Ένα σαφές διπλωματικό μήνυμα προς την Άγκυρα, με ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, στέλνει ο πρέσβης της Αιγύπτου στην Αθήνα, Μουράντ Μουράντ, αποκλείοντας το ενδεχόμενο συζητήσεων για συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών μεταξύ Αιγύπτου και Τουρκίας και επαναλαμβάνοντας την κατηγορηματική αντίθεση του Καΐρου στο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Οι δηλώσεις του Αιγύπτιου διπλωμάτη αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς πραγματοποιούνται σε μία περίοδο κατά την οποία η Τουρκία επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο, αξιοποιώντας τις εξελίξεις στη Λιβύη και επιδιώκοντας να προσεγγίσει την Αίγυπτο.
Η απάντηση από το Κάιρο, τουλάχιστον με βάση τις δημόσιες τοποθετήσεις του πρέσβη, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών.
«Οι Τούρκοι προσπαθούν να μας δικαιολογήσουν τη συμφωνία που έκαναν με τους Λίβυους, αλλά σε καμία περίπτωση δεν συζητούμε τουρκοαιγυπτιακή συμφωνία. Καταδικάζουμε το τουρκολιβυκό μνημόνιο».
Η τουρκική προσφορά των 15.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων
Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι αιγυπτιακές δηλώσεις έρχονται ως απάντηση σε μία συγκεκριμένη διπλωματική πρωτοβουλία της Άγκυρας.
Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας υποστήριξε ότι η Αίγυπτος θα μπορούσε να εξασφαλίσει περισσότερα από 15.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα πρόσθετης θαλάσσιας δικαιοδοσίας, εάν επέλεγε συμφωνία οριοθέτησης με την Τουρκία αντί μιας αντίστοιχης συμφωνίας με την Ελλάδα.
Πρόκειται για ισχυρισμό της τουρκικής πλευράς, όχι για διεθνώς αποδεκτό υπολογισμό θαλάσσιων δικαιωμάτων.
Η Άγκυρα επιχειρεί ουσιαστικά να παρουσιάσει στην Αίγυπτο ένα γεωπολιτικό και οικονομικό αντάλλαγμα, με στόχο να αμφισβητήσει την ελληνοαιγυπτιακή σύγκλιση.
Ωστόσο, ο Αιγύπτιος πρέσβης απορρίπτει τη συζήτηση για μια τέτοια συμφωνία, επιμένοντας στη σχέση στρατηγικής συνεργασίας της χώρας του με την Ελλάδα.
Η νέα κίνηση της Λιβύης και η αντίδραση του Καΐρου
Η νέα αντιπαράθεση πυροδοτήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 2026, όταν η Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης ενέκρινε το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019.
Η εξέλιξη είναι σημαντική, καθώς η ανατολική Λιβύη είχε προηγουμένως αντιταχθεί στη συμφωνία που είχε υπογράψει η κυβέρνηση της Τρίπολης με την Άγκυρα.
Η Ελλάδα απορρίπτει το μνημόνιο ως αντίθετο προς το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, υποστηρίζοντας ότι παραγνωρίζει τα θαλάσσια δικαιώματα ελληνικών νησιών, μεταξύ αυτών της Κρήτης.
Η Τουρκία αντιτείνει ότι η συμφωνία προστατεύει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των δύο συμβαλλόμενων κρατών και επικαλείται την αρχή της ευθυδικίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η Αίγυπτος δεν περιορίστηκε σε μία διπλωματική δήλωση. Το αιγυπτιακό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε ότι προετοιμάζει νομικό φάκελο για το τουρκολιβυκό μνημόνιο, θεωρώντας ότι η συμφωνία θίγει και αιγυπτιακά κυριαρχικά δικαιώματα.
Επομένως, η αντίδραση του Καΐρου δεν αποτελεί απλώς κίνηση υποστήριξης προς την Αθήνα. Συνδέεται και με την υπεράσπιση των δικών του θαλάσσιων συμφερόντων.
Ελληνοαιγυπτιακή ΑΟΖ: Το επόμενο βήμα προς την Ανατολή
Το δεύτερο, εξίσου σημαντικό, μήνυμα του Μουράντ Μουράντ αφορά την προοπτική επέκτασης της συμφωνίας οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας και Αιγύπτου, η οποία υπογράφηκε στις 6 Αυγούστου 2020.
Η συμφωνία εκείνη ήταν μερική. Δεν κάλυψε ολόκληρη τη δυνητική θαλάσσια οριογραμμή των δύο χωρών, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επέκτασής της ανατολικότερα.
Στις 22 Οκτωβρίου 2026, οι υπουργοί Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης και Μπαντρ Αμπντελάτι συμφώνησαν να προωθήσουν σχετικές διαβουλεύσεις, μετά τις εξελίξεις στη Λιβύη.
Ο Αιγύπτιος πρέσβης επιβεβαιώνει τώρα ότι υπάρχει πολιτική βούληση, χωρίς όμως να έχει προσδιοριστεί ακόμη ημερομηνία έναρξης των νέων συνομιλιών.
Η πιθανή επέκταση ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, προς την περιοχή του Καστελλορίζου και της Κύπρου, αποτελεί εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα, καθώς εκεί συγκεντρώνονται μερικές από τις σοβαρότερες διαφορές των διεκδικήσεων Ελλάδας και Τουρκίας.
Πρέπει, πάντως, να υπογραμμιστεί ότι η εκπεφρασμένη πολιτική βούληση δεν σημαίνει πως έχει ήδη συμφωνηθεί η νέα οριοθέτηση. Οι διαπραγματεύσεις και οι τελικές συντεταγμένες παραμένουν ζητήματα προς επίλυση.
Γιατί οι δηλώσεις έχουν ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα
Η στάση του Καΐρου δημιουργεί ένα ευνοϊκό διπλωματικό δεδομένο για την Αθήνα σε τρία επίπεδα.
Πρώτον, αποδυναμώνει την τουρκική προσπάθεια να χρησιμοποιήσει μια πιθανή συμφωνία με την Αίγυπτο ως εργαλείο αμφισβήτησης της ελληνοαιγυπτιακής οριοθέτησης.
Δεύτερον, επιβεβαιώνει ότι η αντίθεση στο τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνική θέση, αλλά εκφράζεται και από μία μεγάλη περιφερειακή δύναμη, με άμεσα συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τρίτον, διατηρεί ανοιχτή την προοπτική μιας νέας συμφωνίας Ελλάδας και Αιγύπτου, η οποία θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά το διπλωματικό και νομικό αποτύπωμα των δύο χωρών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αίγυπτος επιθυμεί συνολική ρήξη με την Τουρκία. Το Κάιρο διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με την Άγκυρα και επιδιώκει να εξυπηρετεί παράλληλα τα ευρύτερα περιφερειακά συμφέροντά του.
Σημαίνει, όμως, ότι στο συγκεκριμένο ζήτημα των θαλάσσιων οριοθετήσεων η αιγυπτιακή θέση παραμένει καθαρή.
Το πραγματικό διπλωματικό στοίχημα
Το σημαντικότερο για την ελληνική εξωτερική πολιτική δεν είναι μόνο η δημόσια καταδίκη του τουρκολιβυκού μνημονίου. Είναι να μετατραπεί η σημερινή πολιτική σύγκλιση Αθήνας και Καΐρου σε συγκεκριμένη νέα συμφωνία.
Η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει τη Λιβύη ως γεωπολιτικό εταίρο στη Μεσόγειο, ενώ η Ελλάδα αναζητεί την περαιτέρω κατοχύρωση των θαλάσσιων δικαιωμάτων της μέσα από διμερείς συμφωνίες και το Διεθνές Δίκαιο.
Σε αυτή τη διπλωματική σκακιέρα η Αίγυπτος αποτελεί παίκτη καθοριστικής σημασίας.
Και η τελευταία δημόσια τοποθέτηση του πρέσβη της στην Αθήνα δείχνει ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, η Άγκυρα δεν έχει καταφέρει να μετακινήσει το Κάιρο από τη βασική του θέση.
Το ερώτημα πλέον είναι εάν Αθήνα και Κάιρο θα προχωρήσουν από τις δηλώσεις πολιτικής βούλησης στις διαπραγματεύσεις που θα οδηγήσουν στην επέκταση της συμφωνίας ΑΟΖ του 2020.
Γιατί σε αυτό το ζήτημα το πραγματικό διπλωματικό αποτέλεσμα δεν θα κριθεί από τις δηλώσεις, αλλά από τις συμφωνίες που θα υπογραφούν.
Πηγές: Συνέντευξη στην «Κυριακάτικη Απογευματινή», ρεπορτάζ Reuters, ανακοινώσεις ελληνικού και αιγυπτιακού ΥΠΕΞ και καταχώριση της συμφωνίας του 2020 στον ΟΗΕ.