι θεσμική πράξη. Και γι’ αυτό έχει συγκεκριμένο τύπο, συγκεκριμένο περιεχόμενο, συγκεκριμένη διαδικασία και συγκεκριμένη αρχή ενώπιον της οποίας δίδεται.
Το Σύνταγμα είναι σαφές. Η θρησκευτική συνείδηση είναι απαραβίαστη. Κανείς δεν μπορεί να χάνει ατομικά ή πολιτικά δικαιώματα λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη, υπό την προστασία των νόμων, αρκεί η λατρεία της να μην προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Την ίδια ώρα, όμως, το ίδιο άρθρο του Συντάγματος προβλέπει κάτι εξίσου καθαρό: κανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ορίζει και τον τύπο του.
Με απλά λόγια: το κράτος δεν κρίνει τη θεολογία του πολίτη. Κρίνει αν τηρήθηκε ο νόμος.
Γι’ αυτό και ένας όρκος στο Ευαγγέλιο μπορεί να είναι νόμιμος, όταν προβλέπεται ή επιλέγεται ως θρησκευτικός τύπος. Ένας όρκος στα ιερά σύμβολα άλλης θρησκείας μπορεί επίσης να είναι νόμιμος, όταν ο νόμος επιτρέπει τον τύπο της θρησκείας ή του δόγματος του ορκιζόμενου. Μια πολιτική διαβεβαίωση χωρίς θρησκευτικό περιεχόμενο μπορεί επίσης να είναι νόμιμη, όταν προβλέπεται από τον νόμο. Αντίθετα, ένας αυτοσχέδιος όρκος, όσο έντονος, ιδεολογικός ή ειλικρινής κι αν είναι, δεν αντικαθιστά τον νόμιμο τύπο.
Στον στρατό, το ζήτημα είναι ακόμη πιο αυστηρό, γιατί ο στρατιωτικός όρκος συνδέεται με την πειθαρχία, την υπακοή στο Σύνταγμα, στους νόμους και στους στρατιωτικούς κανονισμούς. Το περιεχόμενό του δεν αλλάζει κατά βούληση. Ο ορκιζόμενος αναλαμβάνει υποχρέωση πίστης στην Πατρίδα, υπακοής στο Σύνταγμα και στους νόμους, υποταγής στους ανωτέρους και τήρησης των στρατιωτικών νόμων.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όλοι οι στρατιωτικοί είναι υποχρεωμένοι να ορκιστούν με το Ευαγγέλιο. Η ίδια η λογική του στρατιωτικού όρκου προβλέπει ότι οι μη χριστιανοί μπορούν να ορκίζονται στην Ελληνική Σημαία και στο σύμβολο της δικής τους θρησκείας. Όσοι είναι άθεοι, άθρησκοι ή πρεσβεύουν θρησκεία που δεν επιτρέπει τον όρκο, μπορούν να δώσουν διαβεβαίωση, αντικαθιστώντας το «ορκίζομαι» με δήλωση στην τιμή και στη συνείδησή τους.
Άρα, στην υπόθεση του αξιωματικού, το ερώτημα δεν είναι αν οι θεοί του Ολύμπου ακούγονται παράξενα σε μια στρατιωτική τελετή. Το ερώτημα είναι αν ο ίδιος έδωσε τον νόμιμο στρατιωτικό όρκο, αν υπογράφηκαν τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα και αν το τυχόν θρησκευτικό τελετουργικό ήταν μέρος επιτρεπτής έκφρασης θρησκευτικής συνείδησης ή αν υποκατέστησε τον νόμιμο όρκο. Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, η επίσημη διαδικασία φέρεται να έγινε κανονικά και το θέμα που ερευνάται αφορά όσα ακολούθησαν μετά το πέρας της.
Αν ο αξιωματικός έδωσε κανονικά τον στρατιωτικό όρκο, τότε το θρησκευτικό του υπόβαθρο δεν μπορεί από μόνο του να θεωρηθεί παράνομο. Αν, αντίθετα, είχε αρνηθεί τον προβλεπόμενο τύπο και είχε αντικαταστήσει τον στρατιωτικό όρκο με έναν προσωπικό όρκο σε θεότητα ή με ιδεολογικό κείμενο, τότε το πρόβλημα δεν θα ήταν το Δωδεκάθεο. Θα ήταν η μη τήρηση του νόμου.
Ανάλογη είναι η διάκριση και στην πολιτική ζωή.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει όρκο που προβλέπεται απευθείας από το Σύνταγμα και είναι θρησκευτικός, στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας. Οι βουλευτές έχουν επίσης συνταγματικά προβλεπόμενο όρκο, ενώ για αλλόθρησκους ή ετερόδοξους βουλευτές προβλέπεται ο αντίστοιχος τύπος της δικής τους θρησκείας ή του δόγματός τους. Για τα μέλη της κυβέρνησης, ο νόμος προβλέπει τον θρησκευτικό όρκο, αλλά επιτρέπει τόσο τον τύπο άλλης θρησκείας ή δόγματος όσο και τη διαβεβαίωση χωρίς θρησκευτικό περιεχόμενο.
Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, οι δήμαρχοι και οι δημοτικοί σύμβουλοι δίνουν συγκεκριμένο όρκο ή, αν δεν επιθυμούν όρκο, συγκεκριμένη διαβεβαίωση. Εκεί δεν χωρούν προσωπικές παραλλαγές. Η πρόσφατη περίπτωση δημοτικού συμβούλου στην Αθήνα που επέλεξε να εκφωνήσει έναν αυτοσχέδιο «όρκο αγώνα», αντί της προβλεπόμενης διαβεβαίωσης, δείχνει ακριβώς το όριο. Μια τέτοια δήλωση μπορεί να είναι πολιτική τοποθέτηση. Μπορεί να είναι συμβολική πράξη. Μπορεί να είναι δημόσιο μήνυμα. Δεν είναι, όμως, νόμιμος όρκος αν δεν περιέχει τον τύπο που ορίζει ο νόμος.
Στην περίπτωση των αιρετών της Αυτοδιοίκησης, ο νόμος είναι μάλιστα απολύτως σαφής: αν δεν τηρηθεί ένας από τους προβλεπόμενους τύπους, θεωρείται ότι ο αιρετός δεν έχει ορκιστεί. Δηλαδή το πρόβλημα δεν είναι αισθητικό ούτε πολιτικό. Είναι θεσμικό. Δεν αρκεί να δηλώσεις κάτι «στην τιμή και στη συνείδησή σου». Πρέπει να δηλώσεις αυτό που προβλέπει ο νόμος.
Το ίδιο πνεύμα έχει περάσει πλέον και στη δημόσια διοίκηση. Οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να δώσουν διαβεβαίωση αντί όρκου, χωρίς να χρειάζεται να δηλώσουν ότι δεν έχουν θρησκεία ή ότι η θρησκεία τους δεν επιτρέπει τον όρκο. Πρόκειται για σημαντική μετατόπιση προς την προστασία της θρησκευτικής συνείδησης: το κράτος δεν ζητά πια από τον πολίτη να εξηγήσει τι πιστεύει για να του επιτρέψει να μην ορκιστεί θρησκευτικά.
Το συμπέρασμα είναι απλό, αλλά συχνά χάνεται μέσα στον θόρυβο. Νόμιμος είναι ο όρκος που προβλέπεται από νόμο και δίνεται με τον τύπο που ορίζει ο νόμος. Νόμιμη είναι και η θρησκευτική διαφοροποίηση, όταν ο νόμος την επιτρέπει. Νόμιμη είναι και η πολιτική διαβεβαίωση, όταν προβλέπεται. Παράνομος ή, ακριβέστερα, άκυρος ως ορκωμοσία, είναι ο αυτοσχέδιος όρκος που αντικαθιστά τον θεσμικό τύπο.
Δεν έχει σημασία αν κάποιος ακουμπά στο Ευαγγέλιο, σε ιερό σύμβολο άλλης θρησκείας ή σε κανένα θρησκευτικό σύμβολο. Σημασία έχει αν τελικά δεσμεύεται με το κείμενο που ορίζει η Πολιτεία: πίστη στην Ελλάδα, υπακοή στο Σύνταγμα και στους νόμους, ευσυνείδητη άσκηση καθηκόντων.
Ποιοι είναι οι δωδεκαθεϊστές
Με τον όρο «δωδεκαθεϊστές» περιγράφονται συνήθως οι άνθρωποι που τιμούν την αρχαία ελληνική πολυθεϊστική θρησκευτική παράδοση, με αναφορά στους θεούς του Ολύμπου, στις εορτές, στις τελετές και στη λατρευτική συνέχεια που οι ίδιοι θεωρούν ότι συνδέει τη σύγχρονη Ελλάδα με την προχριστιανική αρχαιότητα.
Πολλοί από τους ίδιους δεν προτιμούν τον όρο «δωδεκαθεϊστές», θεωρώντας τον περιοριστικό ή δημοσιογραφικό. Χρησιμοποιούν συχνότερα όρους όπως «Έλληνες Εθνικοί» ή «Ελληνική Εθνική Θρησκεία». Δεν πρόκειται για ενιαίο, ομοιόμορφο σώμα με απόλυτα κοινή οργάνωση, αλλά για κοινότητες και φορείς που κινούνται γύρω από την αναβίωση ή συνέχιση, όπως οι ίδιοι λένε, της ελληνικής εθνικής πολυθεϊστικής λατρείας.
Η παρουσία τους στη δημόσια ζωή παραμένει μικρή σε σχέση με την Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά όχι αόρατη. Οι ίδιοι εκτιμούν ότι οι υποστηρικτές τους στην Ελλάδα ανέρχονται σε δεκάδες χιλιάδες. Νομικά, το κρίσιμο δεν είναι πόσοι είναι ούτε αν οι απόψεις τους προκαλούν αποδοχή ή αντιδράσεις. Το κρίσιμο είναι ότι, σε ένα κράτος δικαίου, η θρησκευτική ελευθερία δεν προστατεύει μόνο τις μεγάλες και οικείες θρησκείες. Προστατεύει και τις μικρές, τις άγνωστες στους πολλούς και τις μη δημοφιλείς, αρκεί η άσκηση της λατρείας τους να κινείται μέσα στα όρια του νόμου.