Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η Διεθνής Ημέρα Κοριτσιού, που τιμάται κάθε χρόνο στις 11 Οκτωβρίου, δεν είναι απλώς μία ακόμη συμβολική επέτειος στο ημερολόγιο των Ηνωμένων Εθνών. Είναι μια υπενθύμιση ότι εκατομμύρια κορίτσια εξακολουθούν να μεγαλώνουν σε έναν κόσμο όπου το φύλο τους μπορεί να καθορίσει την πρόσβασή τους στην εκπαίδευση, στην ασφάλεια, στην υγεία, ακόμη και στο δικαίωμα να αποφασίζουν για την ίδια τους τη ζωή.

Η ημέρα καθιερώθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 19 Δεκεμβρίου 2011 και τιμήθηκε για πρώτη φορά το 2012.

Advertisement
Advertisement

Με αυτή την αφορμή, η καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου και πρώην Γενική Γραμματέας Ισότητας, Ζέφη Δημαδάμα, παραχώρησε μια εκτενή βίντεο συνέντευξη στη HuffPost και τον Τέρενς Κουίκ, ανοίγοντας μια συζήτηση που ξεκίνησε από τις συγκλονιστικές περιπτώσεις κακοποίησης κοριτσιών στην Αφρική και έφτασε μέχρι τις ελληνικές σχολικές αίθουσες, την οικογενειακή βία, τα κινητά τηλέφωνα και την τεχνητή νοημοσύνη.

Το κεντρικό μήνυμά της ήταν σαφές: Η προστασία των παιδιών δεν μπορεί να εξαντλείται σε επετειακές εκδηλώσεις, ομιλίες και αποσπασματικές παρεμβάσεις. Χρειάζεται οργανωμένη στρατηγική, εκπαίδευση από μικρή ηλικία, εξειδικευμένους επιστήμονες στα σχολεία και μια κοινωνία που δεν θα φοβάται να καταγγείλει την κακοποίηση.

Τα εκατομμύρια παιδιά πίσω από τους αριθμούς της κακοποίησης

Η συζήτηση ξεκίνησε με την αναφορά στα διεθνή στοιχεία για τη σεξουαλική βία κατά των παιδιών και στις εκτιμήσεις για την έκταση του φαινομένου στην Ελλάδα.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον αριθμό των 370 εκατομμυρίων κοριτσιών και γυναικών που, σύμφωνα με στοιχεία της UNICEF, έχουν υποστεί βιασμό ή σεξουαλική επίθεση πριν από την ενηλικίωσή τους. Πρόκειται για παγκόσμια εκτίμηση εμπειριών κατά την παιδική ηλικία και όχι για περιστατικά που σημειώνονται μέσα σε έναν χρόνο.

Η Ζέφη Δημαδάμα υπογράμμισε ότι πίσω από κάθε στατιστική βρίσκονται πραγματικές ανθρώπινες ζωές.

Advertisement

«Τα νούμερα είναι πάρα πολύ δυσάρεστα και αυτά τα νούμερα αφορούν ανθρώπους, αφορούν παιδιά, αφορούν κορίτσια ή αγόρια», τόνισε.

Επισήμανε μάλιστα ότι, παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί σε πολλούς τομείς, εκατομμύρια κορίτσια εξακολουθούν το 2026 να αντιμετωπίζουν συνθήκες που παραβιάζουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Η ίδια στάθηκε ιδιαίτερα στην ανάγκη ουσιαστικότερης κινητοποίησης της διεθνούς κοινότητας και των Ηνωμένων Εθνών, εκτιμώντας ότι οι μέχρι σήμερα παρεμβάσεις δεν έχουν επιφέρει την αναγκαία βελτίωση των συνθηκών ζωής των πιο ευάλωτων πληθυσμών.

Advertisement

Ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων: Οι καταγγελίες που φτάνουν μέχρι την Ελλάδα

Ένα από τα πιο σοκαριστικά σημεία της συνέντευξης αφορούσε τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων.

Ο Τέρενς Κουίκ αναφέρθηκε στις προσωπικές του εμπειρίες από ταξίδια σε χώρες της υποσαχάριας Αφρικής, όπου κορίτσια ακόμη και 10, 11 ή 12 ετών υφίστανται αυτή τη βίαιη πρακτική.

Advertisement

Η Ζέφη Δημαδάμα επισήμανε ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην αφρικανική ήπειρο.

Όπως ανέφερε, έχουν υπάρξει καταγγελίες και μαρτυρίες για τέτοιες πρακτικές σε κοινότητες μεταναστών στην Ευρώπη, ακόμη και στην Ελλάδα.

«Δεν είναι γιατροί, κύριε Κουίκ», απάντησε όταν τέθηκε το ερώτημα ποιοι πραγματοποιούν εδώ στην Ελλάδα αυτούς τους ακρωτηριασμούς.

Advertisement

Σύμφωνα με όσα περιέγραψε, οι καταγγελίες αφορούν παράνομες πράξεις από πρόσωπα μέσα στις ίδιες τις κοινότητες, σε χώρους χωρίς τις στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας.

Advertisement

Η πρώην Γενική Γραμματέας αναφέρθηκε επίσης σε εκδήλωση που είχε πραγματοποιηθεί με αφορμή την 6η Φεβρουαρίου, Διεθνή Ημέρα Μηδενικής Ανοχής στον Ακρωτηριασμό των Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων.

Εκεί, όπως εξήγησε, γυναίκες κατέθεσαν τις εμπειρίες τους υπό καθεστώς ανωνυμίας, προκειμένου να προστατευθούν.

Οι μαρτυρίες αυτές, κατά την ίδια, ανέδειξαν πόσο δύσκολη παραμένει η αντιμετώπιση μιας πρακτικής που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές και μακροχρόνιες σωματικές και ψυχολογικές συνέπειες.

Advertisement

Γιατί εξακολουθούν να κακοποιούνται τα κορίτσια;

Στο ερώτημα εάν η βία κατά των κοριτσιών οφείλεται στη θρησκεία, στην έλλειψη δημοκρατικών θεσμών, στη φτώχεια ή στην απουσία παιδείας, η καθηγήτρια απέφυγε τις μονοδιάστατες εξηγήσεις.

«Είναι πολλαπλοί οι παράγοντες και σε πολλά επίπεδα που δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τόσο σοβαρές κακοποιήσεις», ανέφερε.

Εξήγησε ότι οι κοινωνικές αντιλήψεις, οι οικονομικές ανισότητες, οι παραδόσεις και η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών προστασίας συνδέονται μεταξύ τους.

Για την αντιμετώπισή τους, όπως είπε, δεν αρκούν περιστασιακές εκστρατείες ενημέρωσης.

«Εδώ χρειάζεται μία πολύ συστηματική στρατηγική. Δεν μπορούμε με αποσπασματικές δράσεις να αντιμετωπίσουμε αυτά τα φαινόμενα».

Και αυτή η στρατηγική, σύμφωνα με την ίδια, πρέπει να ξεκινά από το σχολείο.

Παιδιά 10 και 12 ετών «πωλούνται» για γάμο με άνδρες 40, 60 ή 70 ετών

Η συζήτηση επεκτάθηκε στους παιδικούς και αναγκαστικούς γάμους, ένα ζήτημα για το οποίο ο Τέρενς Κουίκ είχε αναφερθεί και σε προηγούμενη αρθρογραφία του στη HuffPost.

Το ερώτημα τέθηκε ευθέως: Μπορεί να θεωρείται γάμος η παράδοση ενός κοριτσιού 10 ή 12 ετών σε έναν ενήλικο άνδρα, έναντι χρημάτων που θα εξασφαλίσουν την επιβίωση της οικογένειάς του;

«Όχι βέβαια», απάντησε κατηγορηματικά η Ζέφη Δημαδάμα.

Περιέγραψε πώς η ακραία φτώχεια μπορεί να οδηγήσει οικογένειες στην απόφαση να παραδώσουν ένα ανήλικο κορίτσι σε έναν πολύ μεγαλύτερο άνδρα, παρουσιάζοντας αυτή την πράξη ως οικονομική ή κοινωνική «αποκατάσταση».

«Εγώ ζω σε μία φτώχεια με την οικογένειά μου, πουλάω το κορίτσι μου προκειμένου να αποκατασταθεί και η ίδια να ζει καλύτερα και εγώ σαν οικογένεια να πάρω χρήματα για να ζήσουν τα υπόλοιπα μέλη».

Αυτή είναι, όπως εξήγησε, η λογική που χρησιμοποιείται για να δικαιολογηθεί μια κατάφωρη παραβίαση δικαιωμάτων.

Η ίδια αναφέρθηκε σε κορίτσια ηλικίας 10, 12 ή 13 ετών που αναγκάζονται να συμβιώσουν με άνδρες 30, 40, 60 ή ακόμη και 70 ετών.

«Όλο αυτό πρέπει να απομυθοποιηθεί», υπογράμμισε, ζητώντας σοβαρές διεθνείς παρεμβάσεις.

Για τη Ζέφη Δημαδάμα, είναι αδιανόητο σε έναν κόσμο που εξελίσσεται τεχνολογικά με πρωτοφανείς ρυθμούς να συνεχίζεται η εμπορευματοποίηση της ζωής και του σώματος ανήλικων κοριτσιών.

Ένα στα πέντε παιδιά στην Ελλάδα και η απειλή της ψηφιακής βίας

Η συζήτηση μεταφέρθηκε στην ελληνική πραγματικότητα.

Η καθηγήτρια επικαλέστηκε παλαιότερη εκτίμηση σύμφωνα με την οποία περίπου ένα στα πέντε παιδιά έχει αντιμετωπίσει κάποια μορφή σεξουαλικής κακοποίησης ή απόπειρας κακοποίησης.

Παράλληλα, αναφέρθηκε σε στοιχεία και αναφορές που τοποθετούν την έκθεση παιδιών σε μορφές διαδικτυακής βίας σε ποσοστά που φτάνουν το 40%.

Τα συγκεκριμένα ποσοστά παρατέθηκαν στη συνέντευξη χωρίς αναλυτική αναφορά στη μεθοδολογία, στο έτος ή στον πληθυσμό των αντίστοιχων ερευνών, ωστόσο, η ουσία της παρέμβασής της ήταν ότι η κακοποίηση δεν περιορίζεται πλέον στη σωματική ή τη σεξουαλική βία.

Το διαδίκτυο έχει δημιουργήσει νέους χώρους κινδύνου, στους οποίους παιδιά μπορούν να υποστούν εκφοβισμό, απειλές, παρενόχληση και άλλες μορφές κακοποιητικής συμπεριφοράς.

Περισσότεροι ψυχολόγοι στα σχολεία για να αναγνωρίζονται τα σημάδια

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε η Ζέφη Δημαδάμα στον ρόλο των σχολικών ψυχολόγων.

Όπως εξήγησε, ένας κατάλληλα εκπαιδευμένος επαγγελματίας μπορεί να αναγνωρίσει συμπεριφορές και ενδείξεις που παραπέμπουν σε ενδοοικογενειακή βία, σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση.

«Έχουμε ψυχολόγους, θα έπρεπε να έχουμε περισσότερους στα σχολεία».

Σημείωσε ότι δεν είναι αυτονόητο πως όλοι οι εκπαιδευτικοί διαθέτουν τις ειδικές γνώσεις για να αναγνωρίσουν ή να διαχειριστούν τέτοια περιστατικά.

Ένα παιδί που εμφανίζεται με μώλωπες, που απομονώνεται ή παρουσιάζει έντονες αλλαγές στη συμπεριφορά του μπορεί να χρειάζεται βοήθεια.

Η αντίδραση όμως πρέπει να γίνεται με γνώση, ευαισθησία και κατάλληλες διαδικασίες προστασίας.

Η ίδια υπογράμμισε ότι η κοινωνία πρέπει να ξεπεράσει τη νοοτροπία του «ας μην ανακατευτώ, μήπως μπλέξω».

«Πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι η καταγγελία μπορεί να γίνει και ανώνυμα προκειμένου να σωθεί ένα παιδί».

Στη συζήτηση αναφέρθηκαν οι γραμμές υποστήριξης του «Χαμόγελου του Παιδιού», καθώς και η γραμμή SOS 15900 για τη βία κατά των γυναικών.

Για καταγγελίες και υποστήριξη παιδιών λειτουργεί, μεταξύ άλλων, η Εθνική Τηλεφωνική Γραμμή για τα Παιδιά SOS 1056.

«Ο μπαμπάς δέρνει τη μαμά και το παιδί θεωρεί τη βία φυσιολογική»

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συνέντευξης αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η βία αναπαράγεται από γενιά σε γενιά.

Η Ζέφη Δημαδάμα περιέγραψε παιδιά που μεγαλώνουν σε οικογένειες όπου οι συγκρούσεις, οι ξυλοδαρμοί και οι επιθετικές συμπεριφορές αποτελούν μέρος της καθημερινότητας.

«Ο μπαμπάς δέρνει τη μαμά. Η μαμά επιτίθεται στον μπαμπά. Εμείς δεχόμαστε κακοποίηση, ξύλο ή επίθεση».

Το πρόβλημα, όπως εξήγησε, είναι ότι ένα παιδί μπορεί να μην αναγνωρίζει αυτές τις καταστάσεις ως βία.

«Το θεωρούν ως κανονικότητα».

Έτσι, συμπεριφορές που βιώνονται μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον ενδέχεται να μεταφερθούν στις σχέσεις με τους συνομηλίκους και στη σχολική ζωή.

Η καθηγήτρια επισήμανε ότι η αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου απαιτεί ουσιαστική εκπαίδευση στον σεβασμό, στην αποδοχή και στην αναγνώριση των ορίων του άλλου.

Όχι άλλες τυπικές ομιλίες – Τα παιδιά χρειάζονται βιωματική εκπαίδευση

Όταν ο Τέρενς Κουίκ έθεσε το ερώτημα εάν τα ζητήματα αυτά θα μπορούσαν να διδάσκονται στο σχολείο μία φορά την εβδομάδα ή έστω κάθε δεκαπέντε ημέρες, η απάντηση της καθηγήτριας ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Δεν αρκεί, όπως είπε, ένα συνηθισμένο δίωρο μάθημα ή μια διάλεξη.

«Είμαι εκπαιδευτικός και γνωρίζω. Δεν αποδίδει. Εδώ θέλει βιωματική προσέγγιση των παιδιών».

Πρότεινε θεατρικές δραστηριότητες, παιχνίδια ρόλων και οργανωμένες παρεμβάσεις μέσα στην τάξη, ώστε οι μαθητές να αντιλαμβάνονται στην πράξη τι σημαίνει βία, τι σημαίνει σεβασμός και πώς αναγνωρίζεται μια κακοποιητική συμπεριφορά.

«Βάζουμε τα παιδιά σε ρόλους ώστε να αντιληφθούν τι συμβαίνει».

Η προσέγγιση αυτή, όπως διευκρίνισε, χρειάζεται εξειδικευμένους ανθρώπους και κεντρικό σχεδιασμό, ενώ θα μπορούσε να έχει ρόλο και η Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Από τις γειτονιές με τα παιχνίδια στα παιδιά που δεν σηκώνουν το βλέμμα από το κινητό

Η συνέντευξη πήρε μια διαφορετική τροπή όταν ο Τέρενς Κουίκ αναφέρθηκε στις δικές του παιδικές αναμνήσεις.

Στις γειτονιές όπου τα παιδιά έπαιζαν μαζί, επικοινωνούσαν, δημιουργούσαν παρέες και μάθαιναν να συνυπάρχουν.

Περιέγραψε μάλιστα μια πρόσφατη εικόνα που τον προβλημάτισε: νέοι άνθρωποι συγκεντρωμένοι σε ένα μικρό πάρκο, δίπλα σε εστιατόριο όπου βρισκόταν με τη σύζυγό του και φίλους, να κοιτούν συνεχώς τα κινητά τους χωρίς ουσιαστικά να συνομιλούν μεταξύ τους.

Η Ζέφη Δημαδάμα συμφώνησε ότι πρόκειται για μια εικόνα που συναντά καθημερινά.

Ακόμη και στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, όπως είπε, παρατηρεί φοιτητές στα διαλείμματα να ασχολούνται με τα τηλέφωνά τους αντί να επικοινωνούν μεταξύ τους.

«Βλέπουμε τα παιδιά με ένα κινητό στο χέρι. Όχι να μιλούν, όχι να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους».

Το ζήτημα, κατά την καθηγήτρια, δεν είναι η απόρριψη της τεχνολογίας, αλλά η ανάγκη να αποκατασταθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην ψηφιακή ζωή και στην πραγματική ανθρώπινη επικοινωνία.

«Δίνουμε κινητό σε ένα παιδί δύο ετών για να μη μας ενοχλεί»

Η πρώην Γενική Γραμματέας στάθηκε ιδιαίτερα στη χρήση οθονών από παιδιά πολύ μικρής ηλικίας.

Περιέγραψε μια συνηθισμένη πρακτική: γονείς να δίνουν ένα smartphone ή ένα tablet σε ένα νήπιο, ώστε να παραμείνει απασχολημένο.

«Δεν μπορεί να έχουμε το μικρό παιδί των δύο-τριών χρονών και να του δίνουμε αμέσως ένα κινητό, ένα iPad στο χέρι, προκειμένου να κάτσει να ασχοληθεί εκεί και να μην μας ενοχλεί».

Αναγνώρισε τις πιέσεις και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες οικογένειες, υπογράμμισε όμως ότι η εύκολη λύση δεν είναι πάντοτε και η καλύτερη για το παιδί.

Κατά την ίδια, η υπερβολική και ανεξέλεγκτη χρήση οθονών μπορεί να επηρεάσει την κοινωνικοποίηση, την ανάπτυξη και την ψυχική ευημερία των παιδιών.

Αναφέρθηκε επίσης σε προβλήματα όρασης και στην ανάγκη τα παιδιά να έχουν χρόνο για δημιουργικό παιχνίδι, φυσική δραστηριότητα και πραγματικές κοινωνικές επαφές.

Οι επιπτώσεις εξαρτώνται από παράγοντες όπως η ηλικία, η διάρκεια και το περιεχόμενο της χρήσης, αλλά και από το τι άλλες δραστηριότητες αντικαθιστά ο χρόνος μπροστά στην οθόνη.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπήκε στα πανεπιστήμια – «Παιδιά, τα κινητά στην τσάντα»

Η συζήτηση έφτασε αναπόφευκτα στην τεχνητή νοημοσύνη, που έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι αναζητούν πληροφορίες, μελετούν και προετοιμάζουν τις εργασίες τους.

Η Ζέφη Δημαδάμα περιέγραψε ότι ακόμη και κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών μαθημάτων χρειάζεται να ζητά από τους φοιτητές να αφήσουν τα κινητά τους.

«Παιδιά, τα κινητά σας παρακαλώ στην τσάντα», τους λέει.

Ωστόσο, δεν υποστηρίζει ότι η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να αποκλειστεί από την εκπαιδευτική διαδικασία.

Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι αποτελεί μια εξαιρετικά σημαντική πηγή πληροφόρησης και γνώσης.

Ο προβληματισμός της βρίσκεται αλλού: στον κίνδυνο να περιοριστούν η προσωπική αναζήτηση, η δημιουργικότητα και η κριτική σκέψη.

Θύμισε την εποχή που οι μαθητές αναζητούσαν πληροφορίες σε εγκυκλοπαίδειες, βιβλιοθήκες και βιβλία.

Σήμερα, πολλές απαντήσεις βρίσκονται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Αυτό, όπως εξήγησε, είναι εξαιρετικά θετικό από τη μία πλευρά, αλλά δημιουργεί και νέες εκπαιδευτικές προκλήσεις.

«Μην αποδέχεστε άκριτα όσα σας δίνει η τεχνητή νοημοσύνη»

Η καθηγήτρια περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να καθοδηγήσει τους φοιτητές της.

«Πάρτε την πηγή γνώσης, διαβάστε τη και κάντε μια κριτική αμφισβήτηση αυτού που διαβάζετε ή εμπλουτίστε το. Μην μένετε μόνο σε αυτό».

Για την ίδια, το ζητούμενο δεν είναι να σταματήσει η τεχνολογική εξέλιξη, κάτι που άλλωστε θεωρεί αδύνατο.

Το ζητούμενο είναι να μάθουν οι νέοι να αξιοποιούν τα εργαλεία χωρίς να παραδίδουν σε αυτά την προσωπική τους κρίση.

Αυτό απαιτεί, όπως είπε, συνεργασία υπουργείων, εκπαιδευτικών φορέων, σχολείων και πανεπιστημίων.

Χρειάζονται σαφείς κανόνες, παιδαγωγική καθοδήγηση και ουσιαστική ενημέρωση για τα οφέλη αλλά και τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης.

Η ίδια εκτίμησε ότι πρόκειται για μια τόσο μεγάλη συζήτηση, ώστε δεν μπορεί να εξαντληθεί στο πλαίσιο μιας συνέντευξης για τα δικαιώματα των κοριτσιών.

Ο Τέρενς Κουίκ πρότεινε μάλιστα να υπάρξει μια νέα, ξεχωριστή συζήτηση μαζί της μέσα στον επόμενο μήνα, αποκλειστικά για την τεχνητή νοημοσύνη και τις επιπτώσεις της στην εκπαίδευση και στην κοινωνία.

Η ευθύνη των γονιών, του σχολείου και της Πολιτείας

Από την αρχή μέχρι το τέλος της συζήτησης, η Ζέφη Δημαδάμα επέστρεφε σε μία βασική θέση: κανένας φορέας δεν μπορεί να προστατεύσει μόνος του τα παιδιά.

Η οικογένεια έχει την πρώτη ευθύνη για τη διαμόρφωση ενός ασφαλούς περιβάλλοντος.

Το σχολείο οφείλει να διδάσκει όχι μόνο γνώσεις, αλλά και τον σεβασμό προς τον άλλον, την αναγνώριση της βίας και τη δυνατότητα αναζήτησης βοήθειας.

Η Πολιτεία χρειάζεται να διαθέτει αποτελεσματικές κοινωνικές υπηρεσίες, ψυχολόγους, μηχανισμούς πρόληψης και δομές προστασίας.

Και η κοινωνία πρέπει να αντιληφθεί ότι η σιωπή απέναντι στην κακοποίηση δεν προστατεύει το παιδί, αλλά συχνά αφήνει τον κίνδυνο να συνεχίζεται.

Από τους αναγκαστικούς γάμους στην Αφρική μέχρι τον διαδικτυακό εκφοβισμό στην Ελλάδα, τα προβλήματα έχουν διαφορετικές μορφές, αλλά κοινό πυρήνα την παραβίαση της αξιοπρέπειας και των δικαιωμάτων των παιδιών.

«Δεν είναι απλώς νούμερα. Είναι παιδικές ψυχές»

Ολοκληρώνοντας τη συνέντευξη, ο Τέρενς Κουίκ ευχαρίστησε τη Ζέφη Δημαδάμα για τη συζήτηση, επισημαίνοντας τη σημασία της επιστημονικής γνώσης και της εκπαιδευτικής εμπειρίας που μεταφέρει στους φοιτητές της.

Η καθηγήτρια ανταπέδωσε τις ευχαριστίες, υπογραμμίζοντας ότι η συζήτηση κάλυψε ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων που αφορούν όχι μόνο τα κορίτσια, αλλά συνολικά τα παιδιά και τις οικογένειές τους.

Και έκλεισε με μια φράση που συμπυκνώνει το μήνυμα της συνέντευξης:

«Αφορούν όχι νούμερα, αλλά παιδικές ψυχές. Και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία».

Αυτό είναι και το ουσιαστικό νόημα της Διεθνούς Ημέρας Κοριτσιού.

Όχι μόνο να θυμόμαστε μία φορά τον χρόνο τα εκατομμύρια κορίτσια που στερούνται θεμελιώδη δικαιώματα, αλλά να αναζητούμε καθημερινά τρόπους ώστε να μπορούν να μεγαλώνουν χωρίς φόβο, χωρίς βία και χωρίς να αποφασίζουν άλλοι για το σώμα, την εκπαίδευση και τη ζωή τους.