Υπάρχουν στιγμές στην ελληνική ιστορία που αναρωτιέσαι αν πρέπει να γελάσεις ή να προβληματιστείς. Και υπάρχουν αποφάσεις που καταφέρνουν να προκαλέσουν και τα δύο ταυτόχρονα.
Μία τέτοια περίπτωση καταγράφηκε τον Οκτώβριο του 1998, όταν η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος ασχολήθηκε με ένα ζήτημα που, υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να έχει λυθεί προ πολλού: τι θα ψάλλουν οι ιερείς όταν φτάνουν στη φράση «νίκας τοις βασιλεύσι»;
Διότι η Ελλάδα είχε καταργήσει τη μοναρχία από το 1974. Είχαν περάσει 24 ολόκληρα χρόνια από το δημοψήφισμα που καθιέρωσε οριστικά την αβασίλευτη δημοκρατία. Κι όμως, το 1998 κάποιοι εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν τη λέξη «βασιλεύσι» περίπου σαν να μπορούσε να προκαλέσει πολιτειακή ανατροπή!
Η σολομώντεια λύση της Ιεραρχίας
Στις 19 Οκτωβρίου 1998 καταγράφεται μια απόφαση που θα μπορούσε να αποτελεί υλικό πολιτικής σάτιρας.
Η Ιεραρχία αποφάσισε ότι μέσα στους ναούς θα εξακολουθούσε να ψάλλεται η παραδοσιακή φράση «νίκας τοις βασιλεύσι», ενώ σε δημόσιους χώρους, εγκαίνια, αγιασμούς και άλλες τελετές θα χρησιμοποιούνταν η διατύπωση «νίκας τοις ευσεβεύσι».
Με απλά λόγια, μέσα στην εκκλησία επιτρεπόταν να ακούγονται οι «βασιλείς». Έξω από αυτήν, όμως, έπρεπε να εξαφανίζονται!
Λες και η ίδια λέξη άλλαζε πολιτικό περιεχόμενο ανάλογα με το αν ο ιερέας βρισκόταν μπροστά στο τέμπλο ή στην κορδέλα εγκαινίων ενός δημόσιου κτιρίου.
Η απόφαση επιχειρούσε έναν συμβιβασμό ανάμεσα στη λειτουργική παράδοση και την πολιτειακή πραγματικότητα. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, έμοιαζε περισσότερο με γλωσσική ακροβασία παρά με ουσιαστική λύση.
Οι βασιλείς ενοχλούσαν, η βασιλεία των ουρανών όχι!
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ειρωνεία.
Η Εκκλησία, που χρησιμοποιεί διαρκώς τον όρο «βασιλεία» στη θεολογική και λειτουργική της γλώσσα, αισθανόταν την ανάγκη να προσαρμόσει μια συγκεκριμένη αναφορά για να μη δημιουργούνται συνειρμοί με τον τέως βασιλιά της Ελλάδας.
Την ίδια στιγμή, οι πιστοί συνέχιζαν να προσεύχονται με το «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου» και να ακούν στις ακολουθίες αναφορές στη «βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
Βεβαίως, θεολογικά πρόκειται για εντελώς διαφορετικές έννοιες. Άλλο η βασιλεία του Θεού και άλλο ο θεσμός της κληρονομικής μοναρχίας.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό προκαλεί εντύπωση η τόση ευαισθησία απέναντι σε μια λέξη.
Μήπως τελικά το πρόβλημα δεν ήταν η λειτουργική γλώσσα αλλά τα πολιτικά συμπλέγματα που είχαν επιβιώσει από την εποχή του διχασμού ανάμεσα σε βασιλικούς και αντιβασιλικούς;
Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά το δημοψήφισμα
Στις 8 Δεκεμβρίου 1974, το 69,18% των Ελλήνων ψήφισε υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας, έναντι 30,82% που τάχθηκε υπέρ της μοναρχίας.
Η απόφαση ήταν σαφής. Το πολιτειακό ζήτημα είχε κλείσει δημοκρατικά.
Κανένας εκκλησιαστικός ύμνος δεν μπορούσε να επαναφέρει τον Κωνσταντίνο στον θρόνο. Ούτε η χρήση της λέξης «βασιλεύσι» συνιστούσε από μόνη της πολιτική υποστήριξη στη μοναρχία.
Κι όμως, η διαμάχη γύρω από τις λέξεις συνεχιζόταν.
Αντί να αντιμετωπιστεί το ζήτημα με ψυχραιμία, επιλέχθηκε μια λύση που διαχώριζε τη θρησκευτική τελετή ανάλογα με τον χώρο όπου πραγματοποιούνταν.
Και στο βάθος, ο πολιτικός γάμος
Η ίδια συνεδρίαση της Ιεραρχίας ασχολήθηκε και με ένα πολύ σοβαρότερο ζήτημα.
Σύμφωνα με τη σχετική καταγραφή της εποχής, η Εκκλησία άφησε στη διακριτική ευχέρεια των μητροπολιτών το αν θα τελούνταν νεκρώσιμη ακολουθία για ανθρώπους που είχαν παντρευτεί με πολιτικό γάμο.
Ο πολιτικός γάμος είχε θεσμοθετηθεί στην Ελλάδα το 1982, επί κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου.
Δεκαέξι χρόνια αργότερα, λοιπόν, εξακολουθούσε να υπάρχει εκκλησιαστικός προβληματισμός ακόμη και για την κηδεία ενός ανθρώπου εξαιτίας της επιλογής του ως προς τον τρόπο τέλεσης του γάμου του.
Εδώ το θέμα ξεπερνούσε κατά πολύ τις λέξεις ενός ύμνου.
Αφορούσε την αντιμετώπιση των ανθρώπων και των οικογενειών τους σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής τους.
Όταν η σοβαρότητα χάνεται στις λέξεις
Η ιστορία του 1998 αξίζει να υπενθυμίζεται όχι επειδή αποτελεί κάποιο κορυφαίο γεγονός της νεότερης Ελλάδας, αλλά ακριβώς επειδή αποκαλύπτει πόσο εύκολα ένας θεσμός μπορεί να εγκλωβιστεί σε συμβολισμούς.
Η Ελλάδα είχε δημοκρατία. Η μοναρχία είχε καταργηθεί. Οι πολίτες είχαν αποφασίσει.
Κι όμως, η Εκκλησία βρέθηκε να συζητά πού μπορούσαν να ακούγονται οι «βασιλείς» και πού έπρεπε να αντικαθίστανται από τους «ευσεβείς».
Μια ιστορία αστεία και τραγική ταυτόχρονα.
Γιατί τελικά το ερώτημα δεν ήταν αν θα έμενε η λέξη «βασιλεύσι» σε έναν ύμνο.
Το ερώτημα ήταν γιατί, σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα μετά την οριστική κατάργηση της μοναρχίας, εξακολουθούσαμε να φοβόμαστε ακόμη και τις λέξεις.
Και το ακόμη πιο παράδοξο; Την ίδια ημέρα που συζητούσαν για τις λέξεις ενός ύμνου, συζητούσαν και για το αν ένας άνθρωπος που είχε παντρευτεί με πολιτικό γάμο δικαιούνταν εκκλησιαστική κηδεία.
Ίσως τελικά το δεύτερο να ήταν πολύ σοβαρότερο από το πρώτο.
Πηγή ιστορικής αναφοράς: https://www.sansimera.gr/almanac/1210?edition=full