Δεν έκαιγαν απλώς χαρτί. Προσπαθούσαν να κάψουν ιδέες, γνώσεις, αμφισβητήσεις και, κυρίως, το δικαίωμα του ανθρώπου να σκέφτεται ελεύθερα.
Στις 16 Αυγούστου 1936, μόλις δώδεκα ημέρες μετά την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου από τον Ιωάννη Μεταξά, οργανώθηκαν δημόσιες καύσεις βιβλίων σε κεντρικά σημεία ελληνικών πόλεων. Ήταν μία από τις πιο σκοτεινές και συμβολικές πράξεις του νέου καθεστώτος, το οποίο είχε ήδη καταργήσει τις πολιτικές ελευθερίες, είχε επιβάλει λογοκρισία στον Τύπο και καταδίωκε κάθε αντίθετη φωνή.
Οι πυρές του «εξαγνισμού»
Η πρώτη «πρόβα» είχε πραγματοποιηθεί στις 8 Αυγούστου στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, με πρωτοβουλία ομάδας «εθνικοφρόνων φοιτητών». Στις 16 Αυγούστου, όμως, οι καύσεις πήραν οργανωμένο και πανελλαδικό χαρακτήρα.
Στην Αθήνα βιβλία κάηκαν στα Προπύλαια και μπροστά στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Στον Πειραιά η πυρά στήθηκε στο Πασαλιμάνι, με δημόσια πρόσκληση προς τους νέους να συμμετάσχουν στην «τελετή». Η μεγαλύτερη φιέστα οργανώθηκε δίπλα στον Λευκό Πύργο της Θεσσαλονίκης. Η ελεγχόμενη από το καθεστώς εφημερίδα «Το Φως» προανήγγελλε ότι μια «τεράστια πυρά» θα εξάγνιζε την πόλη από το «μίασμα των ερυθρών εντύπων». Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι περισσότεροι από 445 τίτλοι είχαν περιληφθεί στις λίστες απαγορευμένων βιβλίων.
Η εικόνα δεν ήταν ελληνική πρωτοτυπία. Το καθεστώς Μεταξά αντέγραφε το ναζιστικό παράδειγμα. Τον Μάιο του 1933, φοιτητικές οργανώσεις προσκείμενες στους ναζί είχαν κάψει δεκάδες χιλιάδες «αντιγερμανικά» βιβλία σε περισσότερες από 20 γερμανικές πόλεις, με την πλήρη πολιτική στήριξη του καθεστώτος του Χίτλερ. Μόνο στη μεγάλη πυρά του Βερολίνου καταστράφηκαν περίπου 20.000 τόμοι. Το Μουσείο Μνήμης του Ολοκαυτώματος χαρακτηρίζει αυτές τις τελετές σύμβολο της προσπάθειας των ναζί να υποτάξουν ολόκληρη τη γερμανική κουλτούρα στην ιδεολογία τους.
Όταν ακόμη και ο Σοφοκλής θεωρήθηκε επικίνδυνος
Οι κατάλογοι των απαγορεύσεων και οι μαρτυρίες για τα βιβλία που ρίχτηκαν στις φλόγες δεν ταυτίζονται πάντοτε. Είναι, όμως, ενδεικτικό το εύρος των συγγραφέων που θεωρήθηκαν «επικίνδυνοι»: Γκαίτε, Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, Φρόιντ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Χέμινγουεϊ, Δαρβίνος και φυσικά Καρλ Μαρξ.
Από την πυρά ή τη λογοκρισία δεν γλίτωσαν ούτε κορυφαία έργα της ελληνικής γραμματείας. Η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, ο «Επιτάφιος» του Περικλή όπως τον διέσωσε ο Θουκυδίδης, η «Πολιτεία» του Πλάτωνα και έργα του Ξενοφώντα θεωρήθηκαν ύποπτα, επειδή μπορούσαν να γεννήσουν σκέψεις για την εξουσία, την ελευθερία και την αντίσταση στην κρατική αυθαιρεσία.
Στις σχετικές ιστορικές καταγραφές περιλαμβάνονται επίσης η αντιπολεμική «Ζωή εν Τάφω» του Στράτη Μυριβήλη και ακόμη και «Τα Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου, ένα σχολικό βιβλίο που είχε αγαπηθεί από γενιές παιδιών. Η έρευνα για την περίοδο δείχνει πόσο αυθαίρετα το καθεστώς διεύρυνε την έννοια του «κομμουνιστικού» και του «αντεθνικού» εντύπου.
Η ταινία που θυμόμαστε: «Φαρενάιτ 451»
Η ιστορία θυμίζει έντονα το «Φαρενάιτ 451», το δυστοπικό μυθιστόρημα που έγραψε ο Ρέι Μπράντμπερι το 1953 και μετέφερε στον κινηματογράφο το 1966 ο Φρανσουά Τριφό.
Στον εφιαλτικό κόσμο του έργου, τα βιβλία έχουν απαγορευτεί και οι «πυροσβέστες» δεν σβήνουν φωτιές. Εντοπίζουν τα κρυμμένα βιβλία και τα καίνε. Ο τίτλος παραπέμπει στους 451 βαθμούς Φαρενάιτ, περίπου 233 βαθμούς Κελσίου, θερμοκρασία που παρουσιάζεται ως το σημείο ανάφλεξης του χαρτιού.
Ο πυροσβέστης Γκάι Μόνταγκ αρχίζει κάποια στιγμή να διαβάζει κρυφά τα βιβλία που καλείται να καταστρέψει και συνειδητοποιεί ότι το καθεστώς δεν φοβάται το χαρτί αλλά όσα μπορεί να ξυπνήσει μέσα στον άνθρωπο. Στο τέλος, οι διωκόμενοι «άνθρωποι-βιβλία» απομνημονεύουν ολόκληρα έργα, ώστε να τα διασώσουν ακόμη κι αν εξαφανιστεί και το τελευταίο αντίτυπο. Η ταινία του Τριφό παραμένει μία από τις ισχυρότερες κινηματογραφικές καταγγελίες της λογοκρισίας.
Πότε εμφανίστηκε το πρώτο βιβλίο
Δεν υπάρχει μία μοναδική ημερομηνία γέννησης του βιβλίου. Πριν αποκτήσει τη σημερινή μορφή του, η ανθρώπινη γνώση χαρασσόταν σε πήλινες πινακίδες και γραφόταν σε παπύρους. Η μορφή του κώδικα, δηλαδή των φύλλων που ήταν δεμένα στη μία πλευρά και ξεφυλλίζονταν όπως τα σημερινά βιβλία, άρχισε να διαδίδεται από τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες.
Το αρχαιότερο σωζόμενο, χρονολογημένο τυπωμένο βιβλίο είναι η κινεζική «Σούτρα του Διαμαντιού», ένα βουδιστικό κείμενο που τυπώθηκε με ξυλογραφικές πλάκες το 868 μ.Χ., σύμφωνα με τη Βρετανική Βιβλιοθήκη.
Στην Ευρώπη η μεγάλη επανάσταση ήρθε γύρω στο 1455-1456 με τη Βίβλο του Ιωάννη Γουτεμβέργιου, το πρώτο μεγάλο βιβλίο που τυπώθηκε στη Δύση με κινητά μεταλλικά στοιχεία. Η εφεύρεση επέτρεψε τη μαζική και φθηνότερη αναπαραγωγή της γνώσης, αλλάζοντας για πάντα την εκπαίδευση και τον πολιτισμό. Η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου διαθέτει ένα από τα μόλις τρία πλήρη σωζόμενα αντίτυπα σε περγαμηνή.
Το πρώτο χρονολογημένο βιβλίο τυπωμένο εξ ολοκλήρου στα ελληνικά ήταν η «Επιτομή των οκτώ του λόγου μερών», μία γραμματική του Κωνσταντίνου Λάσκαρη, που εκδόθηκε στο Μιλάνο το 1476.
Το Διαδίκτυο άλλαξε το βιβλίο, αλλά δεν το εξαφάνισε
Δεν υπάρχει επίσης μία συγκεκριμένη χρονιά κατά την οποία οι πωλήσεις των βιβλίων άρχισαν να πέφτουν «εξαιτίας του Διαδικτύου». Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 το Διαδίκτυο άρχισε να αλλάζει τον τρόπο αγοράς, ενημέρωσης και ψυχαγωγίας. Η μετάβαση επιταχύνθηκε μετά το 2007, με την εξάπλωση των ηλεκτρονικών βιβλίων, των έξυπνων συσκευών και αργότερα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Το Διαδίκτυο, όμως, δεν λειτούργησε μόνο ανταγωνιστικά. Δημιούργησε ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία, έδωσε πρόσβαση σε σπάνιους τίτλους και επέτρεψε σε μικρούς εκδότες και συγγραφείς να βρουν αναγνώστες σε ολόκληρο τον κόσμο.
Στην Ελλάδα η μεγάλη υποχώρηση καταγράφηκε μετά το 2009 και συνδέθηκε κυρίως με την οικονομική κρίση. Το 2010 η αξία της εγχώριας αγοράς βιβλίου μειώθηκε κατά 6,7% σε σχέση με το 2009, ενώ σε δείγμα 30 εκδοτικών επιχειρήσεων οι πωλήσεις υποχώρησαν κατά 8,9%. Παράλληλα μειώθηκαν και οι νέοι τίτλοι. Τα στοιχεία της εποχής αποδίδουν την πτώση πρωτίστως στην ύφεση και στη συρρίκνωση του εισοδήματος, μαζί βεβαίως με την τεχνολογική αλλαγή και τον ανταγωνισμό άλλων μορφών ψυχαγωγίας.
Και όμως, το έντυπο βιβλίο άντεξε. Το 2024 αντιπροσώπευε ακόμη το 82,9% του συνολικού ευρωπαϊκού εκδοτικού τζίρου. Η αγορά έφθασε ονομαστικά τα 24,9 δισεκατομμύρια ευρώ, αν και σε πραγματικές τιμές, μετά τον πληθωρισμό, παρέμενε χαμηλότερα από το 2007. Τα ευρωπαϊκά στοιχεία αποδεικνύουν ότι το βιβλίο μεταμορφώθηκε, αλλά δεν ηττήθηκε από την οθόνη.
Ο πολύτιμος σύντροφος που δεν αντικαθίσταται
Το βιβλίο υπήρξε και παραμένει ένας από τους πολυτιμότερους συντρόφους του ανθρώπου. Εργαλείο παιδείας και μάθησης, πηγή ενημέρωσης, παράθυρο σε άλλους πολιτισμούς, αλλά και καταφύγιο ψυχαγωγίας, φαντασίας και προσωπικής ηρεμίας.
Το Διαδίκτυο μπορεί να μας δώσει γρήγορα μια απάντηση. Το βιβλίο, όμως, μας μαθαίνει να διατυπώνουμε καλύτερα τις ερωτήσεις. Μας ζητά χρόνο, συγκέντρωση και διάλογο με τον συγγραφέα. Καλλιεργεί τη γλώσσα, τη μνήμη, την κρίση και την ενσυναίσθηση. Και γι’ αυτό ακριβώς τα αυταρχικά καθεστώτα το φοβούνται.
Περισσότερο από έναν αιώνα πριν από τις ναζιστικές πυρές και τη δικτατορία Μεταξά, ο Γερμανός ποιητής Χάινριχ Χάινε είχε προειδοποιήσει:
«Εκεί όπου καίνε βιβλία, στο τέλος θα κάψουν και ανθρώπους».
Η Ιστορία απέδειξε με τον πιο τραγικό τρόπο πόσο δίκιο είχε.