Ai Key Takeaways

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σας δώσει μια γρήγορη εικόνα των βασικών σημείων του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες ή παραλείψεις. Για την πλήρη ενημέρωση, διαβάστε ολόκληρο το άρθρο.

  • Εκατοντάδες εργαζόμενοι της Pizza Fan βρίσκονται σε καθεστώς αβεβαιότητας και αναμονής καταβολής των δεδουλευμένων τους, μετά το κλείσιμο των καταστημάτων λόγω αστυνομικής επιχείρησης για φοροδιαφυγή.
  • Σύμφωνα με τον εργατολόγο Γιάννη Καρούζο, το σφράγισμα της επιχείρησης δεν διακόπτει αυτόματα τις συμβάσεις εργασίας, ενώ οι εργοδότες παραμένουν υπόχρεοι για την καταβολή μισθών.
  • Το νομοθετικό πλαίσιο για τους πληροφοριοδότες δημοσίου συμφέροντος παρέχει σημαντική προστασία στους εργαζομένους έναντι αντιποίνων, εφόσον οι καταγγελίες τους αφορούν συγκεκριμένες παραβάσεις και βασίζονται σε αληθή στοιχεία.
  • Η νομική προστασία των εργαζομένων εξαρτάται από το είδος της σύμβασης και την αιτία αδυναμίας λειτουργίας της επιχείρησης, καθώς η αυθαίρετη διακοπή μισθοδοσίας δεν αποτελεί νόμιμη πρακτική.
Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Χωρίς εργασία και με τα δεδουλευμένα τους σε εκκρεμότητα βρίσκονται εκατοντάδες εργαζόμενοι της Pizza Fan, μετά την αστυνομική επιχείρηση για την υπόθεση φοροδιαφυγής μέσω παραποιημένου λογισμικού. Τα καταστήματα της αλυσίδας παραμένουν κλειστά, ενώ διανομείς, ψήστες και εργαζόμενοι στις κουζίνες αναζητούν απαντήσεις για το επαγγελματικό τους μέλλον.

Οι εργαζόμενοι περιγράφουν ότι δεν έλαβαν επίσημη ενημέρωση για όσα συνέβαιναν, με αρκετούς να πληροφορούνται τις εξελίξεις από την τηλεόραση και το διαδίκτυο. Την ίδια ώρα, οι κακουργηματικές διώξεις που ασκήθηκαν στο πλαίσιο της υπόθεσης έχουν εντείνει την ανησυχία τους για το ενδεχόμενο να μη λειτουργήσουν ξανά τα καταστήματα.

Advertisement
Advertisement

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση αβεβαιότητας, ο γνωστός δικηγόρος – εργατολόγος Γιάννης Καρούζος αναλύει το πλαίσιο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που διέπουν τη θέση των εργαζομένων, αποσαφηνίζοντας τι ισχύει νομικά γύρω από τις συμβάσεις εργασίας, την καταβολή των μισθών και τις καταγγελίες.

Όπως επισημαίνει ο κ. Καρούζος, όσο η επιχείρηση και τα καταστήματα παραμένουν κλειστά για λόγους που αφορούν στην ίδια την επιχείρηση και στα υποκαταστήματα, η εργασιακή σύμβαση των εργαζομένων συνεχίζεται και οφείλονται μισθοί ακόμα και εάν οι εργαζόμενοι δεν παρέχουν εργασία. Αν, δε, προκύψει, φορολογικό σφράγισμα, κατά κανόνα, δεν παύει από μόνο του τις συμβάσεις εργασίας ούτε καταργεί την υποχρέωση καταβολής μισθού. Το κρίσιμο νομικό σημείο είναι αν η αδυναμία λειτουργίας οφείλεται σε λόγο που αφορά τον εργοδότη ή σε πραγματική ανωτέρα βία. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, το άρθρο 656 ΑΚ προβλέπει ρητά ότι, αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη για λόγους που αφορούν τον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει κανονικά τον μισθό του, μια αρχή που έχει επαναλάβει και ο Άρειος Πάγος στην απόφαση ΑΠ 855/2020. Επομένως, αν το σφράγισμα επιβλήθηκε λόγω φορολογικών παραβάσεων της ίδιας της επιχείρησης, υπάρχει ισχυρή νομική βάση να θεωρηθεί ότι πρόκειται για κώλυμα που αφορά αποκλειστικά τον εργοδότη και όχι για ανωτέρα βία που τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής μισθών. Η τελική κρίση, ωστόσο, εξαρτάται από την αιτία και τους όρους της συγκεκριμένης πράξης σφράγισης, τη διάρκειά της και το αν οι εργαζόμενοι ήταν αποδεδειγμένα διαθέσιμοι να εργαστούν.

Αναφερόμενος στη νόμιμη λύση των συμβάσεων, ο κ. Καρούζος υπογραμμίζει ότι το σφράγισμα δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με απόλυση ή αναστολή των συμβάσεων εργασίας. Στην περίπτωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η πρόωρη λύση τους εξετάζεται χωριστά και αυστηρά με βάση τον «σπουδαίο λόγο» του άρθρου 672 ΑΚ, καθώς η απλή διακοπή λειτουργίας δεν λύνει αυτομάτως κάθε σύμβαση. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο εργατολόγος, όταν η πρόωρη καταγγελία σύμβασης ορισμένου χρόνου γίνεται χωρίς σπουδαίο λόγο, δεν παράγει κανένα απολύτως αποτέλεσμα και μπορεί να συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής αποδοχών μέχρι τη συμφωνημένη λήξη. Συνεπώς, ο εργοδότης δεν μπορεί απλώς να ανακοινώνει αυθαίρετα ότι «η επιχείρηση σφραγίστηκε, άρα σταματούν οι μισθοί», καθώς απαιτείται να εξεταστεί εξονυχιστικά το έγγραφο της φορολογικής αρχής και το ατομικό εργασιακό καθεστώς κάθε εργαζομένου, με καθοριστικούς παράγοντες την αιτία και τη διάρκεια του σφραγίσματος, καθώς και το είδος της σύμβασης.

Συνεχίζοντας την ανάλυσή του, ο κ. Καρούζος εστιάζει και στις κρίσιμες διατάξεις του ν. 4990/2022 (whistleblowing) που αφορούν την προστασία εργαζομένων σε περιπτώσεις αναφορών ή καταγγελιών παραβάσεων εντός της εργασίας kai popt τελικά ως νομοθέτημα είναι επίκαιρο στην εφαρμογή του. Σύμφωνα με τον δικηγόρο, το νομοθετικό πλαίσιο καλύπτει ευρύτατα τους ενεργούς εργαζομένους, τους πρώην εργαζομένους, τους υποψηφίους πριν από την πρόσληψη, τους αυτοαπασχολουμένους, καθώς και τα πρόσωπα που εργάζονται μέσω εργολάβου ή προμηθευτή. Ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να απευθυνθεί πρώτα εσωτερικά στην εταιρεία, αλλά μπορεί είτε να χρησιμοποιήσει τον εσωτερικό δίαυλο είτε να υποβάλει απευθείας εξωτερική αναφορά στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, ενώ η δημόσια αποκάλυψη στα μέσα ενημέρωσης ή στα κοινωνικά δίκτυα προστατεύεται μόνο υπό αυστηρές και ειδικές προϋποθέσεις. Επιπλέον, ο εργαζόμενος διατηρεί το δικαίωμα να υποβάλει ανώνυμη αναφορά, και αν αργότερα ταυτοποιηθεί και υποστεί αντίποινα, προστατεύεται από τον νόμο, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, με την ταυτότητά του να προστατεύεται ως απόλυτα εμπιστευτική.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο κ. Καρούζος στις εγγυήσεις κατά των αντιποίνων, τονίζοντας ότι απαγορεύονται ρητά ενέργειες όπως η απόλυση, ο υποβιβασμός, η μείωση μισθού, η αλλαγή ωραρίου ή καθηκόντων, ο εκφοβισμός, η παρενόχληση και η δυσμενής αξιολόγηση. Μια απόλυση που αποτελεί αντίποινο είναι απολύτως άκυρη, ενώ αν ο εργαζόμενος αποδείξει ότι υπέβαλε αναφορά και υπέστη βλάβη, τεκμαίρεται νομικά ότι η βλάβη συνδέεται άμεσα με την αναφορά, αφήνοντας στον εργοδότη το βάρος να αποδείξει το αντίθετο.Ωστόσο, ο κ. Καρούζος θέτει σαφή όρια και υποχρεώσεις για τον εργαζόμενο, επισημαίνοντας ότι ο ν. 4990/2022 δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση σε κάθε εργαζόμενο να καταγγέλλει παραβάσεις, αλλά θεσπίζει κυρίως δικαίωμα αναφοράς και προστασίας, εκτός εάν ειδική υποχρέωση προκύπτει από άλλη διάταξη ή από τα ειδικά καθήκοντα της θέσης του. Για να τύχει της προστασίας του νόμου, ο εργαζόμενος πρέπει κατά την αναφορά να έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι οι πληροφορίες είναι αληθείς και αφορούν ζήτημα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, όπως ζητήματα δημοσίων συμβάσεων, περιβάλλοντος, ασφάλειας προϊόντων, προστασίας καταναλωτή, προσωπικών δεδομένων, οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και αδικημάτων δωροδοκίας. Ο κ. Καρούζος διευκρινίζει ότι δεν υπάγεται αυτομάτως κάθε εργασιακή διαφωνία ή κάθε γενική φορολογική παράβαση στον ν. 4990/2022, ενώ τονίζει πως απαγορεύεται αυστηρά η εν γνώσει υποβολή ψευδούς αναφοράς, για την οποία ο νόμος προβλέπει βαριές ποινικές κυρώσεις, όπως ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή.

Πρακτικά, καταλήγει ο εργατολόγος, συνιστάται η ακριβής περιγραφή συγκεκριμένων περιστατικών, ημερομηνιών και στοιχείων μέσω των προβλεπόμενων διαύλων, αποφεύγοντας την άσκοπη κοινοποίηση προσωπικών δεδομένων ή εμπιστευτικών εγγράφων σε τρίτους, καθώς η προστασία δεν επεκτείνεται σε τυχόν αυτοτελή ποινικά αδικήματα κατά την πρόσβαση ή την απόκτηση των πληροφοριών.

Πηγή: Dikastiko.gr