Γιατί επιλέγουμε να περάσουμε δύο ώρες στο σκοτάδι μιας κινηματογραφικής αίθουσας, παρακολουθώντας ιστορίες που μας προκαλούν αγωνία, ανατριχίλα, ακόμη και τρόμο; Γιατί αναζητούμε οικειοθελώς ένα συναίσθημα που στην πραγματική ζωή προσπαθούμε να αποφύγουμε;
Το παράδοξο αυτό απασχολεί εδώ και δεκαετίες τους ψυχολόγους, αλλά αποκτά νέο ενδιαφέρον καθώς οι ταινίες τρόμου -πέρα από το Halloween που έχει γίνει ιδιαίτερα δημοφιλές και στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια– προσελκύουν όλο και περισσότερους θεατές.
Σύμφωνα με στοιχεία της κινηματογραφικής αγοράς που παραθέτει ο ερευνητής Mathias Clasen σε πρόσφατο άρθρο του στο Psychology Today, το μερίδιο των ταινιών τρόμου στις εισπράξεις όσον αφορά τη Βόρεια Αμερική αυξήθηκε από 4,4% το 2015 σε 16,2% το 2025. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή μεταβολή, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε ότι πολλές από αυτές τις παραγωγές διαθέτουν σημαντικά μικρότερο προϋπολογισμό από τα blockbuster.
Η επιτυχία αυτή δεν στηρίζεται αποκλειστικά στα jump scares, τα αιφνιδιαστικά τρομάγματα, ή στις σκηνές βίας. Οι πιο προσεγμένες ταινίες τρόμου αξιοποιούν την ατμόσφαιρα, την υποβλητική φωτογραφία, τον ήχο και τη δραματουργική ένταση για να δημιουργήσουν μια εμπειρία που εξακολουθεί να μας συναρπάζει ακόμη και μετά το τέλος της προβολής.
Ο φόβος που γνωρίζουμε ότι δεν μας απειλεί
Μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα αυτό έχει να κάνει με τη διαφορά ανάμεσα στον πραγματικό και στον κινηματογραφικό κίνδυνο. Όταν παρακολουθούμε μια τρομακτική σκηνή, ο οργανισμός μας μπορεί να αντιδράσει με ταχύτερους καρδιακούς παλμούς, αυξημένη εγρήγορση και σωματική ένταση. Την ίδια στιγμή, όμως, γνωρίζουμε ότι όσα συμβαίνουν στην οθόνη δεν αποτελούν πραγματική απειλή για εμάς.
Ήδη από το 1981, ο Στίβεν Κινγκ, στο βιβλίο του Danse Macabre, είχε υποστηρίξει ότι επινοούμε φανταστικούς τρόμους για να αντιμετωπίσουμε τους πραγματικούς. Είχε επίσης παρατηρήσει ότι η δημοτικότητα του είδους συχνά ενισχύεται σε περιόδους οικονομικής ή πολιτικής αναταραχής.
Αυτή η συνύπαρξη φόβου και ασφάλειας είναι καθοριστική. Μας επιτρέπει να βιώσουμε έντονα συναισθήματα χωρίς να αντιμετωπίσουμε τις πραγματικές συνέπειες του κινδύνου. Η αγωνία μετατρέπεται έτσι σε μορφή ψυχαγωγίας, ενώ η ανακούφιση που ακολουθεί μια τρομακτική σκηνή μπορεί να ενισχύσει την απόλαυση.
Όπως εξηγείται σε άρθρο του Πανεπιστημίου του Ανατολικού Λονδίνου, που δημοσιεύθηκε στις 8 Οκτωβρίου, η ευχαρίστηση δεν προκύπτει μόνο από την ένταση του φόβου, αλλά και από την επίγνωση ότι μπορούμε να τον βιώσουμε μέσα σε ένα ελεγχόμενο περιβάλλον.
Μια ασφαλής δοκιμασία για το μυαλό μας
Ο Mathias Clasen, ο οποίος μελετά την ψυχολογία του φόβου και την έλξη που ασκούν οι ταινίες τρόμου, προτείνει μια ακόμη ενδιαφέρουσα ερμηνεία. Οι τρομακτικές ιστορίες μπορούν να λειτουργούν ως ένα είδος νοητικής προσομοίωσης, μέσα από την οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι με απειλές, αβεβαιότητα και ακραίες καταστάσεις.
Παρακολουθώντας τους ήρωες να προσπαθούν να επιβιώσουν, αναρωτιόμαστε πώς θα αντιδρούσαμε εμείς, ποιες αποφάσεις θα παίρναμε και αν θα καταφέρναμε να διαχειριστούμε τον κίνδυνο. Η εμπειρία μάς επιτρέπει να εξερευνήσουμε τις αντιδράσεις μας χωρίς να εκτεθούμε πραγματικά σε όσα φοβόμαστε.
Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι η συστηματική παρακολούθηση ταινιών τρόμου μας καθιστά αυτομάτως πιο ανθεκτικούς ψυχολογικά. Τα επιστημονικά δεδομένα δεν επιτρέπουν ένα τόσο κατηγορηματικό συμπέρασμα. Υποδεικνύουν, ωστόσο, ότι η περιέργεια για το απειλητικό και το άγνωστο αποτελεί σημαντικό στοιχείο της έλξης που ασκεί το είδος.
Γιατί μας ελκύει το σκοτεινό και το άγνωστο
Ο φόβος πάντως, δεν είναι το μοναδικό συναίσθημα που μας οδηγεί στις ταινίες τρόμου. Εξίσου σημαντική είναι η περιέργειά μας για όσα θεωρούμε επικίνδυνα, απαγορευμένα ή ανεξήγητα.
Ο ψυχολόγος Coltan Scrivner έχει μελετήσει αυτή την ιδιαίτερη μορφή περιέργειας, που στην επιστημονική βιβλιογραφία περιγράφεται ως morbid curiosity: την επιθυμία να κατανοήσουμε δυσάρεστες ή απειλητικές πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας, όπως ο θάνατος, η βία και οι ακραίες συμπεριφορές.
Μάλιστα, μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2026 στο επιστημονικό περιοδικό BMC Psychology, με τη συμμετοχή 235 φοιτητών στον Λίβανο, διαπίστωσε ότι η συγκεκριμένη μορφή περιέργειας συνδεόταν με ισχυρότερη προτίμηση για ταινίες τρόμου, αστυνομικές ιστορίες και ψυχολογικά θρίλερ. Δεν διαπιστώθηκε, ωστόσο, αντίστοιχη σύνδεση με την ψυχολογική ανθεκτικότητα.
Γιατί ο τρόμος βρίσκει απήχηση σε μια εποχή αβεβαιότητας
Υπάρχει, όμως, και μια ευρύτερη κοινωνική διάσταση. Σε άρθρο του στο Psychology Today, στις 8 Οκτωβρίου 2026, ο Mathias Clasen, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Όρχους και επικεφαλής ερευνητικού εργαστηρίου για την ψυχολογία του φόβου, εξετάζει κατά πόσον η σημερινή άνθηση των ταινιών τρόμου συνδέεται με την ανασφάλεια της εποχής μας.
@leo_hasnt_slept It’s so good horror is finally getting the recognition it deserves! #movies #horror #obsession #backrooms #smile2 ♬ original sound – leo_hasnt_slept
Η σκέψη δεν είναι καινούργια. Ήδη από το 1981, ο μετρ Στίβεν Κινγκ, στο βιβλίο του Danse Macabre, είχε υποστηρίξει ότι επινοούμε φανταστικούς τρόμους για να αντιμετωπίσουμε τους πραγματικούς. Είχε επίσης παρατηρήσει ότι η δημοτικότητα του είδους συχνά ενισχύεται σε περιόδους οικονομικής ή πολιτικής αναταραχής.
Ο Clasen ανατρέχει, μεταξύ άλλων, στην περίοδο της πανδημίας, όταν το κοινό έβλεπε ξανά την ταινία «Contagion» του 2011 στις ψηφιακές πλατφόρμες. Το κοινό αναζητούσε στη μυθοπλασία εικόνες μιας απειλής που είχε ξαφνικά εισβάλει στην καθημερινότητά του.
Η υπόθεση ότι οι ταινίες τρόμου μάς βοηθούν να επεξεργαστούμε συλλογικούς φόβους είναι ενδιαφέρουσα, αλλά δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί επαρκώς από την επιστημονική έρευνα.
«Η τέχνη του καλού τρόμου»
Πέρα από τις ψυχολογικές ερμηνείες, η απήχηση του είδους συνδέεται και με την κινηματογραφική του εξέλιξη. Ταινίες όπως το «Sinners» και το «Weapons» αποδεικνύουν ότι ο τρόμος μπορεί να συνδυάζει την εμπορική επιτυχία με τη δημιουργική φιλοδοξία.
Στις πιο ενδιαφέρουσες παραγωγές, η αγωνία δεν εξαρτάται τόσο από όσα εμφανίζονται στην οθόνη όσο από όσα υποψιαζόμαστε ότι παραμονεύουν έξω από το κάδρο. Μια παρατεταμένη σιωπή, ένας ανεπαίσθητος ήχος ή μια απειλή που δεν αποκαλύπτεται αμέσως μπορούν να αποδειχθούν πολύ πιο αποτελεσματικά από μια σκηνή ωμής βίας.
Παράλληλα, ο τρόμος προσφέρει στους δημιουργούς τη δυνατότητα να προσεγγίσουν βαθύτερες κοινωνικές και υπαρξιακές ανησυχίες. Ο φόβος της απώλειας, η μοναξιά, η βία, οι οικογενειακές σχέσεις και η δυσπιστία απέναντι στο άγνωστο αποκτούν συχνά τη μορφή υπερφυσικών απειλών ή τερατωδών μορφών.
Ίσως εκεί να βρίσκεται ένα από τα μυστικά της διαχρονικής γοητείας του είδους. Οι καλύτερες ταινίες τρόμου δεν μας καλούν απλά να φοβηθούμε. Μας φέρνουν αντιμέτωπους με όσα δυσκολευόμαστε να κοιτάξουμε κατάματα, δίνοντάς τους μορφή μέσα από τη μυθοπλασία.
Με πληροφορίες από Psychology Today, University of East London, BMC Psychology