Ο κύβος ερρίφθη. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ύστερα από ένα τριήμερο έντονης εσωκομματικής φόρτισης, επέλεξε να σταθεί δίπλα στην πολιτική πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα και όχι απέναντί της. Και εδώ γεννιέται ξανά η γνωστή, σχεδόν διαχρονική απορία: πώς γίνεται ένας χώρος που αυτοπροσδιορίζεται ως προοδευτικός και δημοκρατικός να δυσκολεύεται τόσο συχνά να αποδεχθεί την απόφαση της πλειοψηφίας;
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που τα πράγματα, όσο κι αν επιχειρείται να παρουσιαστούν ως περίπλοκα, είναι μάλλον απλά.
Ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε μπροστά σε ένα υπαρξιακό δίλημμα. Να σταθεί δίπλα στο νέο πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα, επιχειρώντας να συμβάλει στη δημιουργία ενός ευρύτερου αντιπολιτευτικού πόλου απέναντι στην κυβέρνηση; Ή να επιμείνει σε μια αυτόνομη πορεία, γνωρίζοντας ότι οι συσχετισμοί, οι δημοσκοπήσεις και η κοινωνική δυναμική δεν του αφήνουν πια πολλά περιθώρια αυταπάτης; Και ταυτόχρονα ισχνά δημοσκοπικά ποσοστά.
Η πλειοψηφία αποφάσισε το πρώτο.
Και, κατά την άποψή μου, έκανε το αυτονόητο.
Όχι επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αυτοδιαλυθεί. Όχι επειδή πρέπει να παραδώσει άνευ όρων την ιστορία του, τα στελέχη του, την κοινοβουλευτική του διαδρομή ή τις πολιτικές του αναφορές. Αλλά επειδή η πολιτική δεν είναι μουσειακό είδος. Δεν υπάρχει για να συντηρεί κομματικές σφραγίδες, εσωτερικά φέουδα και προσωπικές στρατηγικές. Υπάρχει για να απαντά στις ανάγκες της κοινωνίας.
Και σήμερα η χώρα έχει ανάγκη από σοβαρή, συγκροτημένη και ισχυρή αντιπολίτευση.
Το έχει πει, άλλωστε, με τον δικό του τρόπο ακόμα και ο Κυριάκος Μητσοτάκης: μια δημοκρατική διακυβέρνηση χρειάζεται ισχυρή αντιπολίτευση. Βεβαίως, ισχυρή αντιπολίτευση δεν σημαίνει αντιπολίτευση της κραυγής, της άρνησης για την άρνηση, της μονίμως καταγγελτικής ευκολίας. Σημαίνει αντιπολίτευση με προτάσεις, με τεκμηρίωση, με πολιτικό σχέδιο, με θεσμικό βάρος και με ικανότητα να πείθει πέρα από το στενό ακροατήριο των ήδη πεπεισμένων.
Αυτό, λοιπόν, καλείται να υπηρετήσει ο αυτοπροσδιοριζόμενος ως προοδευτικός χώρος.
Μόνο που στην Αριστερά υπάρχει πάντα ένα πρόβλημα. Ή, για να το πούμε πιο ευθέως, υπάρχει σχεδόν στο DNA της μια δυσκολία συνεννόησης. Πολλοί μπορούν να συμφωνούν στη μεγάλη εικόνα, αλλά όταν έρθει η ώρα της εφαρμογής, ξεπηδούν οι τάσεις, οι ομάδες, τα ρεύματα, οι προσωπικές στρατηγικές, τα «ναι μεν αλλά», τα καπετανάτα.
Και τώρα είδαμε ξανά αυτό το έργο.
Από τη μια πλευρά ο Σωκράτης Φάμελλος, ο οποίος έθεσε το πολιτικό πλαίσιο με καθαρότητα: ο ΣΥΡΙΖΑ στέκεται δίπλα στην πρωτοβουλία Τσίπρα, δεν βλέπει ανταγωνιστικά το νέο εγχείρημα, δεν αφήνει χώρο για «plan B» και δεν επιλέγει τη μικρή, φοβική περιχαράκωση.
Από την άλλη, οι Παύλος Πολάκης, Νίκος Παππάς και Ρένα Δούρου, οι οποίοι εμφανίστηκαν ως εσωκομματικό μέτωπο διαφωνίας, με τη λογική ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να οδηγηθεί σε αυτοδιάλυση και πρέπει να διατηρήσει συντεταγμένη, αυτόνομη παρουσία.
Ακούγεται θεμιτό; Βεβαίως. Σε ένα δημοκρατικό κόμμα η διαφωνία δεν είναι μόνο επιτρεπτή. Είναι αναγκαία. Αλλά άλλο διαφωνώ και άλλο αρνούμαι να δεχθώ ότι η πλειοψηφία αποφάσισε.
Η Κεντρική Επιτροπή μίλησε. Η εισήγηση Φάμελλου εγκρίθηκε με ευρεία πλειοψηφία. Η τροπολογία των διαφωνούντων απορρίφθηκε. Τελεία.
Και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο.
Σε έναν χώρο που θέλει να λέγεται προοδευτικός, δημοκρατικός και αριστερός, πώς είναι δυνατόν κάποιοι να αντιμετωπίζουν την πλειοψηφία ως δημοκρατική μόνο όταν συμφωνεί μαζί τους; Πώς γίνεται η συλλογική απόφαση να είναι σεβαστή όταν τους δικαιώνει, αλλά προβληματική όταν τους ξεπερνά;
Δεν μιλάμε για κόμμα προβάτων. Δεν μιλάμε για έναν χώρο όπου τα μέλη σέρνονται πίσω από τις απόψεις κάποιου αρχηγού, χωρίς σκέψη, χωρίς αντίρρηση, χωρίς κρίση. Η Αριστερά, στην καλύτερη εκδοχή της, είναι χώρος ανθρώπων με άποψη. Με πολιτική παιδεία. Με ισχυρές προσωπικότητες. Με διαφωνίες, ενστάσεις, διαφορετικές αναγνώσεις.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό, όταν η συζήτηση ολοκληρώνεται και η απόφαση λαμβάνεται, ο σεβασμός στην πλειοψηφία είναι η πρώτη απόδειξη δημοκρατικής συνέπειας. Αλλιώς δεν μιλάμε για δημοκρατία. Μιλάμε για πολιτική ιδιοκτησία.
Αν οι Πολάκης, Παππάς και Δούρου θεωρούν ότι η απόφαση αυτή ακυρώνει τον ΣΥΡΙΖΑ, έχουν κάθε δικαίωμα να το πουν. Αν θεωρούν ότι υπάρχει άλλος δρόμος, έχουν κάθε δικαίωμα να τον περιγράψουν. Αν πιστεύουν ότι μπορούν να εκφράσουν ένα διαφορετικό κομμάτι της Αριστεράς, ίσως το πιο καθαρό, το πιο αυτόνομο, το πιο «ανυπότακτο», τότε υπάρχει και ο καθαρός δρόμος: να κάνουν κάτι δικό τους. Όπως έκαναν ο Γιάνης Βαρουφάκης και η Ζωή Κωνσταντοπούλου.
Αυτό, άλλωστε, μου υπογράμμιζε και έμπειρο στέλεχος του ευρύτερου χώρου της Αριστεράς: «Όταν δεν χωράς σε μια συλλογική απόφαση, όταν δεν αποδέχεσαι τη γραμμή της πλειοψηφίας, τότε ή μένεις και τη σέβεσαι ή φεύγεις και δοκιμάζεις τις δυνάμεις σου στην κοινωνία».
Είναι σκληρό; Ίσως. Αλλά είναι καθαρό.
Το τριήμερο που προηγήθηκε, με την Πολιτική Γραμματεία, την Κεντρική Επιτροπή, τις εισηγήσεις, τις τροπολογίες, τις διαφωνίες και τις δημόσιες τοποθετήσεις, έδειξε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται μπροστά στον επίλογο μιας εποχής. Όχι απαραίτητα στον επίλογο της ύπαρξής του. Αλλά σίγουρα στον επίλογο του ΣΥΡΙΖΑ όπως τον ξέραμε.
Το κόμμα που κάποτε κυριάρχησε στον χώρο της Κεντροαριστεράς και της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που κυβέρνησε, που ηττήθηκε, που διασπάστηκε, που άλλαξε αρχηγούς και αφηγήματα, τώρα καλείται να αποφασίσει αν θα επιμείνει ως ξεχωριστό πολιτικό υποκείμενο ή αν θα λειτουργήσει ως τμήμα μιας ευρύτερης ανασύνθεσης.
Η επιλογή της πλειοψηφίας ήταν η δεύτερη.
Και αυτή η επιλογή έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στα πέριξ κόμματα. Το ΠΑΣΟΚ βλέπει την πρωτοβουλία Τσίπρα ως πίεση στον δικό του ρόλο στον χώρο της αντιπολίτευσης. Η Νέα Αριστερά μετρά τις δικές της εσωτερικές αντοχές. Το ΚΚΕ, σταθερά καχύποπτο απέναντι σε τέτοιου τύπου ανασυνθέσεις, θα επιμείνει ότι πρόκειται για ανακύκλωση του ίδιου συστήματος. Και η Νέα Δημοκρατία, όσο κι αν δημοσίως εμφανίζεται ψύχραιμη, γνωρίζει ότι ένας ενιαίος, ισχυρός και πολιτικά πειστικός αντιπολιτευτικός πόλος θα ήταν πολύ διαφορετικός αντίπαλος από έναν κατακερματισμένο χώρο που αλληλοϋπονομεύεται.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία.
Η κυβέρνηση δεν απειλείται από μικρά κόμματα που τσακώνονται μεταξύ τους για το ποιος είναι πιο αριστερός, πιο αυθεντικός ή πιο δικαιωμένος ιστορικά. Απειλείται από έναν πολιτικό αντίπαλο που μπορεί να συνθέσει, να οργανώσει, να μιλήσει στην κοινωνία και να καταθέσει εναλλακτικό σχέδιο εξουσίας.