Τον δρόμο για τη φυλακή πήραν, μετά την ολοκλήρωση των απολογιών τους, οι δύο αστυνομικοί που κατηγορούνται για τον βαρύτατο τραυματισμό ενός 20χρονου κατά τη διάρκεια της αιματηρής καταδίωξης στο Άργος.
Μετά από μια πολύωρη ανακριτική διαδικασία, ανακριτής και εισαγγελέας αποφάσισαν την προσωρινή κράτησή τους. Οι δύο αστυνομικοί βρίσκονται αντιμέτωποι με την κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, την οποία αρνούνται κατηγορηματικά.
Πώς ξεκίνησε η καταδίωξη
Το περιστατικό σημειώθηκε τα ξημερώματα της Τετάρτης 8 Ιουλίου 2026, όταν αστυνομικοί της ΟΠΚΕ Αργολίδας έκαναν σήμα στον 20χρονο οδηγό να σταματήσει για έλεγχο σε περιοχή του Άργους.
Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή της ΕΛ.ΑΣ., ο νεαρός δεν συμμορφώθηκε, ανέπτυξε ταχύτητα και επιχείρησε να διαφύγει οδηγώντας επικίνδυνα. Κατά την καταδίωξη φέρεται να προσπάθησε να εμβολίσει τόσο αστυνομικούς που βρίσκονταν έξω από τα υπηρεσιακά οχήματα όσο και τα περιπολικά που τον ακολουθούσαν.
Ο 20χρονος οδηγούσε το αυτοκίνητο της μητέρας του, ενώ στη διαδρομή εντοπίστηκε ένα πιστόλι τύπου ρέπλικα ή αεροβόλο, το οποίο, σύμφωνα με τις αστυνομικές πληροφορίες, είχε πετάξει από το όχημά του. Η πλευρά της οικογένειας, ωστόσο, αμφισβητεί ότι ο νεαρός είχε μαζί του όπλο.
Ο εγκλωβισμός και οι πυροβολισμοί
Η καταδίωξη, που φέρεται να διήρκεσε περίπου 30 με 35 λεπτά, κατέληξε σε χώρο κοντά σε εγκαταλελειμμένο κτήριο, σε παράδρομο της Εθνικής Οδού Άργους. Το αυτοκίνητο εγκλωβίστηκε από τα περιπολικά και, κατά την αστυνομική εκδοχή, ο 20χρονος εμβόλισε εκ νέου τα υπηρεσιακά οχήματα.
Στη συνέχεια εγκατέλειψε το αυτοκίνητο και προσπάθησε να διαφύγει πεζός, κατευθυνόμενος προς έναν μαντρότοιχο. Τότε δύο αστυνομικοί άνοιξαν πυρ με τα υπηρεσιακά τους όπλα.
Από το σημείο περισυνελέγησαν συνολικά 13 κάλυκες, ενώ ο νεαρός δέχθηκε πυρά στο κεφάλι και τραυματίστηκε βαρύτατα. Μεταφέρθηκε αρχικά στο Νοσοκομείο Άργους και ακολούθως σε νοσοκομείο της Αττικής, όπου νοσηλεύεται σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση.
Τι υποστήριξαν οι αστυνομικοί
Στις απολογίες τους οι δύο κατηγορούμενοι αρνήθηκαν ότι είχαν πρόθεση να σκοτώσουν τον 20χρονο. Σύμφωνα με την υπερασπιστική τους γραμμή, πυροβόλησαν προειδοποιητικά και χωρίς να έχουν σαφή οπτική επαφή μαζί του, προκειμένου να τον αναγκάσουν να σταματήσει.
Ο συνήγορός τους, Πέτρος Κουκούλης, έχει δηλώσει ότι η υπεράσπιση δεν αποδέχεται σε καμία περίπτωση την ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου. Οι αστυνομικοί φέρονται επίσης να επιμένουν ότι οι βολές κατευθύνθηκαν προς τον αέρα και όχι απευθείας προς τον καταδιωκόμενο.
Από τη σύλληψη στην προφυλάκιση
Αμέσως μετά το περιστατικό οι δύο αστυνομικοί συνελήφθησαν στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας. Αρχικά σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για παράβαση της νομοθεσίας περί όπλων και βαριά σωματική βλάβη, ενώ ταυτόχρονα διατάχθηκε πειθαρχική έρευνα από την ΕΛ.ΑΣ.
Κατά την εξέλιξη της εισαγγελικής έρευνας, όμως, το κατηγορητήριο έγινε σαφώς βαρύτερο και οι δύο αστυνομικοί παραπέμφθηκαν να απολογηθούν για απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο.
Έλαβαν διαδοχικές προθεσμίες προκειμένου να μελετήσουν τη δικογραφία και να συγκεντρώσουν τα κρίσιμα στοιχεία. Μετά τις απολογίες τους, οι ισχυρισμοί τους δεν κρίθηκαν αρκετοί ώστε να αφεθούν ελεύθεροι και αποφασίστηκε η προσωρινή κράτησή τους.
Καθοριστικής σημασίας για την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης θα είναι τα αποτελέσματα της βαλλιστικής και της ιατροδικαστικής εξέτασης. Οι ειδικοί καλούνται να εξακριβώσουν ποιο όπλο έριξε τη σφαίρα που τραυμάτισε τον νεαρό, την κατεύθυνση και την απόσταση της βολής, αλλά και αν επρόκειτο για απευθείας πλήγμα ή για εξοστρακισμό.
Μέχρι την οριστική δικαστική κρίση οι δύο αστυνομικοί θεωρούνται αθώοι, όπως προβλέπει το τεκμήριο της αθωότητας.