Στην Αθήνα υπάρχουν κτίρια που τα προσπερνάμε καθημερινά χωρίς να γνωρίζουμε τις ιστορίες που κρύβουν. Και υπάρχουν κι εκείνα που καταφέρνουν να γίνουν κάτι περισσότερο από αρχιτεκτονικά σημεία αναφοράς: να αποκτήσουν τη δική τους μυθολογία, να εμπνεύσουν καλλιτέχνες και να διατηρήσουν ζωντανή τη μνήμη μιας πόλης που αλλάζει διαρκώς.
Στην οδό Αγίων Ασωμάτων, εκεί όπου συναντιούνται η συνοικία του Ψυρρή, ο Κεραμεικός και το Θησείο, ένα μικρό νεοκλασικό σπίτι έχει καταφέρει να κερδίσει μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία της Αθήνας. Στον αριθμό 45, δύο λευκές γυναικείες μορφές με σταυρωμένα χέρια στηρίζουν τον εξώστη του πρώτου ορόφου και κοιτούν σιωπηλά τους περαστικούς.
Είναι οι Καρυάτιδες της Αγίων Ασωμάτων. Το σπίτι τους έγινε αντικείμενο ενός επίμονου αστικού θρύλου, αποτυπώθηκε σε έργα του Γιάννη Τσαρούχη και απαθανατίστηκε από τον σπουδαίο Γάλλο φωτογράφο Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν. Πίσω από τη φήμη του, όμως, κρύβεται μια ιστορία πολύ διαφορετική από εκείνη που αφηγούνταν για δεκαετίες οι κάτοικοι της γειτονιάς.
Ένα νεοκλασικό σπίτι που ξεχωρίζει από μακριά
Το κτίριο χρονολογείται στα τέλη του 19ου αιώνα και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της αθηναϊκής λαϊκής νεοκλασικής αρχιτεκτονικής. Δεν πρόκειται για κάποιο μεγαλοπρεπές αρχοντικό, αλλά για μια σχετικά μικρή κατοικία, σχεδιασμένη για να στεγάσει μια οικογένεια σε μια εποχή που η περιοχή διατηρούσε ακόμη τον χαρακτήρα της παλιάς Αθήνας.
Η ιστορία του συνδέεται με τον γλύπτη Ιωάννη Καρακατσάνη (1857-1906), ο οποίος καταγόταν από την Αίγινα και είχε μαθητεύσει δίπλα στον γλύπτη Λεωνίδα Δρόση. Ο Καρακατσάνης είχε φιλοτεχνήσει προτομές σημαντικών μορφών της Ελληνικής Επανάστασης, ενώ το σπίτι στην οδό Αγίων Ασωμάτων αποτέλεσε το προσωπικό του αρχιτεκτονικό αποτύπωμα στην πόλη.
Η ακριβής πατρότητα του κτιρίου δεν θεωρείται απολύτως εξακριβωμένη. Έχει διατυπωθεί η εκτίμηση ότι μπορεί να σχεδιάστηκε από τον Ερνέστο Τσίλλερ ή από κάποιον τεχνίτη που είχε επηρεαστεί από το έργο του. Εκείνο, πάντως, που φέρει ξεκάθαρα την προσωπική σφραγίδα του Καρακατσάνη είναι οι δύο γλυπτές μορφές που κοσμούν την πρόσοψη.
Οι δύο Καρυάτιδες διαφέρουν αισθητά από τις αρχαίες μορφές που γνωρίζουμε από το Ερέχθειο της Ακρόπολης. Αντί να έχουν τα χέρια τους ελεύθερα, τα κρατούν σταυρωμένα μπροστά στο σώμα τους. Τα πόδια τους δεν αποδίδονται με τον συνηθισμένο τρόπο, καθώς οι μορφές καταλήγουν σε τετράγωνες βάσεις που ενσωματώνονται στην αρχιτεκτονική του εξώστη.
Αυτή η ιδιαιτερότητα είναι που τις κάνει να μοιάζουν σχεδόν ζωντανές, σαν δύο γυναίκες που στέκονται στο μπαλκόνι και παρατηρούν την κίνηση του δρόμου.
Οι γυναίκες πίσω από τις πέτρινες μορφές
Ποια ήταν, όμως, τα πρόσωπα που ενέπνευσαν τον γλύπτη;
Η απάντηση είναι πολύ πιο καθημερινή και ανθρώπινη από τον θρύλο που δημιουργήθηκε αργότερα. Σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές, μοντέλα για τις δύο Καρυάτιδες ήταν η σύζυγος του Καρακατσάνη, Ξανθή, και η αδελφή της, Ευδοξία.
Οι δύο γυναίκες δεν ήταν οι τραγικές φιγούρες μιας οικογενειακής ιστορίας, όπως ήθελε η δημοφιλής αφήγηση. Ήταν πρόσωπα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του γλύπτη, τα οποία εκείνος επέλεξε να απαθανατίσει με έναν ασυνήθιστο τρόπο, δίνοντάς τους μια θέση που έμελλε να ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της ιδιωτικής του ζωής.
Η πραγματική ιστορία τους καταγράφεται σε δημοσιεύματα που βασίζονται σε ιστορικές πληροφορίες για την οικογένεια Καρακατσάνη. Οι δύο γυναίκες έζησαν για δεκαετίες μετά τον θάνατο του γλύπτη, απέκτησαν παιδιά και εγγόνια και πέθαναν το 1949 και το 1950 αντίστοιχα.
Ο κουρέας που έπλασε τον μύθο για τις «αδικοχαμένες κόρες»
Αν οι δύο Καρυάτιδες είχαν μείνει απλώς ένα ιδιαίτερο διακοσμητικό στοιχείο ενός αθηναϊκού σπιτιού, ίσως η φήμη τους να μην είχε αποκτήσει ποτέ τέτοια έκταση. Στην ιστορία τους, ωστόσο, μπήκε ένας ακόμη πρωταγωνιστής: ο Παναγιώτης Κρητικάκος, ο κουρέας που διατηρούσε το κατάστημά του στο ισόγειο του κτιρίου μετά την πώλησή του από τους κληρονόμους του γλύπτη.
Ο Κρητικάκος συνήθιζε να αφηγείται στους πελάτες του μια σκοτεινή ιστορία για τις δύο γυναικείες μορφές. Σύμφωνα με τη διήγησή του, οι Καρυάτιδες αναπαριστούσαν τις κόρες του ιδιοκτήτη, οι οποίες είχαν πεθάνει νέες και άδικα. Ο πατέρας τους, συντετριμμένος από την απώλεια, είχε αποφασίσει να τις αποτυπώσει στο σπίτι του για να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη τους.
Οι λεπτομέρειες άλλαζαν ανάλογα με την εκδοχή. Σε ορισμένες αφηγήσεις, τα κορίτσια είχαν πεθάνει από κάποια ασθένεια. Σε άλλες, η μητριά τους τα είχε δηλητηριάσει από ζήλια.
Η ιστορία αποδείχθηκε αρκετά δυνατή ώστε να επιβιώσει για χρόνια και να μετατραπεί σε έναν από τους πιο γνωστούς αστικούς μύθους της Αθήνας. Το κουρείο έγινε μέρος της αφήγησης και το σπίτι απέκτησε μια σχεδόν μυστηριώδη ταυτότητα.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, ήταν διαφορετική. Οι γυναίκες που ενέπνευσαν τα γλυπτά δεν ήταν κόρες του Καρακατσάνη, αλλά η γυναίκα του και η αδελφή της. Η ιστορία των δύο νεκρών κοριτσιών δεν στηρίζεται στα ιστορικά στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί για την οικογένεια.
Από το σπίτι ενός γλύπτη στην ιδιοκτησία του υπουργείου Πολιτισμού
Μετά τον θάνατο του Καρακατσάνη, το 1906, το ακίνητο πέρασε από την οικογένειά του σε άλλους ιδιοκτήτες. Με το πέρασμα των χρόνων, η Αθήνα άλλαξε, τα παλιά σπίτια άρχισαν να εξαφανίζονται και αρκετά νεοκλασικά κτίρια κινδύνευσαν να χαθούν μέσα στην αστική ανάπτυξη.
Το σπίτι της οδού Αγίων Ασωμάτων ακολούθησε διαφορετική πορεία. Το 1973 απαλλοτριώθηκε για αρχαιολογικούς σκοπούς από το υπουργείο Πολιτισμού και το 1989 χαρακτηρίστηκε διατηρητέο, σε μια περίοδο κατά την οποία το κτίριο αντιμετώπιζε ήδη προβλήματα φθοράς.
Η διάσωση και η αποκατάστασή του επέτρεψαν να διατηρηθούν τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά που το έκαναν ξεχωριστό. Σήμερα, το ακίνητο συνδέεται με τον Σύλλογο Ελλήνων Ολυμπιονικών, ενώ στο ισόγειο στεγάζεται το Ινστιτούτο των Ελληνικών Μύλων, σύμφωνα με δημοσιεύματα για την ιστορία και τη χρήση του κτιρίου.
Έτσι, το ερώτημα σε ποιον ανήκει σήμερα το σπίτι χρειάζεται μια μικρή διευκρίνιση: οι διαθέσιμες ιστορικές αναφορές καταγράφουν ότι το ακίνητο πέρασε στο υπουργείο Πολιτισμού μέσω απαλλοτρίωσης. Οι φορείς που στεγάζονται σε αυτό δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκη με τον ιδιοκτήτη του.
Η φωτογραφία του Καρτιέ-Μπρεσόν που ταξίδεψε την Αθήνα στον κόσμο
Η ιστορία του σπιτιού δεν περιορίζεται στην αρχιτεκτονική και τον αστικό μύθο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η πρόσοψή του τράβηξε την προσοχή του Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν, ενός από τους σημαντικότερους φωτογράφους του 20ού αιώνα.
Ο Γάλλος φωτογράφος απαθανάτισε το κτίριο σε μια στιγμή που μοιάζει απλή, αλλά έχει ιδιαίτερη δύναμη: ψηλά, οι δύο λευκές Καρυάτιδες, ακίνητες και σχεδόν αιώνιες· χαμηλά, δύο ηλικιωμένες γυναίκες ντυμένες στα μαύρα περνούν μπροστά από την πρόσοψη.
Η εικόνα βασίζεται στην έντονη αντίθεση ανάμεσα στο λευκό και το μαύρο, στο ακίνητο και το κινούμενο, στη νεότητα που συμβολίζουν οι γλυπτές μορφές και στα σημάδια του χρόνου που κουβαλούν οι περαστικές γυναίκες. Το σπίτι μετατρέπεται έτσι σε κάτι περισσότερο από ένα αρχιτεκτονικό θέμα: γίνεται ένα στιγμιότυπο της ίδιας της Αθήνας.
Η φωτογραφία έχει συνδεθεί με τη χαρακτηριστική προσέγγιση του Καρτιέ-Μπρεσόν, ο οποίος αναζητούσε την ιδιαίτερη στιγμή μέσα στην καθημερινότητα. Η ιστορία της συγκεκριμένης εικόνας και η ταυτοποίηση του κτιρίου έχουν καταγραφεί και σε γαλλόφωνη μελέτη για τις Καρυάτιδες της Αθήνας.
Ο Τσαρούχης, το θέατρο και το «Τρίτο Στεφάνι»
Ο Καρτιέ-Μπρεσόν δεν ήταν ο μόνος καλλιτέχνης που γοητεύτηκε από το σπίτι. Ο Γιάννης Τσαρούχης, με το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για την ελληνική καθημερινότητα και την αρχιτεκτονική της παλιάς Αθήνας, το αποτύπωσε σε έργα του.
Το 1952 δημιούργησε την υδατογραφία «Το σπίτι με τις Καρυάτιδες», ενώ το 1971 επανήλθε στο ίδιο θέμα με το έργο «Σπίτι στην Αγίων Ασωμάτων». Αργότερα, το 1988, το κτίριο αποτέλεσε μέρος της σκηνογραφικής του προσέγγισης για τις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, σε παράσταση που παρουσιάστηκε στο Θέατρο του Λυκαβηττού.
Η παρουσία του σπιτιού στην τέχνη δεν σταματά εκεί. Το κτίριο έχει συνδεθεί και με το μυθιστόρημα «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, ένα από τα σημαντικά έργα της μεταπολεμικής ελληνικής πεζογραφίας.
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στην ιστορία του: ένα μικρό σπίτι, χωρίς τη μεγαλοπρέπεια ενός δημόσιου μνημείου, κατάφερε να γίνει σημείο συνάντησης της αρχιτεκτονικής, της φωτογραφίας, της ζωγραφικής, του θεάτρου και της λογοτεχνίας.
Οι Καρυάτιδες που εξακολουθούν να κοιτούν την Αθήνα
Σήμερα, στην οδό Αγίων Ασωμάτων 45, οι δύο μορφές εξακολουθούν να δεσπόζουν στον εξώστη. Οι περαστικοί σταματούν για να τις φωτογραφίσουν, οι επισκέπτες αναζητούν το σπίτι που είδαν σε εικόνες και οι κάτοικοι της πόλης προσθέτουν τη δική τους ματιά σε ένα κτίριο που μοιάζει να αντιστέκεται στον χρόνο.
Η ιστορία του δεν είναι τελικά εκείνη δύο κοριτσιών που χάθηκαν άδικα, αλλά ενός γλύπτη που έβαλε στο έργο του πρόσωπα της οικογένειάς του, ενός κουρέα που δημιούργησε έναν μύθο και μιας πόλης που κράτησε ζωντανό ένα μικρό κομμάτι της αρχιτεκτονικής της κληρονομιάς.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη γοητεία του σπιτιού με τις Καρυάτιδες: ότι, περισσότερο από έναν αιώνα μετά, εξακολουθεί να μας κάνει να σταματάμε για λίγο, να κοιτάζουμε ψηλά και να αναρωτιόμαστε πόσες ιστορίες μπορεί να κρύβει μια πρόσοψη.
Με πληροφορίες από whyathens.com,searchculture.gr, parismuseescollections