Ο χυμός κράνμπερι είναι γνωστός κυρίως για την πιθανή συμβολή του στην πρόληψη των ουρολοιμώξεων. Ωστόσο, μια νέα επιστημονική μελέτη αποκαλύπτει ότι μπορεί να διαθέτει και μια λιγότερο γνωστή ιδιότητα: να περιορίζει τη δραστηριότητα των βακτηρίων που αναπτύσσονται στην οδοντική πλάκα.
Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Ιλινόι στο Σικάγο διαπίστωσαν ότι ο χυμός κράνμπερι χωρίς προσθήκη ζάχαρης, μπορεί να επιβραδύνει την ανάπτυξη βακτηρίων της οδοντικής πλάκας και να μειώσει την παραγωγή οξέων που βλάπτουν το σμάλτο των δοντιών.
Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς τα όξινα ροφήματα συνδέονται συνήθως με κινδύνους για την υγεία των δοντιών.
Ποιες ουσίες του κράνμπερι φαίνεται να προστατεύουν τα δόντια
Το ενδιαφέρον των επιστημόνων επικεντρώνεται στις προανθοκυανιδίνες, φυσικές πολυφαινολικές ενώσεις που περιέχονται στα κράνμπερι.
Μελέτες έχουν δείξει ότι οι ουσίες αυτές μπορούν να εμποδίζουν ορισμένα βακτήρια να προσκολλώνται στα κύτταρα του ανθρώπινου οργανισμού. Η δράση τους έχει συνδεθεί με την πρόληψη συγκεκριμένων ουρολοιμώξεων, ενώ προηγούμενες εργαστηριακές έρευνες έχουν υποδείξει ότι ενδέχεται να επηρεάζουν και βακτήρια της στοματικής κοιλότητας.
Ένα από αυτά είναι ο Streptococcus mutans, ο οποίος συμμετέχει στον σχηματισμό της οδοντικής πλάκας. Τα βακτήρια της πλάκας μεταβολίζουν τα σάκχαρα των τροφών και παράγουν οξέα, τα οποία μπορούν σταδιακά να προκαλέσουν απώλεια μεταλλικών στοιχείων από το σμάλτο και να συμβάλουν στην εμφάνιση τερηδόνας.
Τι διαπίστωσαν οι ερευνητές
Στη μελέτη συμμετείχαν 22 άνθρωποι, οκτώ ενήλικες και 14 παιδιά. Οι ερευνητές εξέτασαν την επίδραση τριών διαφορετικών ροφημάτων: καθαρού χυμού κράνμπερι χωρίς προσθήκη ζάχαρης, ζαχαρούχου ροφήματος με περιεκτικότητα 27% σε χυμό κράνμπερι και νερού.
Οι συμμετέχοντες δοκίμασαν τα ροφήματα σε διαφορετικές ημέρες, ενώ πριν από κάθε δοκιμή είχαν αποφύγει τη στοματική υγιεινή για 24 ώρες, ώστε να σχηματιστεί οδοντική πλάκα.
Αρχικά, οι επιστήμονες συνέλεξαν δείγματα πλάκας από τη μία πλευρά του στόματος. Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες κράτησαν για λίγο το αντίστοιχο ρόφημα στο στόμα τους πριν το καταπιούν. Έπειτα από 30 λεπτά, συλλέχθηκαν νέα δείγματα από την άλλη πλευρά.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο καθαρός χυμός κράνμπερι συνδέθηκε με σημαντική μείωση της βακτηριακής ανάπτυξης. Στους ενήλικες καταγράφηκε μείωση 44%, ενώ στα παιδιά 33%, σε σύγκριση με τα αρχικά δείγματα.
Παράλληλα, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση της παραγωγής οξέων από τα βακτήρια της οδοντικής πλάκας.
Αντίθετα, το ζαχαρούχο ρόφημα με 27% χυμό κράνμπερι δεν παρουσίασε στατιστικά σημαντική επίδραση στη βακτηριακή ανάπτυξη.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η διαφορά ενδέχεται να σχετίζεται με τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα του καθαρού χυμού σε προανθοκυανιδίνες, χωρίς ωστόσο να έχει επιβεβαιωθεί ακόμη αυτή η εξήγηση.
Μπορούμε να προστατεύσουμε τα δόντια μας πίνοντας χυμό κράνμπερι;
Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι χρειάζονται μεγαλύτερες και μακροχρόνιες μελέτες.
Η συγκεκριμένη έρευνα εξέτασε τις άμεσες επιδράσεις του χυμού στη βακτηριακή δραστηριότητα και στην παραγωγή οξέων. Δεν διαπίστωσε εάν η συστηματική κατανάλωσή του μπορεί πράγματι να μειώσει τον κίνδυνο τερηδόνας.
Επιπλέον, η φυσική οξύτητα του χυμού εξακολουθεί να αποτελεί ζήτημα που πρέπει να διερευνηθεί, καθώς η συχνή έκθεση των δοντιών σε όξινα ροφήματα μπορεί να προκαλέσει διάβρωση του σμάλτου.
Όπως επισημαίνει η επικεφαλής της έρευνας, καθηγήτρια Παιδοδοντιατρικής Κριστίν Γου, οι περισσότεροι θεωρούν ότι ο χυμός κράνμπερι, επειδή είναι ιδιαίτερα ξινός και όξινος, δεν μπορεί να ωφελήσει τη στοματική υγεία. Τα νέα ευρήματα, ωστόσο, δείχνουν ότι ορισμένα συστατικά του ενδέχεται να έχουν ευεργετική επίδραση στη δραστηριότητα της οδοντικής πλάκας.
Προς το παρόν, ο χυμός κράνμπερι δεν μπορεί να θεωρηθεί υποκατάστατο του βουρτσίσματος με φθοριούχο οδοντόκρεμα και της καθημερινής φροντίδας των δοντιών. Η έρευνα, όμως, ανοίγει τον δρόμο για την αξιοποίηση των φυσικών συστατικών του σε προϊόντα που θα μπορούσαν μελλοντικά να συμβάλουν στη στοματική υγιεινή.
Με πληροφορίες από Science Alert, Scientific Reports, University of Illinois Chicago