Η Διεθνής Ημέρα Ενημέρωσης για την Απώλεια και τη Σπατάλη Φαγητού, που τιμάται κάθε χρόνο στις 29 Σεπτεμβρίου, καθιερώθηκε με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ τον Δεκέμβριο του 2019 και γιορτάστηκε για πρώτη φορά το 2020.
Στόχος της είναι να κινητοποιήσει πολίτες, επιχειρήσεις, οργανισμούς και κυβερνήσεις για ένα πρόβλημα που έχει ταυτόχρονα κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις.
Η αντιμετώπιση αρχίζει ακόμη και από απλές καθημερινές κινήσεις: να αγοράζουμε όσα πραγματικά χρειαζόμαστε, να αποθηκεύουμε σωστά τα τρόφιμα, να αξιοποιούμε τα περισσεύματα και να μη θεωρούμε αυτομάτως άχρηστο ένα προϊόν επειδή δεν έχει την «τέλεια» εμφάνιση.
Τεράστιες ποσότητες τροφίμων στα σκουπίδια
Τα στοιχεία που παραθέτει το WWF, αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος: περίπου ένα στα τρία τρόφιμα παγκοσμίως κατέληγε στη σπατάλη, ποσότητα που υπολογιζόταν σε περίπου 1,3 δισεκατομμύρια τόνους.
Περίπου το 30% των παραγόμενων φρούτων και λαχανικών απορρίπτεται μεταξύ άλλων για λόγους εμφάνισης, ενώ τεράστιες γεωργικές εκτάσεις χρησιμοποιούνται ουσιαστικά για την παραγωγή τροφίμων που δεν καταναλώνονται ποτέ.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το φαγητό που χάνεται. Μαζί του σπαταλώνται νερό, ενέργεια, καύσιμα, ανθρώπινη εργασία και γεωργική γη, ενώ η παραγωγή και στη συνέχεια η διαχείριση των απορριμμάτων επιβαρύνουν το περιβάλλον και το κλίμα.
Η νεότερη εικόνα στην Ευρωπαϊκή Ενωση
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2023 στην Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργήθηκαν περίπου 58,2 εκατομμύρια τόνοι αποβλήτων τροφίμων, δηλαδή περίπου 130 κιλά ανά κάτοικο.
Περισσότερο από το μισό –το 53%– προήλθε από τα νοικοκυριά, που αντιστοιχούν σε περίπου 69 κιλά ανά Ευρωπαίο. Η βιομηχανία τροφίμων και ποτών αντιστοιχούσε σε 24 κιλά ανά κάτοικο, η εστίαση σε 14 κιλά, η πρωτογενής παραγωγή σε 12 κιλά και το λιανικό εμπόριο και η διανομή σε περίπου 10 κιλά.
Επομένως, ένα μεγάλο μέρος της λύσης βρίσκεται μέσα στο ίδιο μας το σπίτι.
Και η ελλάδα; Περίπου 200 κιλά ανά κάτοικο
Παλαιότερα δημοσίευματα σημείωναν ότι η Ελλάδα δεν διέθετε επαρκή στοιχεία για το πραγματικό μέγεθος της σπατάλης τροφίμων. Αυτό πλέον έχει αλλάξει. Τα νεότερα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η χώρα μας βρίσκεται στις υψηλότερες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για το 2023 η σπατάλη τροφίμων στην Ελλάδα υπολογίζεται περίπου στα 201 κιλά ανά κάτοικο, σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 130 κιλών.
Ήδη για το 2020 είχαν καταγραφεί περίπου 2,05 εκατομμύρια τόνοι αποβλήτων τροφίμων, ή περίπου 191 κιλά ανά κάτοικο. Στοιχεία για το 2022 εμφάνιζαν την Ελλάδα επίσης πολύ ψηλά στην Ε.Ε., με περίπου 196 κιλά ανά κάτοικο.
Με άλλα λόγια, η εικόνα που προκύπτει από τις διαδοχικές μετρήσεις είναι σαφής: η Ελλάδα κινείται κοντά στα 200 κιλά αποβλήτων τροφίμων ανά κάτοικο τον χρόνο.
Τί πετάμε από τα σπίτια μας
Το μεγαλύτερο πρόβλημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο εντοπίζεται στα νοικοκυριά. Φαγητό που μαγειρεύτηκε περισσότερο από όσο χρειαζόταν, ψωμί, φρούτα και λαχανικά, προϊόντα που ξεχάστηκαν στο ψυγείο ή στο ντουλάπι και τρόφιμα που απορρίπτονται επειδή ο καταναλωτής μπερδεύει τις ενδείξεις ημερομηνίας αποτελούν μέρος μιας τεράστιας καθημερινής σπατάλης.
Χρειάζεται, πάντως, μία σημαντική διευκρίνιση: οι ευρωπαϊκές στατιστικές για τα «απόβλητα τροφίμων» περιλαμβάνουν τόσο βρώσιμα όσο και μη βρώσιμα μέρη των τροφίμων. Επομένως, τα περίπου 200 κιλά ανά Έλληνα δεν σημαίνουν ότι κάθε πολίτης πετά 200 κιλά απολύτως βρώσιμου φαγητού.
Ο στόχος για το 2030
Η μείωση της σπατάλης αποτελεί μέρος των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ. Ο στόχος προβλέπει δραστικό περιορισμό της σπατάλης τροφίμων έως το 2030, ιδιαίτερα σε επίπεδο λιανικής και καταναλωτών.
Και το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν από τη μία πλευρά υπάρχουν τόνοι τροφίμων που καταλήγουν στους κάδους και από την άλλη οικογένειες που δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και βασικές διατροφικές ανάγκες.
Η σπατάλη τροφίμων δεν είναι λοιπόν απλώς θέμα κακής διαχείρισης του ψυγείου μας. Είναι οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό πρόβλημα.
Και οι αριθμοί για την Ελλάδα δείχνουν ότι έχουμε πολύ δρόμο ακόμη μπροστά μας.
Πηγές