Μάθετε περισσότερα στο: web.tee.gr/ydatoremata_ps
Η κακοκαιρία Daniel άφησε το 2023 μια εικόνα που δύσκολα ξεχνιέται. Περιοχές της Θεσσαλίας βρέθηκαν κάτω από το νερό, υποδομές καταστράφηκαν και ολόκληρες τοπικές κοινωνίες βρέθηκαν αντιμέτωπες με τις συνέπειες ενός ακραίου καιρικού φαινομένου.
Τα στοιχεία δείχνουν και την ένταση του φαινομένου. Σύμφωνα με τα δεδομένα του Copernicus που περιλαμβάνονται στη στρατηγική για το «Πληροφοριακό Σύστημα για την Οριοθέτηση των Υδατορεμάτων», τέσσερις σταθμοί κατέγραψαν περισσότερα από 800 χιλιοστά βροχής μέσα σε τρεις ημέρες, ενώ οι δύο υψηλότερες τιμές έφτασαν τα 1.024 και 1.156 χιλιοστά. Το Copernicus έχει επισημάνει ότι ο Daniel είναι πιθανό να ήταν η εντονότερη καταιγίδα ως προς τη βροχόπτωση που έχει καταγραφεί στην Ελλάδα από το 1930.
Ένα τέτοιο γεγονός δεν σημαίνει ότι κάθε πλημμύρα μπορεί να προβλεφθεί ή να αποτραπεί. Αναδεικνύει όμως πόσο κρίσιμο είναι να γνωρίζουμε καλύτερα τον χώρο πριν χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε το επόμενο ακραίο φαινόμενο.
Σε αυτή τη λογική εντάσσεται το έργο για την ψηφιακή οργάνωση και αποτύπωση των υδατορεμάτων της χώρας.
Το «Πληροφοριακό Σύστημα για την Οριοθέτηση των Υδατορεμάτων», το νέο έργο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με φορέα υλοποίησης το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδα, προβλέπει τη συγκέντρωση και οργάνωση γεωχωρικών δεδομένων, την αποτύπωση περίπου 8.200 χιλιομέτρων υδατορεμάτων, τη συλλογή στοιχείων σε περιοχές δυνητικά υψηλού πλημμυρικού κινδύνου και τη δημιουργία δικτύου υδρομετεωρολογικής παρακολούθησης.
Η λογική είναι περισσότερο προληπτική παρά απολογιστική: να υπάρχουν στοιχεία πριν από την κρίση και όχι μόνο αφού η ζημιά έχει ήδη γίνει.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων κλιματικών κινδύνων. Η πρώτη Ευρωπαϊκή Αξιολόγηση Κλιματικών Κινδύνων του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος αναγνώρισε 36 μεγάλους κινδύνους για την Ευρώπη, οι οποίοι αφορούν μεταξύ άλλων τις υποδομές, τους υδατικούς πόρους, τα οικοσυστήματα, την υγεία και την οικονομική σταθερότητα. Πολλοί από αυτούς βρίσκονται ήδη σε κρίσιμα επίπεδα.
Η κλιματική ανθεκτικότητα δεν είναι, επομένως, μια αφηρημένη περιβαλλοντική έννοια. Σημαίνει ότι μια χώρα γνωρίζει καλύτερα πού είναι ευάλωτη, οργανώνει τα δεδομένα της και επιλέγει με μεγαλύτερη ακρίβεια πού πρέπει να παρέμβει.
Εδώ βρίσκεται και μία από τις σημαντικότερες χρήσεις του Πληροφοριακού Συστήματος: στην προτεραιοποίηση.
Οι ανάγκες δεν είναι ίδιες σε κάθε περιοχή και οι οικονομικοί και τεχνικοί πόροι δεν είναι απεριόριστοι. Χρειάζεται λοιπόν να υπάρχει τεκμηρίωση για το ποια σημεία απαιτούν μεγαλύτερη προσοχή, πού χρειάζονται νέες μελέτες και πού πρέπει να εξεταστούν κατά προτεραιότητα παρεμβάσεις αντιπλημμυρικής προστασίας.
Η στρατηγική του έργου συνδέει ακριβώς τα δεδομένα με την πρόληψη, τον σχεδιασμό και την ανθεκτικότητα, επισημαίνοντας ότι η αξία τους δεν βρίσκεται στην τεχνική καταγραφή αυτή καθαυτή, αλλά στη δυνατότητά τους να στηρίζουν καλύτερες δημόσιες αποφάσεις.
Κανένας ψηφιακός χάρτης δεν μπορεί να σταματήσει μια ακραία καταιγίδα. Μπορεί όμως να βοηθήσει ώστε η επόμενη συζήτηση να μην ξεκινήσει μόνο από το «τι καταστράφηκε», αλλά και από το «τι γνωρίζαμε, τι είχαμε προβλέψει και πού είχαμε προετοιμαστεί».
Και αυτή είναι μια ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο μια χώρα μαθαίνει να ζει με έναν κίνδυνο που δεν μπορεί πλέον να θεωρεί εξαιρετικό.
Το έργο υλοποιείται στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0» με τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – NextGenerationEU.