Από το 1998 ο Ευστάθιος Κολλάς είχε θέσει το ερώτημα: μήπως η παραδοσιακή αμφίεση δημιουργεί απόσταση ανάμεσα στον κληρικό και ιδιαίτερα στους νέους;
Υπάρχει ένα παλιό και σοφό γνωμικό: «Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά». Και ίσως μέσα σε αυτές τις λίγες λέξεις βρίσκεται ολόκληρη η ουσία της συζήτησης.
Και πράγματι, σαν σήμερα 2 Οκτωβρίου 1998 ο τότε πρόεδρος του Ιερού Συνδέσμου Κληρικών Ελλάδος, Ευστάθιος Κολλάς, είχε τολμήσει να ανοίξει το θέμα της αμφίεσης των ιερέων, υποστηρίζοντας ότι τα ράσα ενδεχομένως να απωθούν τους νέους. Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, αναρωτιέμαι: γιατί να μην το συζητήσουμε ψύχραιμα;
Σε άλλες χριστιανικές Εκκλησίες και ομολογίες οι κληρικοί δεν κυκλοφορούν υποχρεωτικά στην καθημερινότητά τους με την ιερατική τους αμφίεση. Έχω ταξιδέψει σε όλο το δυτικό κόσμο και δεν έχω δει στο δρόμο να κυκλοφορεί ιερέας χριστιανός άλλου δόγματος με τα ιερατικά του ρούχα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πιστοί τους σέβονται λιγότερο.
Άλλωστε και ο ορθόδοξος κληρικός, υπό συγκεκριμένες συνθήκες και ανάλογα με τους εκκλησιαστικούς κανόνες που ισχύουν, μπορεί να εμφανιστεί με πολιτική αμφίεση εκτός του καθαρά λειτουργικού χώρου. Αυτό μπορεί να συμβαίνει όταν ταξιδεύει στο εξωτερικό. Και πάλι κατά περίπτωση, επαναλαμβάνω.
Έχουμε και το παράδειγμα με τους ιερείς του Φαναρίου. Με εξαίρεση τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Βεβαίως εκεί είναι οι συνθήκες του περιβάλλοντος, της Τουρκίας που το επιβάλλουν, αλλά όμως κυκλοφορούν με πολιτικά ακόμα και οι Μητροπολίτες με σκούρο κουστούμι άσπρο πουκάμισο μαύρη γράμματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι σεβαστοί.
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το ουσιαστικό ερώτημα.
Σεβόμαστε έναν ιερέα επειδή φοράει ράσο ή επειδή ζει και υπηρετεί την ιεροσύνη του;
Ο ιερέας που στέκεται δίπλα στον φτωχό, στον άρρωστο, στον ηλικιωμένο, στον νέο που ψάχνει έναν άνθρωπο να του μιλήσει, δεν χρειάζεται ένα ένδυμα για να αποδείξει ποιος είναι.
Το ράσο είναι παράδοση και σύμβολο, ασφαλώς σεβαστό. Αλλά η πίστη δεν μπορεί να εξαρτάται από το ύφασμα στην καθημερινότητα ενός ιερέα εκτός εκκλησιαστικού χώρου, όταν κινείται ανάμεσα στον κόσμο, ακόμα και σ’ ένα σουπερμάρκετ που θα πάει να πάρει τα αναγκαία για το σπίτι του.
Ίσως, λοιπόν, αντί να φοβόμαστε τη συζήτηση, πρέπει να την ανοίξουμε.
Γιατί τελικά τον παπά δεν τον κάνουν τα ράσα. Τον κάνει η ιεροσύνη του.