Ο λαγοκέφαλος μπορεί να είναι τοξικός, επικίνδυνος και να δαγκώνει. Αλλά, ας μην κοροϊδευόμαστε: στην πολιτική ζωή του τόπου κυκλοφορούν εδώ και χρόνια είδη πολύ πιο γνώριμα, που επίσης δαγκώνουν. Και μάλιστα βαθιά.
Ο Αρκάς, πραγματικά μοναδικός, έχει αυτό το σπάνιο χάρισμα να συμπυκνώνει την επικαιρότητα σε μία εικόνα και σε λίγες λέξεις. Να παίρνει ένα θέμα της ημέρας, κάτι που συζητιέται στα σπίτια, στα καφενεία, στα δελτία, στο διαδίκτυο, και να το μετατρέπει σε πολιτικό και κοινωνικό σχόλιο με τη δική του, ακαριαία γραφή.
Αυτή τη φορά οι λαγοκέφαλοι, που έχουν κάνει αισθητή την παρουσία τους στις ελληνικές θάλασσες, έγιναν η αφορμή. Το ψάρι που θεωρείται τοξικό, επικίνδυνο και μπορεί να δαγκώσει, πέρασε από το θαλάσσιο περιβάλλον στο πεδίο της σάτιρας. Και εκεί, όπως ήταν αναμενόμενο, βρήκε πολύ εύφορο έδαφος.
Γιατί, πράγματι, «δεν μας έφταναν οι χοντροκέφαλοι, οι στενοκέφαλοι, οι ξεροκέφαλοι και οι θερμοκέφαλοι». Ήρθαν και οι λαγοκέφαλοι.
Μόνο που στην Ελλάδα του 2026, η λέξη «δαγκώνουν» δεν παραπέμπει μόνο σε ένα επικίνδυνο ψάρι. Παραπέμπει και σε μια πολιτική κουλτούρα που έχει μάθει να δαγκώνει την τσέπη του πολίτη, την αντοχή της κοινωνίας, την αξιοπιστία των θεσμών και πολλές φορές τα ίδια τα κρατικά ταμεία.
Δαγκώνουν με φόρους που έρχονται χωρίς να προλαβαίνει ο πολίτης να πάρει ανάσα. Δαγκώνουν με την ακρίβεια που δεν λέει να κοπάσει. Δαγκώνουν με πρακτικές παλιές όσο και το ελληνικό κράτος: μίζες, αναθέσεις, «διαγωνισμοί» σε πολλά εισαγωγικά, έργα που μοιράζονται, ευθύνες που εξαφανίζονται, λογαριασμοί που καταλήγουν πάντα στον ίδιο αποδέκτη. Στον πολίτη.
Και κάπου εκεί γελάει κανείς πικρά με πλατφόρμες, εφαρμογές, εξαγγελίες και επικοινωνιακά ευρήματα τύπου «posokanei». Γιατί η καθημερινότητα δεν λύνεται με ευφυολογήματα. Ούτε η ακρίβεια πέφτει με συνθήματα. Ούτε η εμπιστοσύνη αποκαθίσταται με δελτία Τύπου.
Η γελοιογραφία, όμως, παραμένει απαραίτητο συστατικό της δημόσιας ζωής. Όχι ως διακοσμητικό στοιχείο. Όχι ως απλό αστείο. Αλλά ως πολιτικό εργαλείο. Ως καθρέφτης. Ως καρφί. Ως εκείνη η μικρή, ενοχλητική φράση που λέει αυτό που πολλοί σκέφτονται και λίγοι τολμούν να πουν.
Η Ελλάδα είχε και έχει μεγάλη παράδοση σε αυτό. Γελοιογράφοι που σημάδεψαν δεκαετίες ολόκληρες, κοσμώντας και πολλές φορές καθορίζοντας τις πρώτες σελίδες των εφημερίδων. Ο Αρχέλαος, ο Φωκίων Δημητριάδης, ο Ορνεράκης, ο Χριστοδούλου, ο Πολενάκης, ο Μητρόπουλος, ο Μποστ, ο ΚΥΡ. Ονόματα που δεν υπηρέτησαν απλώς τη σάτιρα, αλλά την πολιτική μνήμη του τόπου.
Τότε οι πολιτικοί παρακαλούσαν να γίνουν σκίτσο. Και, εδώ που τα λέμε, πολλοί το παρακαλούν ακόμα. Γιατί ήξεραν ότι όταν έμπαιναν στην πρώτη σελίδα του «Βήματος» ή των «Νέων», ακόμα και πειραγμένοι, ακόμα και εκτεθειμένοι, ακόμα και γελοιοποιημένοι, είχαν κερδίσει κάτι πολύτιμο: είχαν γίνει μέρος της δημόσιας συζήτησης.
Ο αείμνηστος Μιλτιάδης Έβερτ μου έλεγε με εκείνο το χαρακτηριστικό πολιτικό ένστικτο της εποχής του: «Σήμερα υπάρχει μια πολύ καλή γελοιογραφία για μένα, που με κοροϊδεύει». Και το έλεγε σχεδόν με καμάρι. Γιατί ήξερε ότι η σάτιρα, ακόμα κι όταν τσιμπάει, είναι ένδειξη πολιτικής παρουσίας.
Κάτι αντίστοιχο αποδίδεται και στον Γεώργιο Παπανδρέου, τον Γέρο της Δημοκρατίας. Άλλες εποχές, άλλες αντοχές, άλλη σχέση πολιτικής και Τύπου. Υπήρχε τότε η αίσθηση ότι η κριτική, ακόμα και η σκληρή, ακόμα και η καυστική, ανήκει στο παιχνίδι της Δημοκρατίας.
Σήμερα το διαδίκτυο έχει αλλάξει τη συνταγή. Η γελοιογραφία δεν περιμένει την πρώτη σελίδα της εφημερίδας. Κυκλοφορεί ακαριαία. Μοιράζεται, σχολιάζεται, γίνεται viral, μπαίνει στα κινητά, περνά από οθόνη σε οθόνη. Και όταν είναι πετυχημένη, όπως αυτή του Αρκά, κάνει κάτι περισσότερο από το να προκαλεί γέλιο.
Προκαλεί αναγνώριση.
Γιατί όλοι καταλαβαίνουν ότι πίσω από τον λαγοκέφαλο της θάλασσας κρύβονται πολλοί άλλοι «κεφάλες» της δημόσιας ζωής. Οι χοντροκέφαλοι της εξουσίας. Οι στενοκέφαλοι της κομματικής τύφλωσης. Οι ξεροκέφαλοι της αλαζονείας. Οι θερμοκέφαλοι της πόλωσης. Και, βεβαίως, οι λαγοκέφαλοι κάθε μορφής, που μπορεί να αλλάζουν περιβάλλον, αλλά όχι συνήθειες.
Τοξικοί, επικίνδυνοι και δαγκώνουν.
Μόνο που στη θάλασσα μπορείς τουλάχιστον να τους αποφύγεις.
Στην πολιτική, το δύσκολο είναι ότι συχνά τους πληρώνεις κιόλας.