Η Ελλάδα ζει από τον τουρισμό. Και ακριβώς επειδή ο τουρισμός δεν είναι μια δευτερεύουσα δραστηριότητα, αλλά μια τεράστια οικονομική βιομηχανία για τη χώρα, η ασφάλεια στους δημοφιλείς προορισμούς δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως λεπτομέρεια. Η κυβέρνηση ορθώς πήρε την απόφαση να επιχειρεί για να περιορίσει την εγκληματικότητα με στοχευμένες καθημερινές επιτηρήσεις, αυξημένη αστυνομική παρουσία και συνεχείς παρεμβάσεις σε νησιά, στην Αθήνα και σε κρίσιμα σημεία της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Ο όρος «εγκληματικός τουρισμός» δεν είναι πια υπερβολή. Περιγράφει μια πραγματικότητα που γνωρίζουν καλά οι αρχές: οργανωμένες ομάδες, συχνά με διεθνή χαρακτηριστικά, φτάνουν για λίγες ημέρες σε γνωστούς τουριστικούς προορισμούς, εντοπίζουν στόχους υψηλής αξίας, χτυπούν και φεύγουν γρήγορα από τη χώρα. Στο στόχαστρο μπαίνουν πολυτελείς κατοικίες, βίλες, ακριβά κοσμήματα, ρολόγια μεγάλης αξίας και αντικείμενα που μπορούν εύκολα να διοχετευθούν σε παράνομα κυκλώματα του εξωτερικού.
Αυτό δεν είναι μόνο πρόβλημα της Μυκόνου, της Πάρου ή των Κυκλάδων. Δεν είναι μόνο πρόβλημα των εύπορων επισκεπτών που φορούν πανάκριβα ρολόγια. Είναι πρόβλημα της χώρας συνολικά. Γιατί κάθε περιστατικό κλοπής, διάρρηξης ή οργανωμένης εγκληματικής δράσης σε έναν τουριστικό προορισμό πλήττει την αίσθηση ασφάλειας, την εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό και τελικά την ίδια την οικονομία.
Ο τουρίστας που έρχεται στην Ελλάδα δεν αγοράζει μόνο ήλιο, θάλασσα και φιλοξενία. Αγοράζει και την εμπειρία μιας χώρας στην οποία μπορεί να κινηθεί με ασφάλεια. Να περπατήσει, να διασκεδάσει, να μείνει σε ένα κατάλυμα, να ταξιδέψει σε ένα νησί ή σε μια πόλη χωρίς να αισθάνεται ότι είναι εκτεθειμένος. Αυτό είναι κομμάτι του τουριστικού προϊόντος. Και η προστασία του είναι κρατική υποχρέωση.
Σε αυτή την κατεύθυνση, ο σχεδιασμός που παρακολουθεί από κοντά ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ενίσχυση της αστυνομικής παρουσίας, οι στοχευμένες περιπολίες, η αξιοποίηση εξειδικευμένων υπηρεσιών και η συνεχής προσαρμογή των μέτρων στις ανάγκες κάθε περιοχής είναι κινήσεις αναγκαίες. Όχι για να δημιουργηθεί εικόνα αστυνομοκρατίας, αλλά για να σταλεί ένα καθαρό μήνυμα: οι τουριστικοί προορισμοί της Ελλάδας δεν είναι ξέφραγο αμπέλι για διεθνείς και εγχώριους κακοποιούς.
Η Αθήνα, τα νησιά, η Χαλκιδική, οι μεγάλοι οδικοί άξονες, τα αεροδρόμια, τα λιμάνια και οι περιοχές υψηλής επισκεψιμότητας χρειάζονται καθημερινή επιτήρηση. Όχι αποσπασματικά. Όχι μόνο μετά από ένα σοβαρό περιστατικό. Αλλά με συνέχεια, πληροφορία, ανάλυση κινδύνου και γρήγορη επέμβαση.
Η συζήτηση, όμως, δεν αφορά μόνο τους τουρίστες. Αφορά και τους Έλληνες πολίτες. Τους κατοίκους των νησιών που βλέπουν κάθε καλοκαίρι τον πληθυσμό τους να πολλαπλασιάζεται. Τους επαγγελματίες που ζουν από τη σεζόν. Τους εργαζόμενους στον τουρισμό. Τους πολίτες της Αθήνας και της περιφέρειας που τους τελευταίους μήνες γίνονται μάρτυρες μικροκλοπών, διαρρήξεων, επιθέσεων και μιας καθημερινής παραβατικότητας που διαβρώνει την εμπιστοσύνη στην ασφάλεια.
Η ασφάλεια του τουρίστα και η ασφάλεια του Έλληνα πολίτη δεν είναι δύο διαφορετικά ζητήματα. Είναι το ίδιο ζήτημα. Ένας καλά φυλασσόμενος τουριστικός προορισμός προστατεύει και τον επισκέπτη και τον κάτοικο. Μια αστυνομία που δρα προληπτικά, συλλέγει πληροφορίες και παρεμβαίνει πριν το έγκλημα οργανωθεί, προστατεύει συνολικά την κοινωνία.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να επιτρέψει σε περιπλανώμενες ομάδες κακοποιών να αντιμετωπίζουν τα νησιά της σαν πεδίο δράσης λίγων ημερών. Δεν μπορεί να επιτρέψει να εμπεδωθεί η εντύπωση ότι η πολυκοσμία της σεζόν λειτουργεί ως κάλυψη για οργανωμένες κλοπές. Και δεν μπορεί να υποτιμήσει τις μικροκλοπές, γιατί αυτές είναι που συχνά δημιουργούν στον πολίτη και στον επισκέπτη την πιο άμεση αίσθηση ανασφάλειας.
Γι’ αυτό ο πόλεμος στους κακοποιούς είναι και πόλεμος υπέρ του ελληνικού τουρισμού. Υπέρ της οικονομίας, υπέρ των επαγγελματιών, υπέρ της διεθνούς εικόνας της χώρας. Αλλά κυρίως υπέρ της καθημερινότητας των ανθρώπων που ζουν εδώ.
Η ασφάλεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση ελευθερίας, ανάπτυξης και κοινωνικής ηρεμίας. Και σε μια χώρα που στηρίζεται τόσο πολύ στον τουρισμό, η προστασία των προορισμών της είναι εθνική ανάγκη.