Καθώς ανοίγει η πλατφόρμα Medwatch για να τεθεί ανάχωμα σε τυχόν επιτήδειους που εμφανίζονται ως γιατροί ή και σε γιατρούς που δεν τηρούν τη νομοθεσία στα ιατρεία τους, οι πρώτοι έλεγχοι σε 10.000 ιατρεία ήδη εντόπισαν 230-250 περιπτώσεις με «κόκκινη σημαία», στον απόηχο της υπόθεσης του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη.
Εξηγώντας πως λειτουργεί ο μηχανισμός ελέγχου των ιατρείων (ertnews) ο Γιάννης Λύρας, μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, τονίζει ότι το πρόβλημα εντοπίστηκε στη ίδια τη διαδικασία ελέγχου – κάτι που επιβεβαίωσαν τόσο ο υπουργός Υγείας όσο και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Ο ίδιος υπερασπίζεται ωστόσο το έργο του Πειθαρχικού Συμβουλίου, τονίζοντας ότι εξετάζει με αυστηρότητα κάθε φάκελο που φτάνει σε αυτό, χωρίς όμως να ελέγχει ποιοι φάκελοι διαβιβάζονται.
Αίσθηση προκαλεί η αναφορά του στο κανονιστικό κενό που αφορά επιχειρηματίες του χώρου υγείας: “Ένας μη γιατρός μπορεί να κατέχει το 100% ενός ιατρείου, με τον γιατρό να λειτουργεί απλώς ως «επιστημονικά υπεύθυνος“, τονίζει, ενώ η επιχείρηση διαφημίζεται ελεύθερα, υπαγόμενη στο υπουργείο Εμπορίου και όχι σε ιατρικούς κανόνες δεοντολογίας. Το ίδιο ασαφές πλαίσιο, σύμφωνα με τον Δημοσθένη Παπαμεθοδίου, πρόεδρο της Ελληνικής Εταιρείας Ομοιοπαθητικής Ιατρικής, ισχύει και για την ομοιοπαθητική: ενώ το ίδιο το φάρμακο είναι θεσμοθετημένο εδώ και δεκαετίες υπό την εποπτεία του ΕΟΦ, δεν υπάρχει σαφής ρύθμιση για το ποιος μπορεί να δηλώνει «ομοιοπαθητικός γιατρός» – αφήνοντας ανοιχτό ένα “παραθυράκι” που επιτρέπει την εμφάνιση ψευδο-ειδικοτήτων χωρίς επιστημονική βάση.
Και οι δύο γιατροί συνέκλιναν σε ένα σημείο: το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την ιατρική δεοντολογία, αλλά και τον ρόλο των social media, όπου η γραμμή ανάμεσα σε ενημέρωση και διαφήμιση ιατρικών υπηρεσιών γίνεται ολοένα πιο δυσδιάκριτη.