Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον απλώς πρόβλημα υπογεννητικότητας. Βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά δημογραφική μεταβολή, η οποία απειλεί τη βιωσιμότητα ολόκληρων περιοχών, ιδιαίτερα στην ηπειρωτική χώρα.
Η νέα ανάλυση του καθηγητή Δημογραφίας Βύρωνα Κοτζαμάνη, στο πλαίσιο του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), καταγράφει την υποχώρηση των γεννήσεων μετά το 2008–2009 και αναδεικνύει τις μεγάλες γεωγραφικές ανισότητες. Σε έξι νομούς η μείωση ξεπερνά το 50%, ενώ η νησιωτική Ελλάδα εμφανίζει σε ορισμένες περιπτώσεις μεγαλύτερη δημογραφική ανθεκτικότητα.
Από τις 148.000 γεννήσεις στις λιγότερες από 70.000
Η μακροχρόνια πορεία των γεννήσεων αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος. Από περίπου 148.000 γεννήσεις ετησίως κατά μέσο όρο το 1979–1980, η Ελλάδα έφτασε στις 68.467 το 2024, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ. Την ίδια χρονιά καταγράφηκαν 126.916 θάνατοι. Το φυσικό ισοζύγιο ήταν επομένως αρνητικό κατά 58.449 ανθρώπους. Με άλλα λόγια, η χώρα έχανε από τη διαφορά γεννήσεων και θανάτων περίπου 160 κατοίκους κάθε ημέρα.
Η μείωση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Στην ελληνική περιφέρεια, η γήρανση και η απομάκρυνση των νεότερων ηλικιών περιορίζουν ακόμη περισσότερο τον αριθμό των ανθρώπων που μπορούν να δημιουργήσουν οικογένεια.
Η άλλη Ελλάδα: Η Σαντορίνη με δύο γεννήσεις για κάθε θάνατο
Μια διαφορετική πλευρά του δημογραφικού προβλήματος αποκαλύπτει προηγούμενη έρευνα του ΙΔΕΜ, την οποία παρουσίασε το Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων τον Ιούλιο του 2024. Η μελέτη, που αφορά την τριετία 2020–2022, διαπίστωσε ότι σε πέντε Περιφερειακές Ενότητες οι γεννήσεις υπερέβαιναν αισθητά τους θανάτους, ενώ σε άλλες τέσσερις οι δύο αριθμοί δεν διέφεραν σημαντικά.
Η χαρακτηριστικότερη περίπτωση ήταν ο Δήμος Θήρας, όπου αντιστοιχούσαν περίπου δύο γεννήσεις σε κάθε έναν θάνατο. Σε επίπεδο Δημοτικών Ενοτήτων, 19 παρουσίαζαν περισσότερες γεννήσεις από θανάτους. Πρόκειται για μόλις το 2,1% του συνόλου.
Η εικόνα αυτή δεν αποδεικνύει ότι η Σαντορίνη έχει εξαιρετικά υψηλή γονιμότητα. Δείχνει, ωστόσο, ότι η ηλικιακή σύνθεση και η παρουσία νεότερων κατοίκων μπορούν να δημιουργήσουν ένα πολύ διαφορετικό δημογραφικό αποτέλεσμα.
Η μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στα νησιά και την ηπειρωτική Ελλάδα
Στον αντίποδα της Θήρας βρίσκονται δεκάδες περιοχές της ηπειρωτικής χώρας, στις οποίες οι θάνατοι υπερβαίνουν πολλαπλάσια τις γεννήσεις. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, σε 49 δήμους αντιστοιχούσαν περισσότεροι από τέσσερις θάνατοι ανά γέννηση. Σε 20 από αυτούς η αναλογία έφτανε ή ξεπερνούσε τους έξι θανάτους.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα των Δημοτικών Ενοτήτων: σε 27 δεν καταγράφηκε ούτε μία γέννηση κατά την εξεταζόμενη τριετία, παρά μόνο θάνατοι. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση αρνητικών φυσικών ισοζυγίων εντοπιζόταν στο κεντρικό και δυτικό τμήμα της ηπειρωτικής Ελλάδας, καθώς και σε περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης.
Γιατί ορισμένα νησιά εμφανίζουν καλύτερη εικόνα
Η διαφορετική δημογραφική πορεία ορισμένων νησιωτικών περιοχών συνδέεται με την ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού τους. Περιοχές που διατηρούν ή προσελκύουν ανθρώπους σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να καταγράφουν γεννήσεις. Αντίθετα, ακόμη και αν οι οικογένειες ενός γηρασμένου χωριού αποκτούν κατά μέσο όρο αρκετά παιδιά, ο συνολικός αριθμός γεννήσεων παραμένει χαμηλός όταν υπάρχουν ελάχιστοι νέοι κάτοικοι.
Αυτό εξηγεί γιατί η σύγκριση δεν μπορεί να περιορίζεται στον απόλυτο αριθμό των νεογέννητων. Χρειάζεται να εξετάζονται παράλληλα η ηλικία των κατοίκων, η μετανάστευση, οι θάνατοι και ο αριθμός παιδιών ανά γυναίκα.
Το δημογραφικό πρόβλημα δεν λύνεται μόνο με επιδόματα
Η συρρίκνωση των γεννήσεων έχει συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ τους δημογραφικούς πίνακες. Λιγότερα παιδιά σημαίνουν μικρότερη ανάγκη για σχολικές μονάδες, λιγότερους μελλοντικούς εργαζομένους και μεγαλύτερη δυσκολία διατήρησης υπηρεσιών σε περιοχές με συνεχώς μειούμενο πληθυσμό.
Η οικονομική ενίσχυση της οικογένειας αποτελεί μία διάσταση της αντιμετώπισης του προβλήματος. Εξίσου σημαντικά ζητήματα είναι η πρόσβαση σε κατοικία, η σταθερή εργασία, οι παιδικοί σταθμοί, οι υπηρεσίες υγείας και η δυνατότητα των νέων ανθρώπων να παραμείνουν στον τόπο τους.
Η δημογραφική πραγματικότητα που καταγράφει ο καθηγητής Βύρων Κοτζαμάνης θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα: πώς θα μπορέσει η Ελλάδα να διατηρήσει ζωντανές τις περιοχές της όταν, σε ολοένα περισσότερους τόπους, οι γενιές που φεύγουν δεν αντικαθίστανται από εκείνες που έρχονται;