Την επιστημονική μελέτη που εξετάζει μεποιο τρόπο τα βακτήρια του εντέρου επηρεάζουν τις ορμόνες των διαφορετικών φύλων και πώς αυτό διαφέρει ανάμεσα σε ανθρώπους που ζουν σε βιομηχανοποιημένες κοινωνίες και σε εκείνους που ζουν πιο παραδοσιακά, όπως κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες ή αγρότες παρουσιάζεισε άρθρο του το newscientst.
Αρχικά, αναφέρεται ότι ορισμένα βακτήρια στο έντερο έχουν την ικανότητα να «ανακυκλώνουν» ορμόνες του φύλου, όπως τα οιστρογόνα. Κανονικά, αυτές οι ορμόνες κυκλοφορούν στο αίμα και όταν βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα, το σώμα προσπαθεί να τις αποβάλει. Το ήπαρ (συκώτι) προσθέτει ένα χημικό «σήμα» (ένα μόριο ζάχαρης), το οποίο βοηθά να αποβληθούν μέσω του εντέρου. Όμως, κάποια βακτήρια τρέφονται με αυτό το μόριο ζάχαρης και το αφαιρούν, χρησιμοποιώντας ειδικά ένζυμα. Έτσι, οι ορμόνες δεν αποβάλλονται αλλά επιστρέφουν στο αίμα.
«Δεν γνωρίζουμε πώς θα ανταποκριθεί το σώμα σε αυτή την αυξημένη εισροή», λέει η Ρεμπέκα Μπρίτεν στο Ιατρικό Κολλέγιο του Πανεπιστημίου Jagiellonian στην Πολωνία. «Αλλά οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι αρκετά μεγάλες».
Αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος των ορμονών που θα έπρεπε να φύγει από το σώμα, τελικά επαναχρησιμοποιείται. Έρευνες δείχνουν ότι αυτό το φαινόμενο είναι αρκετά σημαντικό και μπορεί να επηρεάζει τα επίπεδα των ορμονών στον οργανισμό.
Για να περιγράψουν αυτά τα βακτήρια, οι επιστήμονες χρησιμοποιούν ειδικούς όρους. Ο όρος «οιστροβίωμα» αναφέρεται σε όλα τα βακτήρια που μπορούν να επηρεάσουν τα οιστρογόνα. Αντίστοιχα, έχει προταθεί και ο όρος «τεστοβίωμα» για τα βακτήρια που επηρεάζουν την τεστοστερόνη.
Η νέα μελέτη από την ομάδα της δρ. Μπρίτεν συνέκρινε τα βακτήρια του εντέρου σε εκατοντάδες ανθρώπους από 24 διαφορετικούς πληθυσμούς σε όλο τον κόσμο. Σε αυτούς περιλαμβάνονταν άνθρωποι από πόλεις στις ΗΠΑ, αλλά και κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες από χώρες όπως η Μποτσουάνα και το Νεπάλ, καθώς και αγρότες από αγροτικές περιοχές.
Οι ερευνητές εξέτασαν συγκεκριμένα γονίδια που σχετίζονται με τα ένζυμα που επιτρέπουν στα βακτήρια να αφαιρούν το «σήμα» από τις ορμόνες. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι άνθρωποι που ζουν σε βιομηχανοποιημένες κοινωνίες έχουν έως και επτά φορές μεγαλύτερη ικανότητα ανακύκλωσης οιστρογόνων σε σχέση με τους πιο παραδοσιακούς πληθυσμούς. Επιπλέον, η ποικιλία των βακτηρίων αυτών είναι περίπου διπλάσια.
Ένα άλλο σημαντικό εύρημα ήταν ότι τα μωρά που τρέφονται με ξένο γάλα (φόρμουλα) έχουν έως και τρεις φορές μεγαλύτερη ικανότητα ανακύκλωσης αυτών των ορμονών σε σχέση με τα μωρά που θηλάζουν. Αντίθετα, παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο και το βάρος των ανθρώπων δεν φαίνεται να επηρεάζουν σημαντικά αυτή την ικανότητα.
Οι επιστήμονες προσπαθούν τώρα να καταλάβουν αν αυτή η αυξημένη δυνατότητα ανακύκλωσης πράγματι οδηγεί σε υψηλότερα επίπεδα ορμονών στο αίμα. Είναι πιθανό το σώμα να έχει μηχανισμούς που προσαρμόζονται και διατηρούν τις ορμόνες σε φυσιολογικά επίπεδα, ακόμα κι αν ανακυκλώνονται περισσότερο.
Αν όμως σε κάποιους ανθρώπους τα επίπεδα οιστρογόνων είναι πράγματι υψηλότερα για μεγάλο χρονικό διάστημα, αυτό μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία. Για παράδειγμα, μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα ή να αυξήσει τον κίνδυνο για ορισμένες μορφές καρκίνου. Παρ’ όλα αυτά, οι επιστήμονες τονίζουν ότι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό για όλους. Σε άτομα με πολύ χαμηλά επίπεδα οιστρογόνων, αυτή η ανακύκλωση μπορεί να είναι ωφέλιμη.
Τέλος, άλλοι επιστήμονες σχολιάζουν ότι η μελέτη είναι ενδιαφέρουσα και ενισχύει την ιδέα ότι το μικροβίωμα του εντέρου παίζει σημαντικό ρόλο στην υγεία. Ωστόσο, υπάρχουν και περιορισμοί, όπως το ότι οι περισσότεροι συμμετέχοντες από βιομηχανοποιημένες κοινωνίες ήταν από τις ΗΠΑ. Οι ερευνητές σχεδιάζουν να συνεχίσουν την έρευνα για να κατανοήσουν καλύτερα ποιοι παράγοντες του τρόπου ζωής προκαλούν αυτές τις διαφορές.
Τι συμβαίνει όταν τα επίπεδα οιστρογόνων είναι χαμηλά
Επειδή τα οιστρογόνα διαδραματίζουν πολλαπλούς ρόλους ζωτικής σημασίας, είναι σημαντικό οι εν λόγω ορμόνες να διατηρούνται σε υγιή επίπεδα. Τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, τα χαμηλά επίπεδα οιστρογόνων ελλοχεύει ο κίνδυνος να επηρεάσουν τη λίμπιντο, τη χοληστερόλη, το μεταβολισμό, τη λειτουργία του εγκεφάλου, την υγεία των οστών και την όψη του δέρματος.
Οπως αναφέρεται σε άρθρο της USA Today, για να αποφευχθούν τα χαμηλά επίπεδα παραγωγής οιστρογόνων, οι καλές διατροφικές συνήθειες είναι μια πολύ σημαντική αρχή, καθώς το τι τρώμε επιδρά καθοριστικά στην ορμονική ισορροπία.
Συν τοις άλλοις, πέρα από τη διατροφή, θα πρέπει να εστιάσουμε και στη διαχείριση του άγχους, μέσω πρακτικών όπως ο διαλογισμός επίγνωσης και η άσκηση, καθώς τα υψηλά επίπεδα στρες σχετίζονται με ορμονικές ανισορροπίες.
Tέλος, η ποιότητα και η διάρκεια του ύπνου είναι επίσης σημαντική. Φροντίζουμε να διατηρούμε μια σταθερή ρουτίνα ύπνου και να κοιμόμαστε από έξι έως οκτώ ώρες κάθε βράδυ.
Με πληροφορίες από: newscientist.com , USA Today