Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στέκια των Εξαρχείων αποχαιρέτησαν το βράδυ του Σαββάτου δεκάδες Αθηναίοι, καθώς η «Μουριά» έκλεισε οριστικά μετά από 111 χρόνια λειτουργίας. Το ιστορικό καφενείο στη γωνία της Καλλιδρομίου με τη Χαριλάου Τρικούπη γέμισε από ανθρώπους που θέλησαν να βρεθούν για τελευταία φορά στον χώρο όπου είχαν περάσει αμέτρητες ώρες, συζητώντας, πίνοντας καφέ και συναντώντας φίλους.
Το αποχαιρετιστήριο γλέντι ξεκίνησε το απόγευμα του Σαββάτου (31/10), με κόσμο να συγκεντρώνεται τόσο στο εσωτερικό του καφενείου όσο και έξω από αυτό. Τραγούδια, μουσική και συζητήσεις έδωσαν τον τόνο της βραδιάς, ενώ παλιοί θαμώνες και κάτοικοι της περιοχής μοιράστηκαν αναμνήσεις από τις δεκαετίες κατά τις οποίες η «Μουριά» αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας στα Εξάρχεια.
Ένα καφενείο που έγινε κομμάτι της ιστορίας των Εξαρχείων
Η «Μουριά» άνοιξε το 1915 και για περισσότερα από 110 χρόνια αποτέλεσε σημείο συνάντησης ανθρώπων από διαφορετικές γενιές και χώρους. Από τα τραπέζια της πέρασαν συγγραφείς, καλλιτέχνες, ποιητές, πολιτικοί, δικηγόροι και γιατροί, αλλά και κάτοικοι της γειτονιάς που είχαν εντάξει το καφενείο στην καθημερινή τους διαδρομή.
Τα τελευταία 44 χρόνια τη λειτουργία του είχε αναλάβει ο Χρήστος Βανάς, ο οποίος διατήρησε τον παραδοσιακό χαρακτήρα του χώρου. Όπως περιέγραψε η κόρη του, Αρετή, στον Guardian, ο πατέρας της άνοιγε καθημερινά στις 7 το πρωί, ενώ τα Σάββατα βρισκόταν εκεί ήδη από τις 5, σερβίροντας τσίπουρο και άλλα ποτά στους εμπόρους και τους παραγωγούς της λαϊκής αγοράς της Καλλιδρομίου.
Για τους ανθρώπους που το επισκέπτονταν συστηματικά, η «Μουριά» δεν ήταν απλώς ένα καφενείο. Ο συνταξιούχος δικηγόρος Νώντας Παπαγιάννης, ο οποίος πήγαινε εκεί σχεδόν καθημερινά επί 20 χρόνια, είχε περιγράψει στον Guardian την απώλεια με τη φράση: «Θα είναι σαν να πέθανε ένας φίλος».
Οι 7.500 υπογραφές που δεν απέτρεψαν το λουκέτο
Η προοπτική να κλείσει το ιστορικό καφενείο είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις ήδη από την περασμένη άνοιξη, όταν έγινε γνωστό ότι δεν θα ανανεωνόταν η μίσθωση του ακινήτου. Κάτοικοι, θαμώνες και άνθρωποι που συνδέονταν με τη «Μουριά» κινητοποιήθηκαν, ζητώντας να προστατευθεί ο χώρος και να συνεχίσει τη λειτουργία του.
Στο πλαίσιο της εκστρατείας συγκεντρώθηκαν περισσότερες από 7.500 υπογραφές, με αίτημα προς το υπουργείο Πολιτισμού να αναγνωριστεί το καφενείο ως στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς. Όπως ανέφερε ο Guardian, παρά την κινητοποίηση, το υπουργείο δεν παρενέβη ώστε να αποτραπεί το κλείσιμο.
Το ζήτημα είχε απασχολήσει και το Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας, το οποίο είχε στηρίξει ομόφωνα την προσπάθεια διάσωσης. Ωστόσο, η ανανέωση της μίσθωσης δεν προχώρησε και η επιχείρηση αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το ακίνητο. Ο Χρήστος Βανάς είχε δηλώσει στο «Έθνος» ότι η αποχώρηση γινόταν με δικαστική απόφαση και πως δεν είχε βρεθεί νέος χώρος για να μεταφερθεί η «Μουριά».
«Το τελευταίο οχυρό» σε μια γειτονιά που αλλάζει
Το κλείσιμο του καφενείου έγινε θέμα στον βρετανικό Guardian, ο οποίος δημοσίευσε εκτενές αφιέρωμα με τίτλο «Το τελευταίο οχυρό», συνδέοντας την απώλειά του με τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνται τα τελευταία χρόνια στα Εξάρχεια.
Η αύξηση του τουρισμού, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, τα νέα καταστήματα και η μετατροπή παλαιών κτιρίων σε τουριστικά καταλύματα έχουν αλλάξει αισθητά την εικόνα της περιοχής. Η Αρετή Βανά περιέγραψε στον Guardian την προσπάθεια της οικογένειας να διατηρήσει τον χαρακτήρα του καφενείου, χωρίς να ακολουθήσει τις νέες τάσεις της εστίασης.
«Ήμασταν σαν το τελευταίο οχυρό εδώ», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι η «Μουριά» δεν άλλαξε το μενού ούτε αύξησε τις τιμές της για να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της τουριστικής αγοράς.
Το Σάββατο, οι άνθρωποι που πέρασαν από την Καλλιδρομίου είχαν την ευκαιρία να αποχαιρετήσουν για τελευταία φορά έναν χώρο που είχε συνδεθεί με τις προσωπικές τους ιστορίες και τη συλλογική μνήμη της γειτονιάς. Μετά από 111 χρόνια, τα τραπέζια άδειασαν και οι πόρτες του ιστορικού καφενείου έκλεισαν, αφήνοντας πίσω ένα σημαντικό κομμάτι της παλιάς Αθήνας.